ΕΛΛΑΔΑ

31 χρόνια χωρίς τον Παύλο Σιδηρόπουλο: Δισκογραφικός οδηγός (και τρεις ροκ ιστορίες)

του Γιάννη Μαρκούτη - Δημοσίευση 6 Δεκεμβρίου 2021, 23:00 / Ανανεώθηκε 6 Δεκεμβρίου 2021, 23:37
31 χρόνια χωρίς τον Παύλο Σιδηρόπουλο: Δισκογραφικός οδηγός (και τρεις ροκ ιστορίες)
Facebook Twitter Whatsapp

Δεν πέθανε στις 6/12/90 ο Παύλος Σιδηρόπουλος: Τον πήρε ένα μεγάλο, φωτεινό άρμα, και τον ανέβασε στο Πάνθεο των Ηρώων της Μουσικής.

'Ενας μικρός φόρος τιμής, σε μία από τις πιο επιδραστικές προσωπικότητες της Ελληνικής Σκηνής. Μιας σκηνής, η οποία για να «ενηλικιωθεί» χρειάστηκε μία θυσία στο βωμό της δεσποινίδος «Η». Μια θυσία, που γέννησε ένα μύθο για τη δική μας γενιά. Μια γενιά, που στο πρόσωπο του Σιδηρόπουλου, βρήκε την εξελληνισμένη εκδοχή του Jim Morrison, της Janis Joplin, του Jimmy Hendrix, και τόσων άλλων σπουδαίων performers. Παύλος Σιδηρόπουλος: 31 χρόνια μετά τη φυγή του.

Αν θέλετε να διαβάσετε τη βιογραφία αυτού του ανθρώπου, καλό θα ήταν να ψάξετε αλλού. Όπως για παράδειγμα, στο βιβλίο του Άκη του Λαδικού, με τίτλο «Πού Να Γυρίζεις». Σε αυτό, και πουθενά αλλού. Γιατί γέμισε η επικράτεια «Παυλολόγους», οι οποίοι απλά αναπαράγουν κοινοτυπίες, και των οποίων η ματαιοδοξία δε χωρά σε καμία μονάδα μέτρησης. Θα σου μιλήσω λοιπόν για τον δικό μου Παύλο Σιδηρόπουλο. Όχι τον «Παυλάρα», ούτε τον «Πρίγκηπα». Αυτά ας τα κρατήσουν για χάρη τους όσοι τον κάνανε μπλουζάκι. Εγώ θα σου πω για τον καλλιτέχνη του οποίου το έργο, έβαλε ένα λιθαράκι στο να γίνω ο άνθρωπος που έγινα. Έτσι κι αλλιώς, δεν είμαστε τίποτα περισσότερο από το σύνολο των επιρροών μας.

Τον Σιδηρόπουλο, τον γνώρισα το 1994. Ήταν μια συλλογή της ΕΜΙ, την οποία είχε επιμεληθεί ο Μάνος Ξυδούς. Ο Ξυδούς, ανήκε στην ομάδα των παραγωγών της ΜΙΝΟΣ, και είχε και μία εμπλοκή στη δημιουργία του «Φλου». Εκεί, αναφέρεται στα credits ως βοηθός παραγωγής, ή κάτι τέτοιο. Προς τιμήν του όμως, ο ίδιος ο Ξυδούς σε μία συνέντευξη πριν από λίγα χρόνια, δήλωσε ότι η μόνη του συνεισφορά στη δημιουργία του δίσκου, ήταν το ότι έφτιαχνε καφέδες για τον Π.Σ. και τα μέλη της «Σπυριδούλας». Και όλως παραδόξως, το πρώτο μου άκουσμα δεν ήταν ο «Μπάμπης ο Φλου», αλλά η λευκή δεσποινίς «Η(ττα)».

Ομολογώ πως δε μπόρεσα να αντιληφθώ την ουσία των στίχων του. Μιλάμε βέβαια για ένα παιδί δέκα χρονών. Το παράδοξο θα ήταν να τα κατάφερνα. Θυμάμαι όμως σαν χθες, το πρωτόγνωρο συναίσθημα που ένιωθα κατά την ακρόαση του δίσκου. Ήταν ένας συνδιασμός δέους και χαράς. Αντιλαμβανόμουνα ότι κάτι σπουδαίο υπάρχει εδώ, και ταυτόχρονα ένιωθα σα να ανακάλυψα την Αμερική. Περιττό να αναφέρω ότι από εκείνη τη στιγμή, ενηλικιώθηκα μουσικά. Ήρθαν στο καπάκι και τα «9 Πληρωμένα Τραγούδια» από τις Τρύπες, και έκτοτε δεν κοίταξα ποτέ πίσω. Μια ειλικρινής κατάθεση ψυχής. Από έναν άνθρωπο ο οποίος δε μάσησε ποτέ τα λόγια του. Από κάποιον που όχι απλά βίωσε τον εφιάλτη των σκληρών ναρκωτικών, αλλά πλήρωσε με τη ζωή του αυτή τη νοσηρή συνήθεια

Ο Σιδηρόπουλος ήταν ένας πραγματικά χαρισματικός άνθρωπος. Μορφωμένος, γόνος οικογένειας με πλούσιο πνευματικό υπόβαθρο. Αυτός δε γινόταν να αποτελέσει εξαίρεση. Ο αστείρευτος στιχουργικός του κόσμος έχει τέτοια δυναμική, που σε στέλνει στο βιβλιοπωλείο, για να μελετήσεις τις πηγές του. Αντί να ακολουθήσει την πεπατημένη για την εποχή οδό, δημιούργησε μια ολόκληρη σχολή. Αυτό που σήμερα φαντάζει προβλέψιμο έως και βαρετό, το να τραγουδάει δηλαδή κάποιος Rock N' Roll στα ελληνικά, οφείλεται σε ένα μεγάλο βαθμό στον Π.Σ. Αυτός, μαζί με τον Πουλικάκο (Μεταφοραί - Εκδρομαί Ο Μήτσος) και τον Σαββόπουλο (Μπάλλος, Βρώμικο Ψωμί) έσπειραν το σπόρο ο οποίος βλάστησε στην οργιώδη καλλιτεχνικά δεκαετία του 90, όπου η ελληνική ροκ άρχισε να φλερτάρει με το mainstream, και να κερδίζει airplay ακόμα και σε εκπομπές της κρατικής τηλεόρασης.

Επίσης, δε γίνεται να μην του πλέξουμε το εγκώμιο, όσον αφορά την ανοιχτόμυαλη τοποθέτησή του σε αυτό που λέμε μουσική. Σκέψου λίγο τα δεδομένα εκείνης της εποχής: Μουσικά, και όχι μόνο, έπρεπε να ανήκεις σε κάποιο στρατόπεδο. Ο Σιδηρόπουλος, το αρνούνταν κατηγορηματικά. Μπορεί το άρμα του να ήταν αυτό του ροκ εν ρολ, αλλά άκουγε και έπαιζε με την ίδια ευκολία φολκ και ρεμπέτικα. Ο άνθρωπος που έγραψε το «Βιβλίο των Ηρώων», συνεργάστηκε δισκογραφικά με τον Μαρκόπουλο, σε 2 δίσκους. Ο ίδιος, έλεγε πως ήταν... φλιπάρισμα, μετά το "διαζύγιο" με τη Σπυριδούλα. Εγώ λέω πως πήγαζε από την έμφυτη ανάγκη του να εκφραστεί διαφορετικά, μη μπορώντας εκείνη τη στιγμή να βρει το κατάλληλο σχήμα, για να τον ακολουθήσει στα ροκ μονοπάτια που εκείνος ήθελε. 

De profundis - Δισκογραφικός οδηγός

Σωτήριο έτος 1978. Δύο αδέλφια, ο Βασίλης και ο Νίκος Σπυρόπουλος, δημιουργούν τη Σπυριδούλα. Ένα ροκ συγκρότημα, το οποίο έπαιζε ως επί το πλείστον διασκευές. Τους πετυχαίνει κάπου ο Σιδηρόπουλος, και γίνεται το μεγάλο μπαμ. Ο Αγγελάκας είχε χαρακτηρίσει το «Φλου» οριακό δίσκο για όλους, και τον Σιδηρόπουλο, «Άγιο». Ο δίσκος κυκλοφόρησε και έγινε η σχετική κινητοποίηση των μουσικόφιλων.  10.000 αντίτυπα είχε πουλήσει τότε. Αριθμό τεράστιο, για τα δεδομένα της εποχής. Live, live, live. Και πάλι live. Και σιγά-σιγά, δημιουργείται ένας σταθερός πυρήνας θαυμαστών. 

Θα ήθελα να σταθώ λίγο στο «Φλου». Δίσκος ελληνικός, που απευθύνεται σε Έλληνες. Αλλά η παραγωγή του, μόνο σαν ελληνική των 70's δεν ακούγεται. Μιλάμε για πολύ σπουδαίο επίτευγμα. Για τους στίχους του Π.Σ. τα είπαμε στην αρχή. Η δεύτερη ευχάριστη έκπληξη, πέραν της εξαιρετικής παραγωγής, είναι η μαεστρία με τον οποία ενορχηστρώθηκε ο δίσκος από τους Σπυρόπουλους. Όλα τα όμορφα παραμύθια, έχουν και ένα τέλος. Επέρχεται ρήξη στο σχήμα, κυρίως λόγω του ότι το γκρουπ επέμενε στην ταύτιση με κάποιο πολιτικό χώρο, κάτι το οποίο ο Σιδηρόπουλος αρνούνταν πεισματικά. 

Οι Απροσάρμοστοι και το ροκ των σκοτεινών υπογείων

Μεσολαβεί η Εταιρεία Καλλιτεχνών, με την οποία δεν υπήρξε δισκογραφική δουλειά. Η συνέχεια, λίγο-πολύ γνωστή. 1979: Κάπου ανάμεσα στο Κουκάκι και στα Πετράλωνα, κάποιοι πιτσιρικάδες παίζουν διασκευές ξένων ροκ κομματιών. Το όνομά τους ήταν Ηλεκτρικό Άγχος, και έκαναν πρόβες στο σπίτι του Βασίλη Πετρίδη. Ο Σιδηρόπουλος, έβλεπε πάντα μπροστά. Αντί να ακολουθήσει την πεπατημένη μετά την επιτυχία του «Φλου», αναζήτησε αυτούς τους πιτσιρικάδες, και αφού παρακολούθησε μία πρόβα τους, έκανε ένα από τα μεγαλύτερα δώρα στην Ελληνική Σκηνή: Τους πήρε... υπό την προστασία του, και μετά από 2 χρόνια εξαντλητικών προβών, το αποτέλεσμα ήταν το «Εν Λευκώ»

«Νονά» των Απροσάρμοστων ήταν η μητέρα του Σιδηρόπουλου. Τα περί ελληνικής εκδοχής των Misfits, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η ιστορία έχει (περίπου) ως εξής: Ο Π.Σ. τους έχει μαζέψει μια μέρα στο σπίτι του, και επιχειρεί προσέγγιση με την μητέρα του, ώστε να της συστήσει τα παιδιά του group. Ο διάλογος ήταν κάτι σαν:

  • Να σου γνωρίσω τα παιδιά.
  • Μα αυτά δεν είναι παιδιά. Είναι απροσάρμοστα!

Το «Εν Λευκώ», δεν αποσπά τις διθυραμβικές κριτικές του «Φλου». Στο μουσικό τύπο της εποχής, οι απόψεις διίστανται. Άλλος αναφέρει ότι «Ο Σιδηρόπουλος πουλάει φύκια για μεταξωτές κορδέλες, μιλώντας με αφέλεια για την ηρωίνη, πράγμα προκλητικό και επικίνδυνο», ενώ κάποιος άλλος, υπέρμαχος της στιχουργικής του, λέει «Κάποιοι σου λένε ότι Happiness is a Warm Gun : Είναι κουφάλες. Ο Σιδηρόπουλος δε σου χρυσώνει το χάπι. Σου λέει ότι είναι επικίνδυνη και θέλει προσοχή, θανάτου άγγελος σωματοφύλακάς της». Δεν κρύβεται, ο Σιδηρόπουλος. Σου δείχνει τον pusher, και σου λέει ότι «το μάτι του απ' την αγρύπνια είναι πέτρινη γροθιά».

Όντως, στιχουργικά ο δίσκος έχει πολλές αναφορές σε μη επιθυμητές καταστάσεις. Και ακόμα και το εξώφυλλο, φέρνει προς την τοξικομανία. Παρ' όλα αυτά, μία προσεκτική ακρόαση είναι αρκετή για να καταλάβει κανείς πως οι στίχοι του Π.Σ. είναι καθαρά αποτρεπτικοί. Σου παρουσιάζει το πρόβλημα, και σου κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. Μουσικά, έχουμε ξεφύγει από τις φαντεζί ενορχηστρώσεις της «Σπυριδούλας» και έχουμε να κάνουμε με το χύμα Rock N' Roll των σκοτεινών υπογείων. Επί τη ευκαιρία, τους «Απροσάρμοστους» αποτελούσαν οι Οδυσσέας Γαλανάκης (solo κιθάρα), Βασίλης Πετρίδης (ρυθμική κιθάρα), Αλέκος Αράπης (μπάσο), Κυριάκος Δαρίβας (τύμπανα). Βέβαια σε αυτό το δίσκο, τύμπανα παίζει ο Άκης Σημηριώτης, κι αυτό γιατί ο Δαρίβας είχε παρουσιαστεί στον στρατό. Και ξανά, live, live, live. Και για να αρχίσουμε λίγο να απομυθοποιούμε τα πράγματα, το κοινό του group, δεν ήταν πολυπληθές. Γενικά, το φαινόμενο «Σιδηρόπουλος και Απροσάρμοστοι», άρχισε να ξεφεύγει από τα στενά όρια των Εξαρχείων γύρω στο 1987.

Κάποιοι καυγάδες, και ένα προσωρινό «διαζύγιο» το συγκροτήματος μετά την κυκλοφορία του «Εν Λευκώ», ήταν στα πλαίσια του λογικού, αφού η καθημερινη συναναστροφή με τα ίδια πρόσωπα, μερικές φορές οδηγεί σε κορεσμό. Δισκογραφική συνέχεια του «Εν Λευκώ», ήταν το «Zorba the Freak». Ηχογραφήθηκε στο studio Sierra, κάπου στα 1984. Στιχουργικά, δε δημιουργεί την αμηχανία του προκατόχου του, ενώ μουσικά κάποιοι ενθουσιάζονται, ενώ κάποιοι άλλοι ενίστανται για τις υπερβολικά «φορτωμένες» ενορχηστρώσεις, με 3 και 4 κιθάρες. Η ουσία είναι πως αυτός ο δίσκος άφησε 2 ανυπέρβλητα τραγούδια, το «Rock N' Roll Στο Κρεβάτι», και το «Άντε...Και Καλή Τύχη Μάγκες».

Κατά την ταπεινή μου άποψη, ο δίσκος είναι ΟΚ, με μόνο φάουλ, την παραγωγή. Την οποία έκανε ο Πουλικάκος, και στην οποία προκάλεσε πανικό. Αξίζει όμως να τονιστεί πως... αποτελεί πρόδρομο της hardcore/nu metal μουσικής. Τα τύμπανα, ισοπεδώνουν τα πάντα στην τελική μίξη. Και κάπου εδώ, πρέπει να αναφερθεί ότι ο τίτλος «Zorba the Freak», είναι λογοπαίγνιο του «Zorba the Greek». Ο Σιδηρόπουλος, ήταν δισέγγονος του θρυλικού πλέον Ζορμπά.

Αυτός έμελλε να είναι ο τελευταίος studio δίσκος των «Απροσάρμοστων», ο οποίος κυκλοφόρησε όσο ήταν εν ζωή ο Π.Σ. Και στον οποίο, περιέχεται ένα κρυφό διαμαντάκι. Αγγλόφωνο, όλως παραδόξως. 

 Και πάλι lives, και εν συνεχεία, «αγρανάπαυση». Στο σχήμα εισχωρεί ο Λουκάς Γκέκας, στα πλήκτρα. Ο ήχος του συγκροτήματος όχι μόνο δε λασπώνει, αλλά αναβαθμίζεται. Οι εμφανίσεις τους, συγκεντρώνουν πλέον όλο και περισσότερα άτομα. Και φτάνουμε στις 19 Φεβρουαρίου του 1989. Οι Απροσάρμοστοι, εμφανίζονται στο κλαμπ Μετρό. Κάποιος φίλος του Σιδηρόπουλου, εν ονόματι Πάνος Ηλιόπουλος, στήνει 3 κάμερες στο χώρο, και βιντεοσκοπεί την εμφάνιση. Εν συνεχεία, καθίσταται υπεύθυνος για την κυκλοφορία ενός ζωντανού δίσκου: Του «Χωρίς Μακιγιάζ».

Στον δίσκο περιέχονται μόνο (τότε) ακυκλοφόρητα τραγούδια, με εξαίρεση «Τω Αγνώστω Θεώ», σε μία νέα ενορχήστρωση του Αλέκου Αράπη. Όταν το κοινό του γκρουπ έμαθε τα περί live δίσκου, η όλη προδιάθεση ήταν θετική. Κι αυτό, γιατί τα lives τους ήταν εκρηκτικά. Η μέτρια όμως ηχογράφηση, αδικεί το τελικό αποτέλεσμα. Και φυσικά, η επιλογή των κομματιών. Βέβαια, ο δίσκος βγήκε από την MBI, και όχι από την ΕΜΙ. Και έτσι εξηγείται το ότι δεν περιέχονται άλλα, παλαιότερα τραγούδια. Και όπως σημειώνει κάποιος κριτικός της εποχής «Ενώ οι Απρόσάρμοστοι γαζώνουν στο σανίδι σαν πολυβόλο, στο συγκεκριμένο δίσκο, ακούγονται σαν ραπτομηχανή». Τα κομμάτια του δίσκου, είναι εικόνες της εποχής, αλλά φλερτάρουν έντονα με το δικό μας παρόν.

Ο «Άλι» συνεχίζει να πονάει. Και τον ματώνει ο ρατσισμός.  Προφανώς, ζει κάπου στον Άγιο Παντελεήμονα.

Όσο για την «Αποκάλυψη» θα μπορούσε να είχε γραφτεί για το Γκουαντάναμο.

Αξίζει τέλος να αναφερθεί πως το «Χωρίς Μακιγιάζ» είναι ο πιο πολιτικοποιημένος δίσκος του συγκροτήματος.

Ο γκρίζος επίλογος

1990: Το γκρουπ είναι ανενεργό. Το φθινόπωρο, η ψυχολογική κατάσταση του Σιδηρόπουλου, δεν είναι καλή. Χάνει τη μητέρα του, αποτυγχάνει να απαλλαγεί από τη μόνιμη συντροφιά της «Η», και έπειτα από ένα αποτυχημένο... σουτάρισμα, παραλύει το ένα του χέρι. Μ' αυτά και μ' αυτά, κλείνονται κάποιες εμφανίσεις, των οποίων το αποτέλεσμα δε δικαίωσε την αναμονή του κόσμου. Και φτάνουμε στο μοιραίο εκείνο Δεκέμβριο. Δισκογραφική επιστροφή στην ΕΜΙ. Το συγκρότημα «κλείνει» το studio Sierra για την ηχογράφηση. Τρίτη 4/12, αρχίζει η ηχογράφηση των ντραμς. Το συγκρότημα μαλώνει άσχημα και ο Σιδηρόπουλος φεύγει από την πρόβα.

Στις 10 το πρωί της Πέμπτης 6 Δεκεμβρίου του 1990, χτυπάει το τηλέφωνο, στο σπίτι του Αλέκου Αράπη. O μεγαλύτερος των μέγιστων, βρίσκεται σε κωματώδη κατάσταση στο σπίτι κάποιας φίλης του. Το νέο, σκάει σαν βόμβα : O Παύλος Σιδηρόπουλος, είναι νεκρός.

Η κηδεία του γίνεται στον Κόκκινο Μύλο. Ο καλλιτεχνικός κόσμος θρηνεί. Όμως ο δίσκος πρέπει να βγει γιατί η δισκογραφική πιέζει...

Τελικά, το συγκρότημα αποφασίζει να περαστεί η φωνή του Σιδηρόπουλου σε όσα τραγούδια γίνεται, από μία πρόβα, ηχογραφημένη σε τετρακάναλο.

Επίσης, σε όσα κομμάτια δεν ήταν δυνατό να περαστεί η φωνή του Σιδηρόπουλου από το sampler, τραγούδησαν οι Απροσάρμοστοι, και κάποιοι συνοδοιπόροι τους : Οι αδελφοί Κατσιμίχα, ο Γιάννης Αγγελάκας, και ο Γιάννης Γιοκαρίνης. Παρεμπιπτόντως, μοιραία, ο δίσκος ονομάζεται «Άντε...Και Καλή Τύχη Μάγκες».

Κάπου εδώ, θα μου επιτρέψετε να παραθέσω και ένα τραγούδι στο οποίο το συγκρότημα παίζει σα να μην υπάρχει αύριο. Γιατί όντως, δεν υπήρχε αύριο...

Υστερόγραφο

Κλείνοντας, καλό θα ήταν να αναφερθεί το ότι ο Σιδηρόπουλος ακολούθησε ένα μοναχικό δρόμο. Έπαιζε αυτό που αγαπούσε, και «ξερνούσε» τα εσώψυχά του με το ίδιο πάθος, είτε μπροστά σε 100 άτομα, είτε σε 2000. Ο Σιδηρόπουλος, που τα είδωλά του ήταν ο Mick Jagger και ο David Bowie, στη δική μου συνείδηση, τους έχει ξεπεράσει. Δεν πέθανε ο Σιδηρόπουλος. Τον πήρε ένα μεγάλο, φωτεινό άρμα, και τον ανέβασε στο Πάνθεο των Ηρώων της Ζωής.

Και μία πρόταση: Η Πλατεία Εξαρχείων (αν συνεχίσει να υπάρχει), πρέπει κάποτε να πάρει το όνομά του.

Αυτό το κείμενο, είναι αφιερωμένο στη μνήμη του. Στη μνήμη του ανθρώπου που σταυρώθηκε, για να λυτρωθούνε κάποιοι άλλοι.

Στη μνήμη του ανθρώπου που μας έμαθε να αμφισβητούμε τα πάντα, και μας έκανε να θαυμάσουμε το λυρισμό και τη σκηνική του παρουσία. Στον άνθρωπο που στιγμάτισε τη γενιά μας. Στον άνθρωπο που «βασανίστηκε», για να μπορούν σήμερα κάποιοι πιτσιρικάδες να γεμίζουν τον Λυκαβητό με 2 ξεκούρδιστες κιθάρες.

Αλλά και στη μνήμη των συνοδοιπόρων του, που χάθηκαν και αυτοί στην πορεία. Του Παντελή Δεληγιαννίδη, του Βασίλη Ντάλλα, του Κώστα Ποθουλάκη, του Πέτρου Σκούταρη, του Λουκά Γκέκα, και του Βασίλη Πετρίδη. Του σπουδαιότερου ρυθμικού κιθαρίστα που έβγαλε ποτέ αυτή η χώρα.

Ακολουθήστε το Newpost.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr