8 Απριλίου 2026
Δημοσίευση: 16:16'
Τελευταία ενημέρωση: 16:22'

ΕΛΣΤΑΤ: 1 στους 4 με χρόνιο πρόβλημα υγείας – 20% δεν έλαβε ικανοποιητική ιατρική φροντίδα

Η εικόνα που προκύπτει αναδεικνύει σημαντικά κενά στην πρόσβαση και στο κόστος των υπηρεσιών υγείας με διακριτές ανισότητες μεταξύ κοινωνικών ομάδων.

Δημοσίευση: 16:16’
Τελευταία ενημέρωση: 16:22’
(ΣΤΕΛΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ/EUROKINISSI)

Η εικόνα που προκύπτει αναδεικνύει σημαντικά κενά στην πρόσβαση και στο κόστος των υπηρεσιών υγείας με διακριτές ανισότητες μεταξύ κοινωνικών ομάδων.

Η έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ για το 2025 καταγράφει ότι το 7% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω δηλώνει πολύ κακή ή κακή υγεία. Σύμφωνα με τα στοιχεία, το 14,5% αναφέρει μέτρια κατάσταση υγείας και το 78,5% δηλώνει πολύ καλή ή καλή υγεία.

Σταθερό ενδιαφέρον παρουσιάζει το ποσοστό όσων ζουν με χρόνιο πρόβλημα υγείας. Η ΕΛΣΤΑΤ αναφέρει ότι το 24% του πληθυσμού αντιμετωπίζει τέτοια πάθηση. Το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί σε 26,5% των γυναικών και 21,4% των ανδρών. Ως χρόνιο καταγράφεται κάθε πρόβλημα ή πάθηση που διαρκεί ή αναμένεται να διαρκέσει περισσότερο από έξι μήνες ανεξάρτητα από φαρμακευτική αγωγή.

Η έρευνα αποτυπώνει ακόμη ότι το 8,7% του πληθυσμού περιορίζει καθημερινές δραστηριότητες λόγω υγείας. Οι περιορισμοί αυτοί συνδέονται με την ένταση και τη διάρκεια των παθήσεων που επηρεάζουν την ποιότητα ζωής.

Τα διαθέσιμα στοιχεία περιγράφουν συνολικά την κατάσταση υγείας των πολιτών και προσφέρουν μια συγκεντρωτική εικόνα για την έκταση των χρόνιων προβλημάτων στον πληθυσμό.

1 στους 5 δεν έλαβε ικανοποιητική ιατρική φροντίδα όταν τη χρειάστηκε

Τα στοιχεία της ΕΣΤΑΤ δείχνουν ότι σημαντικό ποσοστό πολιτών δεν είχε επαρκή πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας το 2025. Από όσους χρειάστηκαν ιατρική φροντίδα μέσα στο έτος το 21,5% δεν εξυπηρετήθηκε ικανοποιητικά και η κύρια αιτία συνδέθηκε με οικονομικές δυσκολίες. Το κόστος αποτέλεσε τον λόγο για το 70,9% των περιπτώσεων, στις οποίες δεν παρασχέθηκε η απαραίτητη φροντίδα.

Η πρόσβαση σχετίζεται άμεσα με το εισόδημα. Στους οικονομικά ασθενέστερους το 20,5% δεν κατάφερε να λάβει ιατρική υποστήριξη όταν τη χρειάστηκε ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στον μη φτωχό πληθυσμό ήταν 10,5%. Συνολικά το 57,6% του πληθυσμού δήλωσε ότι χρειάστηκε κάποια μορφή εξέτασης ή θεραπείας τον τελευταίο χρόνο και μέρος αυτών αντιμετώπισε εμπόδια στην εξυπηρέτηση.

Η οικονομική επιβάρυνση των νοικοκυριών καταγράφεται έντονη. Σύμφωνα με τα στοιχεία το 10,5% δηλώνει υψηλή επιβάρυνση από την αγορά φαρμάκων. Επιπλέον το 6,2% αναφέρει σημαντικό κόστος από ιατρικές υπηρεσίες ενώ το 3,6% επιβαρύνεται από οδοντιατρική περίθαλψη.

Μεγάλα προβλήματα εντοπίζονται ειδικά στις οδοντιατρικές υπηρεσίες. Σχεδόν το 47,4% των πολιτών χρειάστηκε οδοντιατρική φροντίδα όμως το 30,5% δεν την έλαβε. Ως βασική αιτία αναφέρθηκε το οικονομικό βάρος σε ποσοστό 71,6%. Η ανισότητα είναι εμφανής. αφού το 20,3% του φτωχού πληθυσμού δεν κάλυψε τις ανάγκες του ενώ στο μη φτωχό το ποσοστό ήταν 13,1%.

Οι επισκέψεις σε γιατρούς παρουσιάζονται περιορισμένες. Το 40,0% των πολιτών επισκέφθηκε γενικό γιατρό μία ή δύο φορές μέσα σε ένα έτος και το 27,0% απευθύνθηκε σε ειδικούς. Τα στοιχεία αυτά ενδέχεται να συνδέονται με καθυστερήσεις στη διάγνωση και την έναρξη θεραπείας.

Η εικόνα που προκύπτει αναδεικνύει σημαντικά κενά στην πρόσβαση και στο κόστος των υπηρεσιών υγείας με διακριτές ανισότητες μεταξύ κοινωνικών ομάδων.

 


TOP NEWS

uncached