VOICES

Ο Ροζάκης και οι… άλλοι που έχουν τις ίδιες απόψεις για το Καστελόριζο

του Νίκου Παναγιωτόπουλου - Δημοσίευση 5 Ιουλίου 2020, 13:00 / Ανανεώθηκε 5 Ιουλίου 2020, 13:33
Facebook Twitter Whatsapp

Οι δηλώσεις του καθηγητή Χρήστου Ροζάκη για το Καστελόριζο προκάλεσαν πολλές αντιδράσεις αλλά το σημαντικό δεν ήταν αυτοί που αντέδρασαν αλλά αυτοί που σιώπησαν.

«Εκφράζει προσωπικές του απόψεις», σχολίαζαν από το υπουργείο των Εξωτερικών σχετικά με τις δηλώσεις του καθηγητή Χρήστου Ροζάκη για το Καστελόριζο που δήθεν... είναι απομονωμένο και κείται μακράν της ηπειρωτικής χώρας, ακόμη και της Ρόδου, όπως είπε ο καθηγητής σε τηλεοπτική του συνέντευξη.

Οι δηλώσεις του προκάλεσαν πολλές αντιδράσεις αλλά το σημαντικό δεν ήταν αυτοί που αντέδρασαν αλλά αυτοί που σιώπησαν! Είναι μια σχολή σκέψης ανθρώπων που τέμνει οριζόντια το πολιτικό μας σύστημα και τους συναντάς από το εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ, τον ΣΥΡΙΖΑ μέχρι και τη ΝΔ…

Επιστρέφουμε, όμως, στο κεφάλαιο Ροζάκης, «Από τις 7 Ιουνίου του 2020 έληξε η τριετής θητεία του κ. Ροζάκη στο Επιστημονικό Συμβούλιο του υπουργείου Εξωτερικών και δεν πρόκειται να ανανεωθεί», τόνισαν οι πηγές του Υπουργείου Εξωτερικών. Άλλωστε, με το νέο οργανόγραμμα του ΥΠΕΞ καταργείται η αυτοτελής διεύθυνση του Επιστημονικού Συμβουλίου και μαζί με το Κέντρο Ανάλυσης και Σχεδιασμού συγχωνεύονται στο Κεντρικό Επιστημονικό Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής (ΚΕΣΕΠ).

Ο Σημίτης και ο Ροζάκης

Πάμε να δούμε πότε έγινε ο διορισμός του πρώην υφυπουργού Εξωτερικών του κύριου Σημίτη. Στις 7 Ιουνίου του 2017, με απόφαση του τότε υπουργού Εξωτερικών Νίκου Κοτζιά, ο καθηγητής Χρήστος Ροζάκης τοποθετήθηκε πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου που συστήθηκε με σκοπό να «γνωμοδοτεί για ερωτήματα νομικής φύσης μείζονος σημασίας που υποβάλλονται προς αυτό από τον υπουργό Εξωτερικών». Προφανώς ως εκ της θέσεως που κατείχε από τον Ιούνιο του 2017 μέχρι πριν από λίγες ημέρες, ο Χρήστος Ροζάκης, ομότιμος καθηγητής της Σχολής Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών γνωμοδοτούσε για ερωτήματα μείζονος σημασίας σχετικά με την νομική αντιμετώπιση θεμάτων όπως η επήρεια του Καστελόριζου σε θαλάσσιες ζώνες. 

Για να μην ξεχνιόμαστε, τον Μάρτιο του 2019, στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, ο Νίκος Κοτζιάς είχε μιλήσει για το Καστελόριζο εκφράζοντας παρόμοιες απόψεις με αυτές του Χρήστου Ροζάκη. Πρέπει να βάλεις τον «άλλο στο παιγνίδι για να τον κατευνάζεις» είχε πει τότε o πρώην υπουργός Εξωτερικών και σχετικά με τις ενεργειακές εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο είχε υποστηρίξει ότι «δεν πρέπει να φαίνεσαι μοναχοφάης και να λες είναι όλα δικά μου, γιατί τότε γίνεσαι μέρος του προβλήματος». Μάλιστα ο κ. Κοτζιάς -όπως και ο κ. Ροζάκης προσφάτως- είχε φανεί να υιοθετεί την άποψη που εκφράζεται κεντρικά από την Άγκυρα περί μειωμένης επήρειας του Καστελλόριζου σε θαλάσσιες ζώνες. Ο Νίκος Κοτζιάς τότε είχε μιλήσει για λάθος όσων «πιστεύουν ότι η Τουρκία με τόσες χιλιάδες χιλιόμετρα  δεν έχει ΑΟΖ και το Καστελλόριζο έχει όλη την ΑΟΖ στην περιοχή». Τις ίδιες απόψεις ασπάζονται και στελέχη εντός της ΝΔ.

Για να ξαναδιαβάσουμε τις δηλώσεις του κύριου Ροζάκη,  «Το Καστελλόριζο είναι απομακρυσμένο απ' τη Ρόδο αλλά είναι κοντά στις ακτές της Τουρκίας», υποστηρίζοντας ότι «εμείς έχουμε αναπτύξει μια μαξιμαλιστική θέση, ή μια σειρά μαξιμαλιστικών θέσεων. Είναι διαπραγματευτικές θέσεις αυτές, ένα κράτος ξεκινάει πάντα μια διαπραγμάτευση με μαξιμαλισμούς και από κει και πέρα υποχωρεί σε δεύτερες θέσεις» και συνέχισε λέγοντας ότι «το μήκος των ακτών της Τουρκίας απέναντι στο μήκος των ακτών της Κύπρου είναι πολύ μεγαλύτερο».

Το ζήτημα δεν είναι μόνο η άποψη ή αν είναι σωστή ή λάθος αλλά ο χρόνος που διατυπώνεται και τι εξυπηρετεί; Σίγουρα βολεύει αφάνταστα τον Ερντογάν.

Για να μην έχετε καμία αμφιβολία όλα αυτά που λέει ο κ. Ροζάκης δεν είναι αποσπασματικές δηλώσεις, εντάσσονται σε ένα σχέδιο υποχωρητικότητάς απέναντι στην Τουρκία που ξεκίνησε από τα γεγονότα των Ιμίων, συνεχίστηκε με τη συμφωνία στο Ελσίνκι, το σχέδιο Ανάν και μια συμφωνία που ήταν σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων για τα Ελληνοτουρκικά. Και ευτυχώς για τα εθνικά μας συμφέροντα την εξουσία πήρε ο Κώστας Καραμανλής που με τον δικό του τρόπο έβαλε φρένο και είπε ΟΧΙ για να πληρώσει βαρύ πολιτικό και προσωπικό κόστος γιατί ανέτρεψε γεωπολιτικούς σχεδιασμούς σε βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου.

Έχω ξαναγράψει γι’ αυτήν την σκοτεινή περίοδο και θα το κάνω με κάθε ευκαιρία για να μην  ξεχνάμε, όπως κάποιοι θέλουν τα εθνικά μας δίκαια.

Ο Κώστας Σημίτης, ο πρωθυπουργός των Ιμίων, αυτός που αναγνώρισε ζωτικά συμφέροντα στην Τουρκία ανοίγοντας την όρεξη της για περισσότερες διεκδικήσεις, πριν από καιρό ξαναχτύπησε με την αρθρογραφία του, την τελευταία φορά στα ΝΕΑ, την προηγούμενη στην  Καθημερινή της Κυριακής αναφερόμενος σε όλα όσα τον τελευταίο καιρό ακούγονται για ένα ατύχημα ή πρόκληση ενός ελληνοτουρκικού επεισοδίου. Ως προφήτης ή λαγός, στη συνέχεια είχαμε μια απίστευτη κλιμάκωση της έντασης από την Τουρκία.

Τότε μας είχε πει αναφερόμενος συγκεκριμένα στην κρίση του 1996 πως «Δεν αποκλείεται να υπάρξουν παρόμοιες σκέψεις στη σημερινή τουρκική ηγεσία».

Και αφού σε εκείνο το άρθρο είχε κάνει μια αναδρομή στα δικά του Ίμια χωρίς να μας λέει τι έκανε λάθος και γιατί έπρεπε τη σημαία να την πάρει ο αέρας και να αποχωρήσουν τα πολεμικά πλοία και ο στρατός από εθνικό έδαφος έκανε έναν παραλληλισμό του τότε με το σήμερα αφήνοντάς να εννοηθεί ότι η Τουρκία θα επιχειρήσει, εκμεταλλευόμενη πολιτική αστάθεια να υποχρεώσει την ελληνική πλευρά να διαπραγματευθεί θέματα εθνικής κυριαρχίας.

Να το ξαναπούμε, σύμφωνα με τον κ. Σημίτη τότε η Τουρκία εκμεταλλεύτηκε την ασθένεια του Ανδρέα Παπανδρέου και την πολιτική αστάθεια, αλλά ανεξάρτητα από την πολιτική κατάσταση ο κίνδυνος επεισοδίων με την Τουρκία θα είναι υπαρκτός, εάν δεν βρούμε λύσεις, όχι πάντα ευχάριστες υπογραμμίζει ο πρώην πρωθυπουργός.

Τότε είχα γράψει στο newpost:        

Τι εννοούσε ο πρώην Πρωθυπουργός, «όχι πάντα ευχάριστες»;

Τι είχε ο ίδιος διαπραγματευθεί;

Στο ίδιο άρθρο ο Κ. Σημίτης μάλιστα προέτρεπε την επόμενη κυβέρνηση και το πολιτικό σύστημα της χώρας να προχωρήσει και να επισπεύσει τον συμβιβασμό πριν την εκδήλωση του επεισοδίου!

Τι ακριβώς εννοούσε, ότι η χώρα δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει την τουρκική ισχύ;

Επανήλθε για να συνεχίσει στην ίδια γραμμή με άρθρο του στα ΝΕΑ ώστε να «εκβιάσει» τη δικαίωση της καταστροφής των Ιμίων με τη συμφωνία του Ελσίνκι χρεώνοντας ευθύνες στον πρώην πρωθυπουργό Κώστα Καραμανλή και για δήθεν ευκαιρία που χάθηκε το 2004. Ανεξάρτητα από τα γεγονότα, κάποιος διαβάζοντας το άρθρο του Κώστα Σημίτη στα ΝΕΑ μένει ενεός με τις διχαστικές, διαιρετικές και αντεθνικές κορώνες του. Είναι αδιανόητο αυτή την ιστορική στιγμή, της πολύ μεγάλης έντασης με την Τουρκία, να επιχειρεί να χωρίσει τους Έλληνες!  Και να συμπεράνει αβασάνιστα, ποιοι μας κυβέρνησαν, επί πολλά χρόνια.

Ο κύριος Σημίτης, όμως κάνει άλματα στο …κενό σαν να απευθύνεται σε λωτοφάγους. Θα μας πει ποτέ το παρασκήνιο της συμφωνίας που υπογράφτηκε στη Μαδρίτη ανάμεσα στον ίδιο και τον Ντεμιρέλ. Ήταν μια συμφωνία που προβλήθηκε ως κατόρθωμα της εκσυγχρονιστικής πολιτική Σημίτη. Τα πράγματα όμως δεν είναι έτσι, καθώς με την υπογραφή του στη Μαδρίτη ο Σημίτης αποδέχτηκε την τουρκική θεωρία των γκρίζων ζωνών. Που έγινε στρατηγική των Τούρκων στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.Να τα πάρουμε από την αρχή γιατί στο newpost, έχουμε μνήμη και τα έχουμε ξαναγράψει και δεν εκτιμούμε τα γεγονότα ανάλογα με τη συγκυρία και τα προσωπικά συμφέροντα. 

Στα Ίμια, τον Ιανουάριο του  1996, η Ελλάδα δεν έχασε μονάχα τρία παλικάρια, αλλά η τότε κυβέρνηση τσαλάκωσε το ηθικό των ενόπλων δυνάμεων και των πολιτών με τους πολιτικούς της χειρισμούς και τις αποφάσεις. Το 1997, στην Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ που έγινε στην Μαδρίτη, η Ελλάδα υπέγραψε μια Συμφωνία , η οποία αναγνωρίζει «νόμιμα και ζωτικά συμφέροντα» της Τουρκίας στο Αιγαίο. Είναι η πρώτη φορά που η χώρα μας αποδέχεται κάτι παρόμοιο. Αυτή η συμφωνία, της Μαδρίτης που εντέχνως ξεχνάει ο κ. Σημίτης, ήρθε ως επίσημο πλέον επιστέγασμα των τουρκικών αξιώσεων στα Ιμια, ένα χρόνο πριν. Το επεισόδιο των Ιμίων ήταν εξευτελιστικό για την ελληνική κυβέρνηση, αλλά όσο κι αν ο αυτο-εξευτελισμός του κ. Σημίτη μεγάλωσε με τις ευχαριστίες στην κυβέρνηση των ΗΠΑ, έγινε στη συνεχεία συμφωνία που δέσμευε την Ελλάδα.

Η Συμφωνία της Μαδρίτης είναι μια επίσημη πράξη υπογεγραμμένη από τον τότε πρωθυπουργό. Η Συμφωνία της Μαδρίτης του 1997 αποτελεί σταθμό στη διαμόρφωση της μετέπειτα ελληνικής εξωτερικής πολιτικής μέχρι σήμερα. Συνέχεια αυτής της Συμφωνίας είναι η απόφαση της Συνόδου Κορυφής της ΕΕ του 1999 που είναι γνωστή ως «απόφαση του Ελσίνκι». Αυτό που δεν λέει και αποκρύπτει ανερυθρίαστα ο κ. Σημίτης είναι ότι η απόφαση αυτή στηριγμένη στην προηγούμενη αποδοχή «ζωτικών τουρκικών συμφερόντων στο Αιγαίο», υπέδειξε στην ελληνική και τουρκική πλευρά να προσδιορίσουν με διαπραγματεύσεις τις «συνοριακές διαφορές κι άλλα συναφή θέματα». Δηλαδή πάνω στο έδαφος της αναγνώρισης της Μαδρίτης θα εξελίσσονται οι συνοριακές διαφορές. Δηλαδή ο κ. Σημίτης με τη συμφωνία της Μαδρίτης και στη βάση της απόφασης του Ελσίνκι, δηλαδή αναγνώρισε ζωτικά τουρκικά συμφέροντα στο Αιγαίο, συνοριακές διαφορές κι άλλα συναφή θέματα.

 Για να καταλάβουμε τι ακριβώς έγινε το 1999, στο Ελσίνκι: Η Σύνοδος Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπογράφει κείμενο στο οποίο γίνεται λόγος  για «εκκρεμείς συνοριακές διαφορές και άλλα συναφή θέματα» μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας! Έτσι, ωμά και αστόχαστα, η κυβέρνηση του τραγικού Σημίτη, επικυρώνει για δεύτερη φορά τις προκλητικές διεκδικήσεις της Τουρκίας στο Αιγαίο. Τότε για ακόμα μια φόρα λειτούργησε η τρομακτική προπαγάνδα που έσβηνε όλες τις αντίθετες φωνές και πανηγύριζε για την υπογραφή του κειμένου της Ένωσης από την Ελλάδα. Μιλούσε για «διπλή επιτυχία» της Ελλάδος η κυβέρνηση απόφαση για ένταξη της Κύπρου στην Ένωση και  τίτλος υποψήφιας χώρας της Τουρκίας και υπερθεμάτιζαν τα μίντια. Η αλήθεια είναι ότι τότε ο κ. Σημίτης άνοιξε με δική του υπογραφή την κερκόπορτα στο Αιγαίο. Το σχέδιο ήταν ξεκάθαρο για το Αιγαίο και μετά ήρθε το κατάπτυστο Σχέδιο Ανάν!

Το μεγάλο επιχείρημα όλων αυτών που με μεγάλη ευκολία εκχωρούν κυριαρχικά δικαιώματα είναι η αποφυγή της σύγκρουσης που όμως έφερε έναν διαρκή πόλεμο διεκδικήσεων, αμφισβήτησης και απειλών εκ μέρους της Τουρκίας. Το είδαμε προσφάτως και στην  Ανατολική Μεσόγειο, το ζούμε με τις εξοργιστικές δηλώσεις Τούρκων αξιωματούχων για δεκάδες βραχονησίδες, και, φυσικά, με την ανιστόρητη πρόκληση Ερντογάν για την Συνθήκη της Λωζάνης.

Ίμια, Μαδρίτη, Ελσίνκι, είναι η θλιβερή παρακαταθήκη με τις τραγικές παραχωρήσεις  ενός ολιγοστού πρωθυπουργού που άνοιξαν βαθιές πληγές στη χώρα. Απαραίτητη, σημείωση, ο κ. Ροζάκης από τις 25 Σεπτεμβρίου 1996 έως τις 3 Φεβρουαρίου 1997, οπότε παραιτήθηκε, διετέλεσε υφυπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση Σημίτη. Η παραίτησή του, που επίσημα υποβλήθηκε ήδη από τις 2 Ιανουαρίου 1997 για λόγους υγείας, ήρθε μετά από έντονη κριτική του τύπου  για εθνική μειοδοσία, αλλά και στελεχών της εσωκομματικής αντιπολίτευσης στον Σημίτη, όπως ο Γιάννης Καψής. Ήταν ουσιαστικά ο αρχιτέκτονας όλων των παραπάνω συμφωνιών και παρά την παραίτηση του, πότε δεν έπαψε να είναι δίπλα στον πρώην Πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη που άλλωστε είχαν κοινές θέσεις και αντιλήψεις.   

Στο ίδιο έργο θεατές;

Στο ίδιο έργο, ίδιοι σκηνοθέτες το θέμα είναι, αν θα είμαστε και θεατές…Να μπούμε, όμως, στα δικά τους «παπούτσια». Κανείς δεν λέει να μην πάμε στη Χάγη για μια ειρηνική διευθέτηση της διαφοράς μας με την Τουρκία. Αλλά εμείς το λέμε, η Τουρκία το θέλει; Επίσης θα πάμε για μια διαφορά που δεν συμφωνούμε; Καθώς η Τουρκία δεν συζητάει μόνο την υφαλοκρηπίδα; Αμφισβητεί το καθεστώς των νησιών. Την ΑΟΖ τους. Τον εναέριο χώρο και τα χωρικά ύδατα. Αλλά το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η ρίζα αυτών των απόψεων. Να συμβιβαστούμε, λένε, για να μην πάθουμε τα χειρότερα. Δηλαδή να αποδεχτούμε το δόγμα του Ερντογάν της στρατιωτικής και επιθετική ισχύος έναντι των συνθηκών και του διεθνούς δικαίου; Και ποιος μας βεβαιώνει ότι θα σταματήσει στη σημερινές διεκδικήσεις όταν καταλάβει τη λογική υποχωρητικότητας και φόβου.  Αν συμφωνήσουμε σ’ αυτήν τη λογική δεν βλέπω το λόγω να προσφύγουμε στη Χάγη, να του τα δώσουμε όλα να ησυχάσουμε.

Είναι ξεκάθαρο ότι σημαντικό κομμάτι  του πολιτικού συστήματος της χώρας μας εμφανίζεται φοβισμένο απέναντι στην Τουρκική προκλητικότητα κι αυτό το γνωρίζει ο Ερντογάν. Ναι, να ετοιμαστούμε για τη διαδικασία προσφυγής στη «Χάγη» που ίσως απαιτήσει οριακούς συμβιβασμούς χωρίς αυτοί, όμως, να οδηγούν στην ακύρωση της εθνικής κυριαρχίας μας. Επίσης να ξεκαθαρίσουμε ότι συζητάμε για διαφορές και όχι για τις παράλογες  διεκδικήσεις της Τουρκίας. Όχι σε  «οποιονδήποτε συμβιβασμό». Οι πολιτικοί συμβιβασμοί και η ανοχή που επέδειξε το ελληνικό πολιτικό σύστημα από την εισβολή στην Κύπρο μέχρι σήμερα διαμόρφωσαν το πλαίσιο των σημερινών προκλήσεων και διεκδικήσεων της Άγκυρας. Ας μην ξεχνάμε ότι τα τουρκικά σχέδια είναι γνωστά, ο Ταγίπ Ερντογάν δεν τα έκρυψε ποτέ, μοιρασιά  του Αιγαίου, τουρκική επαρχία η Κύπρος, Τουρκική μειονότητα στη Θράκη και κανένα ελληνικό δικαίωμα στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ας προσέξει το αστικό πολιτικό σύστημα τις επόμενες κινήσεις του ώστε να μην δώσει την ευκαιρία σε πατριδοκάπηλους εθνικιστές και ακροδεξιούς να επανέλθουν και να «δηλητηριάσουν» την κοινωνία.Η Ελλάδα είναι ειρηνική χώρα, δεν επιθυμεί πόλεμο αλλά είναι υποχρεωμένη να αμυνθεί με όπλα το διεθνές δίκαιο, τις στρατηγικές συμμαχίες και την επιθετική διπλωματία που δεν θα αφήνει κανένα «παράθυρο» αμφισβήτησης στον Ερντογάν.