ΕΛΛΑΔΑ

Ο εργατολόγος Γ. Κουτσούκος αναλύει στο Newpost πότε είναι άκυρη και καταχρηστική η απόλυση

Δημοσίευση 29 Ιουνίου 2020, 23:00 / Ανανεώθηκε 29 Ιουνίου 2020, 23:17
Ο εργατολόγος  Γ. Κουτσούκος αναλύει στο Newpost πότε είναι άκυρη και καταχρηστική η απόλυση
Photo: Intime
Facebook Twitter Whatsapp

Απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα που απασχολούν τους εργαζόμενους, δίνει ο Γιώργος Κουτσούκος μέσω του Newpost.gr.

Η «απόλυση» αποτελεί ένα πάντα επίκαιρο ζήτημα, το οποίο συχνά λειτουργεί εκφοβιστικά για τον εργαζόμενο και, ως εκ τούτου, θα πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να ελέγχεται η νομιμότητά της.

Η καταγγελία, λοιπόν, της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου αποτελεί μονομερή αναιτιώδη δικαιοπραξία. Αυτό σημαίνει ότι, είτε ο εργαζόμενος, είτε ο εργοδότης, δύναται να ασκήσει το δικαίωμά του αυτό, χωρίς να προϋποτίθεται η ύπαρξη ορισμένης αιτίας και, συνεπώς, για οποιονδήποτε λόγο, οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη δύναται να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας. Βεβαίως, η περίπτωση που μας ενδιαφέρει περισσότερο είναι αυτή της καταγγελίας από την πλευρά του εργοδότη, ήτοι της απόλυσης, η οποία δυσχεραίνει κατά πολύ τη θέση του εργαζομένου.

Στην ελληνική νομοθεσία και νομολογία υπάρχουν τρεις κατηγορίες περιπτώσεων, κατά τις οποίες είναι δυνατή η αμφισβήτηση της νομιμότητας της απόλυσης. Η απόλυση, μπορεί να είναι: α) άκυρη για τυπικούς λόγους – δηλαδή να μη πληρούσα τις προϋποθέσεις το νόμου, β) άκυρη ως παραβιάζουσα απαγορευτικές διατάξεις νόμου ή γ) καταχρηστική.

Α. Πότε η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη;

Ο πιο απλός λόγος ακυρότητας της καταγγελίας είναι η τυπική ακυρότητα, όταν δηλαδή η καταγγελία δεν πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος. Αυτό συμβαίνει όταν η καταγγελία δεν είναι έγγραφη ή όταν δεν καταβληθεί η αποζημίωση απόλυσης. Η ακυρότητα για λόγους που αφορούν την αποζημίωση επέρχεται ακόμα και αν παραληφθεί κάποια δόση ή αν γίνει εσφαλμένος υπολογισμός της αποζημίωσης.

Β. Πότε η καταγγελία είναι άκυρη ως αντικείμενη σε απαγορευτική διάταξη νόμου;

Εκτός από την τυπική ακυρότητα που αναφέρεται ανωτέρω, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ενδέχεται να είναι άκυρη, επειδή αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου, όταν δηλαδή παραβιάζεται νομοθετική διάταξη που απαγορεύει την απόλυση του μισθωτού για ορισμένους λόγους.

Ενδεικτικά, αναφέρεται η απαγόρευση απόλυσης εγκύου εργαζόμενης, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 1483/1984 (Α΄ 153), τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, όσο και για το χρονικό διάστημα δεκαοκτώ (18) μηνών μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρόνο, λόγω ασθένειας που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό, εκτός εάν υπάρχει σπουδαίος λόγος για την καταγγελία. Ως σπουδαίος λόγος, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης στην εργασία της εγκύου που οφείλεται στην εγκυμοσύνη.

Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 5 του Ν.1264/1982, είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσεως εργασίας των μελών της διοικήσεως συνδικαλιστικής οργανώσεως, εκτός αν υπάρχει ένας από τους λόγους που αναφέρονται στην παρ. 10 του ίδιου άρθρου και διαπιστωθεί η ύπαρξή του, κατά τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 15 ίδιου νόμου.

Τέλος,  είναι άκυρη η απόλυση εργαζομένου που έγινε κατά την διάρκεια της ετήσιας άδειας αναψυχής, καθώς και η απόλυση μισθωτού λόγω στράτευσης, ή η απόλυση των αναγκαστικά προσληφθέντων (π.χ. λόγω αναπηρίας κλπ), χωρίς απόφαση της αρμόδιας επιτροπής.

Στις ανωτέρω περιπτώσεις, η ακυρότητα δεν επέρχεται πλέον για τυπικούς λόγους, αλλά επειδή παραβιάζεται ο ίδιος ο κανόνας δικαίου.

Γ. Πότε η απόλυση είναι καταχρηστική;

Πιο ενδιαφέρουσα περίπτωση αποτελεί η καταχρηστική απόλυση, η οποία πληροί μεν τις προϋποθέσεις του νόμου, όμως, υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.  

Νομολογιακά έχουν κριθεί καταχρηστικές οι απολύσεις που λαμβάνουν χώρα για  διάφορους λόγους που υπερβαίνουν τα όρια της καλής πίστης, με πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα τις απολύσεις για λόγους εμπάθειας, ή εκδίκησης και γενικά προσωπικούς λόγους του εργοδότη. Επιπλέον, καταχρηστικές έχουν κριθεί οι απολύσεις, λόγω ασθένειας καθεαυτής ή για προσχηματικούς οικονομικοτεχνικούς λόγους ή σε περιπτώσεις που επιλέχθηκαν εργαζόμενοι χωρίς στάθμιση αντικειμενικών κριτηρίων ή χωρίς προηγούμενη λήψη ηπιότερων μέτρων  (ΑΠ 1591/2010, ΑΠ 1759/2002 ΑΠ1124/2007,ΑΠ573/2007).

Συνέπειες άκυρης και καταχρηστικής απόλυσης

Η άκυρη ή η καταχρηστική απόλυση συνεπάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και, επομένως, τη μη λύση της σχέσης εργασίας. Αυτό σημαίνει ότι η σχέση εργασίας παραμένει ενεργή και ο εργαζόμενος διατηρεί την αξίωση καταβολής του συμφωνημένου ή νόμιμου μισθού, αλλά και μισθούς υπερημερίας, την αξίωση για πραγματική απασχόληση και, ενδεχομένως, την αξίωση για δώρα εορτών, αποδοχές και επίδομα αδείας.

Όσον αφορά την υπερημερία, διευκρινίζεται ότι ο εργοδότης καθίσταται υπερήμερος, όταν δεν αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία και ο εργαζόμενος έχει την αξίωση καταβολής των μισθών υπερημερίας, χωρίς να έχει υποχρέωση παροχής εργασίας.

Τι δυνατότητες έχει ο εργαζόμενος;

Ο εργαζόμενος δύναται να προσφύγει στη Δικαιοσύνη, αξιώνοντας την αναγνώριση ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και την επιστροφή στη θέση εργασίας του. Παράλληλα, μπορεί να αξιώσει τους μισθούς υπερημερίας που του οφείλονταν κατά το διάστημα, κατά το οποίο ο εργοδότης δεν αποδεχόταν την εργασία του, καθώς και τυχόν οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές, δώρα εορτών και αποδοχές και επίδομα αδείας. Σημειώνεται ότι ο εργαζόμενος έχει προθεσμία 3 μηνών από την κοινοποίηση της καταγγελίας ή αν αυτή δεν κοινοποιήθηκε, από την ημέρα που ο εργοδότης έπαυσε να αποδέχεται την εργασία του, προκειμένου να ασκήσει αγωγή περί άκυρης απόλυσης.

Στην περίπτωση που δεν έχει καταβληθεί η αποζημίωση απόλυσης, ο εργαζόμενος έχει δύο δυνατότητες: είτε να ασκήσει αγωγή περί άκυρης απόλυσης εντός τριών μηνών, είτε να ασκήσει αγωγή περί καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης, εντός 6 μηνών, από την κοινοποίηση της καταγγελίας. 

Καταληκτικά, ο εργαζόμενος σε κάθε περίπτωση πρέπει να ελέγχει ενδεχόμενους λόγους ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Εφόσον εντοπίζονται τέτοια λόγοι, κάθε εργαζόμενος, εφόσον επιθυμεί την επιστροφή του στη συγκεκριμένη θέση εργασίας,  δύναται να αξιώσει τόσο τις οφειλόμενες αποδοχές, όσο και την πραγματική του απασχόληση από τον εργοδότη.