VOICES

Ο Τσαϊκόφσκι στα καπνοχώραφα…

του Γιάννη Τριάντη - Δημοσίευση 17 Απριλίου 2020, 20:00 / Ανανεώθηκε 17 Απριλίου 2020, 20:43
Facebook Twitter Whatsapp

Ακόμη και στις ερημιές ανθοφορούν οι άνθρωποι

Την Μεγάλη  Εβδομάδα με πιάνει μια «δαιμονισμένη νοσταλγία». Ειδικά για την Μεγάλη Παρασκευή. Πέρα από τον απόλυτα μυστηριακό της χαρακτήρα, που με καθήλωνε, της χρωστάω κάτι ανεκτίμητο: την αγάπη για την «κλασική μουσική». Στοιχείο που με συνοδεύει άρρηκτα στη ζωή μου.

Σημασία, βέβαια, έχει το πώς και το γιατί συμβαίνει κάτι τόσο σημαντικό. Υπο ποιες συνθήκες, δηλαδή, ανοίγει ένας καινούργιος δρόμος και πως μπορεί μια ασφυκτική συνθήκη-καλή ώρα σαν τη σημερινή- να αποδειχθεί πολύτιμη και ανατατική.

Ναι, ήταν ασφυκτικά στο χωριό. Ουτε πλατεία δεν υπήρχε. Δυό καφενεία όλα κι όλα, ρολά κατεβασμένα από τις εννιά το βράδυ κι ούτε καν ο ιριδισμός της τηλεόρασης. Μοναδική απαντοχή η μπάλα τις Κυριακές και το όνειρο να φύγουμε από τις «ερημιές». Να περάσουμε στο Πανεπιστήμιο και να χαθούμε στα φώτα της μεγάλης πόλης…

Ας ξαναπιάσουμε, όμως, το νήμα. Την Μεγάλη Παρασκευή, που λέτε, κανένας απ΄το χωριό δεν πήγαινε στα χωράφια για δουλειά. Ήταν μεγάλη ασέβεια. Εκτός κι αν το επέβαλε υπέρτατη ανάγκη. Δηλαδή, να φυτευτεί οπωσδήποτε ο καπνός. Να μη σας λέω λεπτομέρειες, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει εκείνη τη χρονιά. Να φυτέψουμε κι ας ήταν Μεγάλη Παρασκευή. Φύγαμε, λοιπόν, για τα χωράφια.

Μαζί μου πήρα το ραδιόφωνο, φυσικά, για να ακούω κάνα τραγούδι στις μακρόσυρτες ώρες της επίπονης και βαρετής δουλειάς. Απίθωσα προσεκτικά το τρανζίστορ σε μια  αυλακιά κι έβαλα «Κέρκυρα». Είχε το καλύτερο πρόγραμμα,  παρ΄ ότι δεν υστερούσε το «Μεσολόγγι».

Βάζω και τι ν΄ ακούσω; Κάτι πεθαμενατζίδικα που μου έδιναν στα νεύρα, σαν κι αυτά που μετέδιδε κάθε Πέμπτη στις οκτώ ο σταθμός και μ΄έκανε να αλλάζω αμέσως συχνότητα. Δεν την άντεχα την «κλασική μουσική». Ούτε και τα δημοτικά, βέβαια, που άρεσαν στους γονείς μου.

Τέλος πάντων, πιάνω «Μεσολόγγι» κι εκεί τα ίδια. Πάω στο κρατικό, τα ίδια και χειρότερα. Ε, μα ναι. Ηταν Μεγάλη Παρασκευή και δεν έπαιζαν τίποτε άλλο τα ραδιόφωνα. Μόνο «κλασική». Μού ΄ρθε να το σπάσω το τρανζίστορ. Πώς θα περνούσε η μέρα μ΄αυτά τα θλιμμένα;

Από τον θυμό μου ούτε καν έκλεισα το ράδιο. Το παράτησα  ανοιχτό περιφρονητικά και ξανάπιασα την ποτίστρα, ποτίζοντας ένα- ένα τα φυτεμένα φυντάνια. Αίφνης, κάτι αλλόκοσμο έφτασε στ΄αυτιά μου. Ακουσμα, ηδύ, εξαίσιο. Μια  υπέροχη μελωδία. Ηταν  Τσαϊκόφσκι, όπως είπε μετά ο  εκφωνητής.

Μου ΄μεινε το άκουσμα. Με σφράγισε. Αλλά άντε να βρείς τότε πικάπ και δίσκους «κλασικής μουσικής». Που λεφτά για τέτοιες πολυτέλειες. Ένα τρανζίστορ και πολύ ήταν. Όμως υπήρχε η Πέμπτη! Με την εκπομπή για την «κλασική μουσική», που με εκνεύριζε.

Ε, μετά την «γνωριμία» με τον Τσαϊκόφσκι στο χωράφι, περίμενα πώς και πως να φτάσει το βράδυ της Πέμπτης για να ακούσω «κλασική μουσική». Ετσι πρωτάκουσα Μπάχ και Μότσαρτ και Μπετόβεν κι άλλους πολλούς.

Αργότερα, στο Πανεπιστήμιο, πήρα φόρα και μπήκα σε όλα τα χωράφια της «κλασικής», σταθμεύοντας κυρίως στην εποχή του μπαρόκ, χωρίς να παραμελώ άλλες εποχές και κορυφαίους συνθέτες. Πάντως, ελπίζω να μην μου κρατάει κακία ο  Τσαϊκόφσκι για την προτεραιότητα σε προηγούμενους αιώνες…

…Όπως βλέπετε, σε μια εποχή άνυδρη που μας κρατούσε φυλακισμένους, φύτρωσε στον κόσμο μου-αναπάντεχα και ευφρόσυνα- κάτι μεγαλειώδες. Και σκέφτομαι ότι οι άνθρωποι ιδεοφορούν, βελτιώνονται, στοχάζονται  ξανά τη ζωή τους και τελικά ανθοφορούν ακόμη και υπο συνθήκες περιορισμού. Ακόμη και σε «ερημιές» σαν τη σημερινή…

Αρκεί ένα κλίκ. Ένα ερέθισμα. Μια ανακάλυψη. Ένα βλέμμα στα ξεχασμένα. Η καταφυγή σε νέες συνήθειες. Το τόλμημα του αναθεωρείν. Και γιατί όχι; Οι νυγμοί της μελαγχολίας και της θλίψης. Όλα λίπασμα για την ανθοφορία του προσωπικού μέλλοντος μόλις περάσουν τα δύσκολα και πάψουν οι μέρες να φαίνονται σαν πατημένα στάχυα…  

Ακολουθήστε το Newpost.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr