ΔΙΕΘΝΗ

Ζώντας στο μεγαλύτερο γκέτο της Σόφιας, τη «Φακουλτέτα»

Δημοσίευση 2 Δεκεμβρίου 2010, 12:48 / Ανανεώθηκε 27 Ιουνίου 2013, 14:55
Ζώντας στο μεγαλύτερο γκέτο της Σόφιας, τη «Φακουλτέτα»
Facebook Twitter Whatsapp

Αντιμετωπίζονται συχνά ως οι παρίες της Ευρώπης, αν και είναι η μεγαλύτερη εθνική μειονότητα της Γηραιάς Ηπείρου. Στιγματισμένοι κι απόκληροι, θεωρούνται η «πηγή του κακού» από αρκετά αναπτυγμένα κράτη και παλεύουν να διατηρήσουν ακέραιη τη δική τους «γωνιά» στην ιστορία, κρατώντας αλώβητο τον πολιτισμό και την παράδοσή τους.

Αντιμετωπίζονται συχνά ως οι παρίες της Ευρώπης, αν και είναι η μεγαλύτερη εθνική μειονότητα της Γηραιάς Ηπείρου. Στιγματισμένοι κι απόκληροι, θεωρούνται η «πηγή του κακού» από αρκετά αναπτυγμένα κράτη και παλεύουν να διατηρήσουν ακέραιη τη δική τους «γωνιά» στην ιστορία, κρατώντας αλώβητο τον πολιτισμό και την παράδοσή τους.

Μετά την πρόσφατη απέλαση μεγάλου αριθμού αυτών από τη Γαλλία κι ένα γενικότερο κλίμα δυσαρέσκειας και ρατσισμού που διαμορφώνεται, οι τσιγγάνοι βυθίζονται ολοένα και περισσότερο στον κοινωνικό αποκλεισμό και την ανέχεια. Δεν είναι τυχαίο που στη Βουλγαρία, σε μία χώρα στην οποία εκτιμάται πως ζουν περίπου 800.000 τσιγγάνοι, υπάρχει εδώ και 70 χρόνια μέσα στην πρωτεύουσα, τη Σόφια, ένα γκέτο τσιγγάνων.

Οι Βούλγαροι αλλά και οι ίδιοι οι τσιγγάνοι, δεν αποκαλούν συνοικία τη «Φακουλτέτα», παρά τον πληθυσμό της, που φτάνει τα 40.000 άτομα, αλλά γκέτο, επειδή οι χιλιάδες που ζουν στην λασπωμένη αυτή περιοχή των 180 εκταρίων, δεν έχουν πρόσβαση στα στοιχειώδη: δεν έχουν αποχέτευση, ελάχιστοι έχουν τρεχούμενο νερό, ηλεκτρισμό και φυσικά πρόσβαση σε κοινωνικές παροχές ή εργασία.

Σημείο αναφοράς στην … ξεχασμένη από ανθρώπους αυτή συνοικία, είναι το δημοτικό σχολείο «Todor Kableshkov», στο οποίο φοιτούν 1.200 παιδιά, σε ποσοστό 99% τσιγγανόπουλα. Σε αντίθεση με την πρόσφατη έρευνα της Ελληνικής Ομάδας για τα Δικαιώματα των Μειονοτήτων και το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι, που στιγματίζει με ορισμένα, χαρακτηριστικά, παραδείγματα, τη μη πρόσβαση των παιδιών Ρομά στην ελληνική εκπαίδευση, στη «Φακουλτέτα», τα τσιγγανάκια έχουν το δικό τους σχολείο, αλλά πολλά επιμέρους προβλήματα.

»Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι οι γονείς, που στην πλειονότητά τους είναι αγράμματοι και δεν ενθαρρύνουν στη μάθηση τα παιδιά τους», λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η αναπληρώτρια διευθύντρια του σχολείου, Μαριάνα Τένεβα. Το εκπαιδευτικό σύστημα, με τη θέσπιση ενισχυτικής διδασκαλίας, προσπαθεί να βοηθήσει τα παιδιά, αλλά οι ίδιοι οι γονείς, «δυναμιτίζουν» όλες τις προσπάθειες, σημειώνει.

»Ακολουθούν πολλές φορές ανεύθυνη στάση απέναντι στα παιδιά τους, αφού δεν ελέγχουν καν, αν το πρωί πηγαίνουν σχολείο, με αποτέλεσμα οι δάσκαλοι να πηγαίνουν σπίτια τους και να τα ψάχνουν», αναφέρει η κ.Τένεβα, προσθέτοντας ότι, αν το παιδί έχει 5 αδικαιολόγητες απουσίες, κόβονται τα κοινωνικά επιδόματα που παίρνουν οι γονείς του.

»Ισχυρό, πάντως, κίνητρο για να ολοκληρώσουν τη βασική, τουλάχιστον, εκπαίδευση αποτελεί ο νόμος, που προβλέπει ότι για να βγάλεις άδεια οδήγησης, πρέπει να έχεις απολυτήριο δημοτικού», υπογραμμίζει η ίδια.

Επιπρόσθετο πρόβλημα για την απρόσκοπτη φοίτηση των παιδιών αποτελεί και η νομαδική ζωή των τσιγγάνων, που μετακινούνται πολλές φορές, αναζητώντας δουλειά ή πουλώντας διάφορα προϊόντα. «Συχνά, πολλά παιδιά εξαφανίζονται με τις οικογένειές τους για 2-3 μήνες κι όταν επιστρέφουν, τότε γυρνούν στο σχολείο και προσπαθούν να καλύψουν τα κενά» εξηγεί.

Η συζήτηση διακόπτεται από το κουδούνι και όπως σε κάθε σχολείο, οι τοίχοι γεμίζουν με χαρούμενες φωνές παιδιών, που επιστρατεύοντας τη φαντασία τους, μπορούν να παίξουν με οτιδήποτε, ελλείψει βέβαια παιχνιδιών.

Όλα πάντως, κρατάνε στο χέρι τους και μασουλάνε ένα … μήλο, «στο πλαίσιο προγράμματος υγιεινής διατροφής, που προωθεί η κυβέρνηση», όπως εξηγεί η κ.Τένεβα και ίσως το μοναδικό τους κολατσιό πριν επιστρέψουν σπίτι, όπως μας λένε τα ίδια τα παιδιά.

«Φακουλτέτα»

Έξω από το σχολικό συγκρότημα, την εικόνα της «Φακουλτέτα» συνθέτουν τα σκουπίδια, οι παράγκες και η απέραντη εγκατάλειψη. Ύδρευση και αποχέτευση είναι παροχές σχεδόν ανύπαρκτες, ενώ οι δημόσιες συγκοινωνίες δεν «ακουμπούν» καν τη συνοικία.

Γι΄ αυτό, άλλωστε, όσοι τσιγγάνοι έχουν κάποια οικονομική άνεση, νοικιάζουν- με τη μέθοδο του leasing- ταξί και γίνονται οδηγοί. Οι λασπόδρομοι της συνοικίας είναι γεμάτοι με κίτρινα ταξί, που μαζί με τα κάρα και τα άλογα που χρησιμοποιούν για να μαζεύουν ανακυκλώσιμα υλικά και παλιά αντικείμενα από τους δρόμους, δημιουργούν κυκλοφοριακό κομφούζιο! Οι παράγκες τους, χτισμένες με ξύλα και κομμάτια πλαστικού, έχουν μπροστά θέση για πάρκινγκ, ενώ δεκάδες μικρομάγαζα κατά μήκος των αυτοσχέδιων δρόμων, εξυπηρετούν τους κατοίκους, που λίγες φορές εγκαταλείπουν τη συνοικία τους.

Περιχαρακωμένοι στο γκέτο, ασφαλείς μόνο μεταξύ τους, αποκομμένοι μέσα στην πρωτεύουσα της Βουλγαρίας, οι τσιγγάνοι αναζητούν τη θέση τους στον ευρωπαϊκό χάρτη και την τήρηση των αυτονόητων, αλλά όχι πάντα τηρούμενων, ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Δείτε όλες τις Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Newpost.gr