ΕΛΛΑΔΑ

Ολοκαύτωμα Καλαβρύτων: 75 χρόνια από το αποκορύφωμα της ναζιστικής θηριωδίας στην Ελλάδα

του Λεωνίδα Σ. Μπλαβέρη - Δημοσίευση 13 Δεκεμβρίου 2018, 12:50 / Ανανεώθηκε 13 Δεκεμβρίου 2018, 12:50
Ολοκαύτωμα Καλαβρύτων: 75 χρόνια από το αποκορύφωμα της ναζιστικής θηριωδίας στην Ελλάδα
Facebook Twitter Whatsapp

Συνολικά, στη διάρκεια της «Επιχειρήσεως Καλάβρυτα», οι Γερμανοί σκότωσαν 1.101 άτομα, κατέστρεψαν και λεηλάτησαν πάνω από 1.000 σπίτια, κατάσχεσαν 2.000 αιγοπρόβατα και απέσπασαν 260.000.000 δραχμές.

Η σημερινή θλιβερή επέτειος του Ολοκαυτώματος των Καλαβρύτων – Ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα πολέμου του Γερμανικού Στρατού στον Β’ΠΠ

Η θλιβερή 75η επέτειος ενός εκ των μεγαλύτερων εγκλημάτων πολέμου της Γερμανίας στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου τιμάται σήμερα, και δυστυχώς ακούσιος «πρωταγωνιστής» στην επέτειο είναι μία μικρή ελληνική κωμόπολη τότε, τα μαρτυρικά Καλάβρυτα της Αχαίας και οι κάτοικοί της.

Μάλιστα, το πρωτοφανές αυτό έγκλημα των Γερμανικών δυνάμεων κατοχής που συνέβη στις 13 Δεκεμβρίου 1943 δεν έγινε από δυνάμεις των φανατικών «Βάφφεν Ες-Ες», όπως σε άλλες περιπτώσεις, αλλά από δυνάμεις του τακτικού Γερμανικού Στρατού, της «Βέρμαχτ», οι οποίοι επέδραμαν κατά του χωριού και σκότωσαν σχεδόν το σύνολο των αρρένων κατοίκων αυτού, σε αποστολή αντιποίνων για την εκτέλεση αιχμαλώτων Γερμανών στρατιωτών από τον τοπικό ΕΛΑΣ.

Η τύχη των Καλαβρύτων άρχισε να γυρνά σελίδα μετά την ήττα των Γερμανών από τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ στη Μάχη της Κερπινής, στις 20 Οκτωβρίου 1943, κατά την οποία σκοτώθηκαν δεκάδες Γερμανοί στρατιώτες, ενώ άλλοι 78 αιχμαλωτίστηκαν.

Αμέσως μετά, το Γερμανικό στρατηγείο έθεσε σε εφαρμογή την «Επιχείρηση Καλάβρυτα» (“Unternehmen Kalavryta”), που στόχευε στην περικύκλωση των Ελλήνων ανταρτών του ΕΛΑΣ στην ορεινή περιοχή των Καλαβρύτων και την εν συνεχεία εξουδετέρωσή τους. Για το σκοπό αυτό επελέγη η επίλεκτη 117η  Μεραρχία Ορεινών Κυνηγών (117 ΜΟΚ), που έδρευε στην Πελοπόννησο και είχε επικεφαλής τον Υποστράτηγο Καρλ φον Λε Ζουίρ (1898-1954), μονάδες της οποίας τέθηκαν σε συναγερμό και κινήθηκαν προς την περιοχή. 

Θυμίζουμε ότι μετά τη συνθηκολόγηση της Φασιστικής Ιταλίας το Σεπτέμβριο του 1943, οι Σύμμαχοι είχαν διαρρεύσει ότι επόμενο βήμα τους θα ήταν κάποια απόβαση στη δυτική Ελλάδα για την απελευθέρωση των Βαλκανίων και για το σκοπό αυτό οι Γερμανοί είχαν μεταφέρει επίλεκτες δυνάμεις τους στη δυτική Ελλάδα κυρίως στην Πελοπόννησο. 

Οι Γερμανοί είχαν πληροφορηθεί στο μεταξύ ότι μετά από μία ακατανόητη ενέργεια της ηγεσίας του ΕΛΑΣ οι 78 αιχμάλωτοι Γερμανοί στρατιωτικοί είχαν εκτελεστεί από τους αντάρτες με εξαιρετικά βίαιο τρόπο (σφαγιάστηκαν) γεγονός που τους είχε εξεγείρει, χωρίς αυτό όμως να αποτελεί την παραμικρή δικαιολογία για τα εγκλήματα που έκαναν οι ίδιοι μεταγενέστερα εναντίον αθώων χωρικών. 

Σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν ο διοικητής της 117 ΜΟΚ είχε διατάξει τους άνδρες του να μην διστάσουν να λάβουν τα πιο σκληρά αντίποινα εναντίον του άμαχου πληθυσμού της περιοχής. Αυτή εξάλλου ήταν η πάγια τακτική και πρακτική των αρχών κατοχής να εκτελούν για κάθε σκοτωμένο Γερμανό στρατιώτη πολλαπλάσιους Έλληνες αμάχους και ομήρους.

Στις 4 Δεκεμβρίου 1943 ξεκίνησε η «Επιχείρηση Καλάβρυτα», όταν οι γερμανικές δυνάμεις άρχισαν να συρρέουν στην ευρύτερη περιοχή των Καλαβρύτων από την Πάτρα, το Αίγιο, τον Πύργο και την Τρίπολη. Κατά την πορεία τους προς τα Καλάβρυτα έκαιγαν χωριά και μοναστήρια, όπως το Μέγα Σπήλαιο και την Αγία Λαύρα, σκοτώνοντας άοπλους πολίτες και μοναχούς.

Στις 9 Δεκεμβρίου 1943 έφθασαν στα Καλάβρυτα, αποκλείοντας όλες τις προσβάσεις προς την πόλη, την οποία – κατά τις πληροφορίες τους – θεωρούσαν ως προπύργιο των ανταρτών του ΕΛΑΣ της περιοχής. Μάλιστα έσπευδαν να καθησυχάζουν τους Καλαβρυτινούς, διαβεβαιώνοντας ότι στόχος τους ήταν αποκλειστικά η εξόντωση των ανταρτών και μάλιστα ζήτησαν από όσους την είχαν εγκαταλείψει να επιστρέψουν άφοβα πίσω στα Καλάβρυτα. Μάλιστα για να γίνουν πιστευτοί ως προς τις προθέσεις τους αυτές, προχώρησαν στην πυρπόληση σπιτιών, που ανήκαν σε αντάρτες, και αναζήτησαν την τύχη των Γερμανών τραυματιών της μάχης της Κερπινής.

Όμως, το πρωί της Δευτέρας 13 Δεκεμβρίου, ξαφνικά και χωρίς καμία άλλη περί του αντιθέτου προηγούμενη πρόθεσή τους, συγκέντρωσαν όλο τον πληθυσμό στην κεντρική πλατεία και οδήγησαν όλους τους άνδρες άνω των 13 ετών σε μια κατηφορική τοποθεσία, που οι ντόπιοι ονόμαζαν «Η Ράχη του Καπή», ενώ τα γυναικόπαιδα τα κλείδωσαν στο σχολείο.

Εκεί λοιπόν, στην τοποθεσία «Η Ράχη του Καπή» τις πρώτες μεταμεσημβρινές ώρες της μοιραίας 13ης Δεκεμβρίου 1943 εξελίχθηκε η τραγωδία, που οδήγησε σχεδόν όλο τον άρρενα πληθυσμό των Καλαβρύτων στο θάνατο, καθώς με ριπές πολυβόλων οι Γερμανοί εκτέλεσαν τους συγκεντρωμένους, γύρο τους 800 ανθρώπους. 

Από την πρωτοφανή αυτή σφαγή των Γερμανών διασώθηκαν μόνο 13 Καλαβρυτινοί, τους οποίους οι Γερμανοί θεώρησαν «νεκρούς» καθώς είχαν καλυφθεί με τα αίματα και τα σώματα των νεκρών συμπολιτών τους! Το σήμα για την έναρξη της σφαγής δόθηκε με φωτοβολίδα από το κέντρο των Καλαβρύτων από τον ταγματάρχς Χανς Εμπερσμπέργκερ προς τον επικεφαλής του εκτελεστικού αποσπάσματος Υπολοχαγό Βίλιμπαντ Ακαμπχούμπερ.

Μετά τις εκτελέσεις το μαρτύριο των Καλαβρυτινών δεν είχε τελειώσει, καθώς συνεχίστηκε με την πυρπόληση όλων σχεδόν των σπιτιών των Καλαβρύτων. Τα γυναικόπαιδα που ήταν κλεισμένα στο σχολίο των Καλαβρύτων σώθηκαν χάρη στον ανθρωπισμό ενός Αυστριακού στρατιώτη, στον οποίο είχε ανατεθεί η φύλαξή τους. Ο στρατιώτης αυτός άφησε ελεύθερη την είσοδο του σχολείου και διευκόλυνε την απομάκρυνσή τους. Όμως, το πλήρωσε με τη ζωή του, αφού καταδικάσθηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε. 

Συνολικώς, στη διάρκεια της «Επιχειρήσεως Καλάβρυτα», οι Γερμανοί σκότωσαν 1.101 άτομα, κατέστρεψαν και λεηλάτησαν πάνω από 1.000 σπίτια, κατάσχεσαν 2.000 αιγοπρόβατα και απέσπασαν 260.000.000 δραχμές.

Κανείς από τους υπευθύνους του Ολοκαυτώματος των Καλαβρύτων δεν λογοδότησε στη Δικαιοσύνη. Ο στρατηγός Λε Ζουίρ πέθανε αιχμάλωτος των Σοβιετικών το 1954, ο Εμπερσμπέργκερ σκοτώθηκε στο Ανατολικό Μέτωπο και ο Ακαμπχούμπερ πέθανε στην Αυστρία το 1972, σε ηλικία 67 ετών. Μόνο ο τότε  κατοχικός στρατιωτικός διοικητής της Ελλάδας, Στρατηγός Χέλμουτ Φέλμι (1885-1965), καταδικάσθηκε το 1948 σε κάθειρξη 15 ετών από το Δικαστήριο της Νυρεμβέργης για όλα τα εγκλήματα πολέμου του Γ’ Ράιχ στην Ελλάδα, αλλά μετά από τρία χρόνια αφέθηκε ελεύθερος.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στις 18 Απριλίου του 2000, ο τότε Πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Γιοχάνες Ράου (1931-2006), επισκέφτηκε τα Καλάβρυτα και εξέφρασε τη βαθιά θλίψη του για την τραγωδία, χωρίς όμως να αναλάβει την ευθύνη εξ ονόματος του Γερμανικού κράτους ενώ δεν αναφέρθηκε καθόλου και στο ζήτημα των αποζημιώσεων.

Ακολουθήστε το Newpost.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις