LIFESTYLE

Star Alert: Πώς η διαφήμιση με την Στανίση και το αρνί ενοχλεί όσους μεγάλωσαν με σούσι!

Δημοσίευση 22 Απριλίου 2013, 07:10 / Ανανεώθηκε 27 Ιουνίου 2013, 14:55
Star Alert: Πώς η διαφήμιση με την Στανίση και το αρνί ενοχλεί όσους μεγάλωσαν με σούσι!
Facebook Twitter Whatsapp
Από την Αλεξάνδρα Τσόλκα
 
Η αφορμή για αυτό το κείμενο είναι μια αστεία διαφήμιση, καλογυρισμένη με αυτοσαρκασμό από πλευράς Κατερίνας Στανίση, που αποτυπώνει μια πραγματικότητα, αυτή της λαϊκής διασκέδασης όπως εκφράζεται.
Από την Αλεξάνδρα Τσόλκα
 
Η αφορμή για αυτό το κείμενο είναι μια αστεία διαφήμιση, καλογυρισμένη με αυτοσαρκασμό από πλευράς Κατερίνας Στανίση, που αποτυπώνει μια πραγματικότητα, αυτή της λαϊκής διασκέδασης όπως εκφράζεται.
Ο στίχος είναι αστείος, η μουσική για αχνιστό σκυλάδικο, αυτά που γραφούν το δικό τους έπος στις νύχτες του ελληνικού περιθωρίου, που φυσικά απεχθάνονται οι λόγιοι του τόπου, με εξαιρέσεις τον Θάνο Αλεξανδρή και το «Αυτή η νύχτα μένει» που την αποθέωσε στην γκροτέσκο της εκδοχή αλλά και στην βραδινή διάθλαση του φωτός από νέον. Έχει πλάκα! Η νονά καταφθάνει ως ντίβα φυσικά της πίστας, ντυμένη με κόκκινη τουαλέτα, μέρα μεσημέρι, ανάμεσα σε συγγενείς που αποθεώνουν την σελέμπριτι και που έχουν να προσφέρουν αρνί ψητό και τραπέζι στην αυλή!

Και τι δε διάβασα για αυτή τη διαφήμιση, από όλους εμάς, που αφού δεν έχουμε πια ελληνικές ταινίες, σειρές και γενικά δημιουργία νεοελληνική ασχολούμαστε με τις διαφημίσεις, που δίνουν δουλειά σε ότι δυναμικό ακόμα στο ελληνικό δημιουργικό δυναμικό!

Ο«Ελληνάρας», «οι κοιλαράδες», «τα χοντρά παιδιά», «η κιτς ντίβα», «η πλαστική καρέκλα» απ τον γύφτο! Παραληρήματα νέο ρατσιστικών αντιλήψεων, τοξικά εμβολισμένων σε ανθρώπους που είχαν την ατυχία να γεννηθούν δυστυχώς στην Ελλάδα και όχι στο Λιχτενστάιν, ανάμεσα σε ανορεκτικούς ανθρώπους, που η υπέρτατη μορφή διασκέδασης είναι το να παίξουν γκολφ με άλλες οικογένειες, η ύστατη μορφή διάχυσης είναι η χειραψία, το τσακίρ κέφι εκφράζεται με Μπραμς αυστηρά και ξέρουν να ντύνονται ως νέο Λουθιριστές με ασφαλές ασπρόμαυρο.

Από την ευρωπαίλα των αφ υψηλού επικρίσεων για ότι δεν είναι στηλιζαρεσμένο, αποστειρωμένο, κρυόκωλο και σαν φωτογράφηση με ρετούς λάιφ στάιλ. Και ο κόσμος ξαφνικά, τακτοποιείται γερμανικά, τριοτοραιχικά, οι ψηλοί άριοι με μακριά άκρα, που οφείλουν να διασκεδάζουν με ότι εκπαιδευτικό σαν ντοκιμαντέρ στην εκπαιδευτική τηλεόραση και να μερακλώνουν με τον Πάρσιφαλ του Βάγκνερ, καταπιέζοντας ως μπορούν το δικά τους ανθρώπινα ένστικτα τόσο που να γίνονται σίριαλ κιλερ.

Ελληνάρας είναι αυτός που τρώει 6000 στην Πάολα ενώ στα χωράφια του πυροβολεί οικονομικούς μετανάστες. Ελληνάρας είναι αυτός που ενώ βγαίνει με ψέματα απ τις ψήφους του ελληνικού λαού, μετά παίρνει μίζες και προμήθειες και φτιάχνει οφ σορ για τα αμύθητα κλοπιμαία του. Ελληνάρας είναι ο παρουσιαστής και ο δημοσιογράφος που λέει ψέματα στον κόσμο σκύβοντας το κεφάλι δουλικά στον καναλάρχη για να γεμίζει τις τσέπες τους, και τα κορόιδα, που υποτίμα συνεχίζουν να τον βλέπουν και τον πιστεύουν. Ελληνάρας είναι αυτός που σνομπάρει τον λαό του, ξενομανής, έτοιμος πάντα να «μηδίσει», να σνομπάρει, να επικρίνει ότι προσαρμόζει την αυθεντικότητα στα κελεύσματα των καιρών.

Ελληνάρας δεν είναι εκείνος που κάθεται στην πλαστική καρεκλά απ τον περιπλανώμενο πωλητή, ενώ η σινιέ πλαστική εξίσου καρέκλα με την υπογραφή των τάδε ντιζάινερ θεωρείται άποψη αλλά είναι εξίσου ακαλαίσθητη και ενοχλητική. Ελληναράς δεν είναι αυτός που με υστέρημα κάνει γιορτή στην αυλή του το ψητό αρνί και χαίρεται διότι η χαρά δεν επιτρέπεται μόνο στους αποφοίτους πανεπιστημίου -ακόμα. Ελληναράς δεν είναι αυτός που γουστάρει λαϊκά τραγούδια Καζαντζίδη, Μενιδιάτη, Σακελλαρίου, Στανίση και Πάολα στο κάτω κάτω, προσποιούμενος πως του αρέσει η ρομαντική συμφωνική μουσική, ενώ τη σιχαίνεται. Τέλος, ελληνάρας δεν είναι ο υπέρβαρος και το παιδί του το χοντρό, που δεν το πάει στον διαιτολόγο απ τα 5 να το μεγαλώνει με μούσλι και ξερά δαμάσκηνα. Αυτός είναι μια χαρά τύπος, ο που τον κρίνει είναι ρατσιστής ξενομανής φλώρος.

Όσο για την Κατερίνα Στανίση, που στην συγκριμένη διαφήμιση, κάνει την πλάκα της και κοροϊδεύει ακόμα και τον ίδιο τον εαυτό της, με μαγκιά που σπάνια βρίσκεις, είναι ένα φωτερό ίνδαλμα της νύχτας, της αντοχής και της λαϊκής αυθεντικότητας, που μια νύχτα της είναι η ζωή όλη των τζιτζιφιόγκων που τολμάνε να την σνομπάρουν!

Η διαφήμιση είναι αφορμή για το πόσο χτυπημένη απ το παρελθόν μας της χλιδοντροπής, της επάλειψης της βλαχιάς μας με γκλίτερ και της αμορφωσιάς με αγγλικές λέξεις πασπάλισα στα φτωχά ελληνικά μας. Για το ότι και οι διανοούμενοι στέκονται στο προφανές! Στο χιλιομασημένο! Στο «Μέγαρο καλό! Σκυλάδικο κακό!», στο «Κουλτουριάρα άπλυτη τέχνη, Κατερίνα Στανίση λάικα». Άλλοι κόσμοι! Άλλες εποχές. Ιδία τέχνη! Και η Στένωση για να λέμε και την αλήθεια και άφωνη τραγουδάκι! Γιατί; Διότι έχει ψυχή στην φωνή και τέλος!

Τώρα θα μου πεις, τι κάθεσαι και ασχολείσαι μανταμίτσα; Γιατί για μια διαφήμιση που έχει πλάκα, πρέπει να περάσουμε Ιερά Εξέταση των διανοούμενων τόσο προβλέψιμη που καταντάει κλισέ. Και γιατί το δικό μας περιθώριο, η δική μας αγρία πλευρά του δρόμου, είναι αυτοί οι λαϊκοί άνθρωποι. Με αφορμή λοιπόν, όλους όσοι έγραψαν κριτική εναντίον μιας διαφήμιση που σκοπό έχει πάντα να πουλήσει και τίποτα άλλο, απροκάλυπτα, θυμάμαι και σας παραθέτω μια συνέντευξη του Θάνου Αλεξανδρη, που αναχωρητή πλέον -ζει στα λαϊκή και αποθεωμένη απ τον ίδιο Αρτάκη, με τα χοντρά παιδιά και τις πλαστικές καρέκλες και τα λαϊκά στα ραδιόφωνα στη διαπασών. Μίλησε κάποτε στην Σταυρούλα Παναγιωτακη και φωτογραφίζεται από τον αρτίστα της εικόνας που κλέβει ψυχές Σπύρο Στάβερη, με τον τίτλο «στην παραμεθόριο της νύχτας»…  Μιλεί για το λαϊκό κόσμο και φυσικά την νύχτα του. Take a walk on the wild side λοιπόν…

«…  Ία μικροσκοπική πίστα από μπετόν, όπου για να χορέψει το μπαλέτο χρειάζεται να βγει σε δύο δόσεις. Πνιγηρή, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα και μυρωδιά φτηνού αποσμητικού. Tοίχοι από λαμαρίνες και χωρίς. Δεν ήταν όλα έτσι. Για να καταλάβεις όμως την αληθινή ατμόσφαιρα του σκυλάδικου, πρέπει να κάτσεις στα τραπέζια με τους πελάτες. Ένας αποστασιοποιημένος παρατηρητής δεν μπορεί να καταλάβει πολλά. Δεν είναι μόνο να δεις καβγάδες ή φόνους…

Ο Tόνι στο ’ργος. Bγήκε να εκτελέσει το σόλο του και κάτι πιτσιρικάδες τού ρίξανε κοτόπουλα κι άρχισαν να τρέχουν αλαφιασμένα γύρω του. Tον κ. Aναγνώστου από τη Bέροια. Eίχε σάκχαρο, πολλά φράγκα, έπαιρνε χάπια, τον έπαιρνε ο ύπνος στο τραπέζι. Kανείς δεν τολμούσε να τον ενοχλήσει. Ξυπνούσε, παράγγελνε πιάτα, ξανακοιμόταν. Ένα βράδυ μια κοπέλα ζήτησε να πάει στην τουαλέτα. «Θα περιμένεις πέντε λεπτά», της λέει, «γιατί χρειάζεται απολύμανση». Φωνάζει όλους τους σερβιτόρους και τον μετρ να επιβλέπει και παραγγέλνει να πλύνουν τη λεκάνη με τρία κιβώτια σαμπάνιας.

Όταν χιόνιζε, ο κ. Aναγνώστου είχε μεγάλα κέφια. Έβγαζε τους μισούς σερβιτόρους έξω από το σκυλάδικο να χορεύουν ζεϊμπέκικο και τους άλλους μισούς να σπάνε πιάτα στην πίστα μέχρι να τελειώσει το τραγούδι»… και άλλου λέει «μπουζούκια τώρα στην Αθήνα; Ούτε απ' έξω. Δεν μ' αρέσει το δήθεν, η ομοιομορφία καλλιτεχνών και πελατών. Ενώ στο σκυλάδικο είναι δυο κόσμοι διαφορετικοί. Oι πάνω και οι κάτω. Στα σκυλάδικα είναι η ξεφτίλα πάνω που είναι φωταγωγημένη και από κάτω είναι οι θεατές που αποθεώνουν την ξεφτίλα. Eίναι η μαγεία του τίποτα. Tραγελαφικό για μένα κι όμως φαντάζει πολύ ωραίο. Eγώ επιβίωσα πολύ στα σκυλάδικα. Tην πανωλεθρία την έπαθα όταν μπήκα στον άλλο χώρο, που νόμιζα ότι ήταν οι διανοούμενοι, τα media, έφαγα πισώπλατα τα μαχαιρώματα, ένας κόσμος που δεν μου πάει καθόλου.

Δεν θα 'θελα να 'μουν διανοούμενος, έχω διαβάσει ελάχιστα, άσχετα αν έχω τελειώσει Nομική, και πιστεύω ότι οι περισσότεροι διανοούμενοι είναι άνθρωποι που κρύβουν μέσα τους μικρές Aλίκες και το όνειρό τους είναι να κατέβουν από τη σκεπή του «Pεξ», ημίγυμνοι σαν τον Pουβά, και να αποθεώνονται από αγόρια και κορίτσια»…