ΜΟΥΣΙΚΗ

«Τριστάνος και Ιζόλδη» στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

Δημοσίευση 19 Φεβρουαρίου 2020, 18:00 / Ανανεώθηκε 19 Φεβρουαρίου 2020, 14:07
«Τριστάνος και Ιζόλδη» στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών
Facebook Twitter Whatsapp

Η περίφημη Β’ Πράξη της όπερας του Βάγκνερ παρουσιάζεται σε μορφή κοντσερτάντε από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, με την υψίφωνο Πέτρα Λανγκ και τον τενόρο Στέφαν Φίνκε στους ρόλους των δύο διάσημων εραστών

Δουλεύω από χθες και πάλι πάνω στον Τριστάνο. Είμαι ακόμα στη Β’ Πράξη. Τι μουσική είναι αυτή! […] Ζω μέσα της αιώνια, έγραφε ο Ρίχαρντ Βάγκνερ - χωρίς ψεύτικη μετριοφροσύνη - στη μούσα του Ματθίλδη  Βέζεντονκ. Μιλούσε σα να επρόκειτο για κάποιον άλλο, ενισχύοντας τη ρήση του Σοπενχάουερ από τον οποίο είχε βαθιά επηρεαστεί, που έλεγε: Μη μιλάς για το ταλέντο σου, γιατί δεν είναι δικό σου. Ο Δεκέμβριος του 1858 έβρισκε τον συνθέτη στη Βενετία βυθισμένο στον αυτοβιογραφικών αναφορών παθιασμένο έρωτα του Τριστάνου και της Ιζόλδης. Έναν φιλοσοφικής πνοής ύμνο στον διακαή, άσβεστο πόθο, που βρίσκει λύτρωση στον θάνατο. Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών παρουσιάζει σε μορφή κοντσερτάντε την περίφημη Β΄ Πράξη, που ο Βάγκνερ χαρακτήριζε ως κορυφαίο αριστούργημά του όσον αφορά στην τέχνη της απαλής, σταδιακής μετάβασης. Έργο που αποτελεί μια από τις υψηλότερες κορυφές του ρομαντισμού και ταυτόχρονα άνοιγμα σε ένα νέο ηχητικό κόσμο. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους διάσημοι ερμηνευτές του βαγκνερικού ρεπερτορίου: η Πέτρα Λανγκ και ο Στέφαν Φίνκε, συμπράττουν με την Ορχήστρα, πλαισιωμένοι από εκλεκτούς λυρικούς τραγουδιστές. Στο πόντιουμ, ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, Στέφανος Τσιαλής.

ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕ ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ
ΡΙΧΑΡΝΤ ΒΑΓΚΝΕΡ (1813-1883)
Τριστάνος και Ιζόλδη, Β’ Πράξη

ΣΟΛΙΣΤ
Πέτρα Λανγκ, υψίφωνος, Ιζόλδη
Στέφαν Φίνκε, τενόρος, Τριστάνος
Μπάρμπαρα Κοζέλι, μεσόφωνος, Μπρανγκένε
Τζέιμς Μέλλενχοφ, μπάσος, Βασιλιάς Μάρκε
Χρήστος Κεχρής, τενόρος, Μέλοτ, Κούρβεναλ

ΜΟΥΣΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ
Στέφανος Τσιαλής

ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ...
ΡΙΧΑΡΝΤ ΒΑΓΚΝΕΡ (1813 – 1883)
Τριστάνος και Ιζόλδη, Β’ Πράξη
Η Άγκνες Λουκεμάγιερ (1828-1902) παντρεύτηκε το 1848 τον εύπορο Γερμανό έμπορο μεταξιού Όττο Βέζεντονκ και όχι μόνο πήρε το επίθετο του συζύγου της αλλά άλλαξε και το μικρό της όνομα σε Ματθίλδη, που ήταν το όνομα της πρώτης του συζύγου. Το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στη Ζυρίχη το 1851, ενώ τον Φεβρουάριο του 1852 γνωρίστηκε και συνδέθηκε γρήγορα φιλικά με τον Ρίχαρντ Βάγκνερ και την τότε σύζυγό του, Μίννα, οι οποίοι είχαν διαφύγει στην Ελβετία μετά την εξέγερση της Δρέσδης (Μάιος 1849). Μάλιστα, η ίδια η Ματθίλδη, που ήταν ένθερμη θαυμάστρια της μουσικής του Βάγκνερ, προέτρεψε τον σύζυγό της να προσφέρει ένα οίκημα στο ζεύγος Βάγκνερ στις εκτάσεις που είχε στην κατοχή του στη Ζυρίχη. Οι Βάγκνερ πράγματι εγκαταστάθηκαν εκεί το 1857 (σε ένα οίκημα που ονομάστηκε «άσυλο» ή «καταφύγιο»), όταν και άρχισε να δημιουργείται ένα ειδύλλιο ανάμεσα στον Ρίχαρντ και τη Ματθίλδη. Ο συνθέτης βίωσε με σφοδρή ένταση τον έρωτά του, κρατώντας τον αναμενόμενα κρυφό από τη γυναίκα του, αν και σύμφωνα με αξιόπιστες μαρτυρίες η σχέση τους υπήρξε μόνο πλατωνική. Η ίδια η Ματθίλδη φαίνεται πως δεν είχε σκοπό να εγκαταλείψει τον σύζυγό της ή να παραβεί τους γαμήλιους όρκους της.

Καλλιτεχνικός καρπός αυτού του έρωτα ήταν τα υπέροχα Πέντε Τραγούδια σε ποίηση της Ματθίλδης Βέζεντονκ, που ο Βάγκνερ συνέθεσε στα τέλη του 1857. Παράλληλα, η σκέψη σύνθεσης μίας όπερας βασισμένης στον μυθικό έρωτα του Τριστάνου και της Ιζόλδης, τον είχε κυριεύσει. Παρόλο λοιπόν που εκείνη την περίοδο εργαζόταν πάνω στο Δαχτυλίδι του Νίμπελουνγκ και συγκεκριμένα στην Α’ Πράξη του Ζίγκφριντ, άφησε κατά μέρος το Δαχτυλίδι για να αφοσιωθεί στο νέο δράμα. Το ποιητικό κείμενο, γραμμένο από τον ίδιο τον συνθέτη ολοκληρώθηκε μέσα σε λίγες μόλις μέρες (28 Αυγούστου – 18 Σεπτεμβρίου 1957). Όταν ο Βάγκνερ παρουσίασε το κείμενο, ήταν παρούσες, κατά μία ειρωνεία της μοίρας, και οι τρεις σημαντικές γυναίκες της ζωής του: η Μίννα, η Ματθίλδη αλλά και η Κόζιμα (κόρη του Φραντς Λιστ και ακόμη τότε σύζυγος του σπουδαίου αρχιμουσικού και πιανίστα Χανς φον Μπύλοβ), η οποία επρόκειτο να γίνει ερωμένη και μετέπειτα σύζυγος του Βάγκνερ κάποια χρόνια αργότερα. Η μουσική για το μουσικό δράμα ξεκίνησε να γράφεται τον Οκτώβριο 1857 και ολοκληρώθηκε τον Αύγουστο του 1859. Όσον αφορά συγκεκριμένα στη μουσική της Β’ Πράξης, αυτή γράφτηκε από τον Μάιο του 1858 ως τον Μάρτιο του 1859 (τον Αύγουστο του 1858 η Μίννα ανακάλυψε τον παράνομο έρωτα του άντρα της κι έτσι εκείνος αναγκάστηκε να φύγει από τη Ζυρίχη και να διαμείνει για αρκετούς μήνες στη Βενετία).

Η πρεμιέρα του έργου, μετά από πολλές ατελέσφορες προσπάθειες παρουσίασης, δόθηκε στις 10 Ιουνίου 1865 στην Όπερα του Μονάχου υπό τη διεύθυνση του Χανς φον Μπύλοβ. Το αξιοσημείωτο είναι πως ο φον Μπύλοβ διηύθυνε την πρεμιέρα αυτή και γενικότερα παρέμεινε πιστός θαυμαστής της μουσικής του Βάγκνερ, παρόλο που η σύζυγός του, Κόζιμα, ήταν ήδη και αποδεδειγμένα ερωμένη του συνθέτη. Δύο μήνες πριν την πρεμιέρα του Τριστάνου, η Κόζιμα έφερε στη ζωή την κόρη του Βάγκνερ, που ο φον Μπύλοβ μεγαλόψυχα αναγνώρισε ως δική του – τελικά, βέβαια, εξαναγκάστηκε να δώσει διαζύγιο στην Κόζιμα, η οποία και παντρεύτηκε τον Βάγκνερ το 1870.

Ο συνθέτης βάσισε το μουσικό δράμα στον μύθο του Τριστάνου και της Ιζόλδης, όπως αυτός είχε αποτυπωθεί στο μεσαιωνικό, έμμετρο ερωτικό μυθιστόρημα του Γκότφριντ φον Στράσμπουργκ «Τριστάνος». Στην Α' Πράξη, ο ομώνυμος ιππότης από την Κορνουάλη συνοδεύει την Ιρλανδή πριγκίπισσα Ιζόλδη, με σκοπό να γίνει παρά τη θέλησή της νύφη του βασιλιά της Κορνουάλης, Μάρκε. Η Ιζόλδη ζήτα από την έμπιστή της, Μπρανγκαίνε, να ετοιμάσει ένα φίλτρο που φέρνει τον θάνατο αλλά αντ’ αυτού εκείνη παρασκευάζει ένα πανίσχυρο ερωτικό φίλτρο. Οι δύο ήρωες το πίνουν και άμεσα ενώνονται με τα δεσμά ενός παράφορου έρωτα. Πιο αναλυτικά, η Β' Πράξη του έργου εκτυλίσσεται τη νύχτα στον κήπο, έξω από τα διαμερίσματα της Ιζόλδης στο ανάκτορο του βασιλιά Μάρκε. Ένα νυχτερινό κυνήγι λαμβάνει χωρά, ενώ οι δύο εραστές έχουν συνεννοηθεί, το σβήσιμο μίας αναμμένης δάδας να είναι το σινιάλο, ότι είναι ασφαλής η συνάντησή τους. Η Μπρανγκαίνε προειδοποιεί την Ιζόλδη, ότι ο ακόλουθος του βασιλιά Μέλοτ είναι πιθανό να τους προδώσει. Εκείνη όμως δεν συμμερίζεται τον φόβο θεωρώντας τον Μέλοτ φίλο και υποστηρικτή του Τριστάνου. Η Ιζόλδη διώχνει την υπηρέτριά της και εμφανίζεται ο Τριστάνος. Ακολουθεί μία μακρά ερωτική σκηνή των δύο πρωταγωνιστών: αμφότεροι ομολογούν τον κατακλυσμιαίο έρωτά τους με τα πιο ποιητικά και παθιασμένα λόγια. Στη σκέψη τους, ο έρωτάς τους ταυτίζεται με τη νύχτα, διότι προφανώς στο φως της μέρας αυτός οφείλει να μένει κρυφός.  Μάταια η Μπρανγκαίνε, από μακριά, προειδοποιεί τους εραστές ότι πλησιάζει η αυγή· εκείνοι θεωρούν ότι απλά ζηλεύει. Σταδιακά, παραδίνονται στη σκέψη του θανάτου τους από και μέσα στον έρωτα, μιας και ο έρωτάς τους είναι τόσο μεγάλος και αιώνιος που υπερβαίνει ακόμα και την ίδια τη ζωή. Στο απόγειο της έκφρασης των συναισθημάτων τους, εισβάλλει ο Κούρβεναλ (ακόλουθος του Τριστάνου), ακολουθούμενος από τον Μέλοτ και τον ίδιο τον βασιλιά· ο Μέλοτ ξεσκεπάζει τον κρυφό δεσμό και κατηγορεί τον Τριστάνο, όπως κάνει αμέσως μετά και ο Μάρκε σε έναν εκτενή μονόλογο, όπου πληγωμένος κατηγορεί τον ιππότη για έλλειψη αφοσίωσης. Ο Τριστάνος ρωτά την Ιζόλδη αν είναι έτοιμη να τον ακολουθήσει στον θάνατο και εκείνη του απαντά καταφατικά. Ο Μέλοτ τραβά το σπαθί του στρεφόμενος κατά του Τριστάνου, ο οποίος δεν υπερασπίζεται τον εαυτό του και τραυματίζεται σοβαρά. Στην Γ' Πράξη, ο πληγωμένος Τριστάνος εναγωνίως περιμένει να έρθει η αγαπημένη του. Όταν αυτή φτάνει, εκείνος αφήνει την τελευταία του πνοή. Ο βασιλιάς Μάρκε καταφτάνει έχοντας αποφασίσει να συγκατατεθεί στον δεσμό των δύο ηρώων, αλλά είναι ήδη αργά· η Ιζόλδη ακολουθεί συνειδητά τον Τριστάνο στον θάνατο.

Πέραν του ανεκπλήρωτου έρωτα του Βάγκνερ για την Ματθίλδη Βέζεντονκ, άλλα δύο στοιχεία καθόρισαν τη σύλληψη του συγκλονιστικού αυτού μουσικού δράματος: η φιλοσοφία του Σοπενχάουερ (1788-1860) και η ποίηση του Νοβάλις (1772-1801). Ο συνθέτης είχε έρθει για πρώτη φορά σε επαφή με τη σκέψη του Σοπενχάουερ το 1854 διαβάζοντας το κορυφαίο έργο του φιλοσόφου «Ο κόσμος ως βούληση και ως παράσταση». Ο Σοπενχάουερ βεβαίως θεώρησε την ανθρώπινη βούληση και την αδυναμία πραγματικής ικανοποίησής της ως πηγή δυστυχίας και γι’ αυτό και οδηγήθηκε σε μία πεσιμιστική θεώρηση της ζωής, στοιχείο που φαίνεται μάλλον ξένο σε ένα έργο που υμνεί την ερωτική επιθυμία με τόση ένταση και τόσο πάθος. Ωστόσο, η έντονη επιρροή του Σοπενχάουερ αποδεικνύεται στα βασικά αισθητικά στοιχεία του δράματος: κατ’ αρχάς, η ξεκάθαρη ταύτιση της Βούλησης με τον Έρωτα. Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Τόμας Μαν «ο έρωτας είναι απλώς θέληση για ζωή, θέληση που δεν μπορεί να τελειώνει με τον θάνατο, αλλά αντίθετα ελευθερώνεται με αυτόν και από τα εμπόδια της εξατομίκευσης και πλησιάζει στο απόλυτο. Είναι άλλωστε ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς πόσο στο δράμα ο μύθος του έρωτα έχει διατηρηθεί με την πνευματική του σημασία και φυλάγεται έξω από κάθε ιστορική ή θρησκευτική αλλοίωση». Επίσης, η μουσική και το ποιητικό κείμενο σχετίζονται άμεσα με τη «βούληση» και την «παράσταση» αντίστοιχα, όπως τα αντιμετωπίζει ο Γερμανός φιλόσοφος. Η μουσική λειτουργεί όχι ως μία απλή συνοδεία του τραγουδιού αλλά ως πηγή του αδόμενου λόγου, ως έκφραση της ουσίας των λεγομένων, ως αποτύπωση της ερωτικής βούλησης με τον πιο άμεσο τρόπο. Ταυτόχρονα, στον ποιητικό λόγο του Νοβάλις οφείλεται η ταύτιση του έρωτα με τη νύχτα και τον θάνατο. Η απόλυτη πραγμάτωση του έρωτα ξεπερνά την ίδια τη ζωή και μόνο στην αιώνια νύχτα του θανάτου ο έρωτας βρίσκει την απόλυτη ενσάρκωσή του. Ο ίδιος ο Βάγκνερ περιέγραψε με ενάργεια το όραμα και την ουσία του έργου του: «κόσμος, δύναμη, φήμη, τιμή, αβρότητα, πίστη και φιλία, όλα εξανεμίζονται σαν ένα επουσιώδες όνειρο· μόνο ένα πράγμα μένει ζωντανό: πόθος, άσβεστος πόθος, μία διψασμένη επιθυμία που διαρκώς ανανεώνεται· μία μόνη η λύτρωση: ο θάνατος, το τέλος της ύπαρξης, ένας ύπνος που δεν γνωρίζει ξύπνημα».

Από καθαρά μουσική άποψη, ο Τριστάνος είναι ένα από τα αριστουργήματα του γερμανικού ρομαντισμού, μία από τις υψηλότερες κορυφές του και συγχρόνως το άνοιγμα σε έναν νέο ηχητικό κόσμο. Ο Χανς φον Μπύλοβ μάλιστα δεν δίστασε να αποκαλέσει τον Τριστάνο ως την κορυφή συνολικά της μουσικής μέχρι εκείνη την εποχή. Σημαντική σε όλο το έργο είναι η λεγόμενη «συγχορδία του Τριστάνου» (φα – σι – ρε δίεση – σολ δίεση) αλλά και η ανιούσα χρωματική κίνηση (σολ δίεση – λα – λα δίεση – σι) που εκπορεύεται από τη συγχορδία. Τα στοιχεία αυτά εμφανίζονται στην αρχή της ορχηστρικής εισαγωγής της Α’ Πράξης και από εκεί και μετά καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου. Το μετέωρο αρμονικά άκουσμα της συγχορδίας, η συναισθηματικά φορτισμένη χρωματική κίνηση και η ακραία διαστολή του μουσικού χρόνου με αλλεπάλληλες συσσωρεύσεις έντασης, που δεν εκτονώνεται αλλά διαρκώς πολλαπλασιάζεται, είναι μερικά από τα χαρακτηριστικά που καθιστούν τον Τριστάνο απόγειο της ρομαντικής έκφρασης. Ο ίδιος ο συνθέτης είχε επίγνωση της αξίας του έργου του. Σε επιστολή του προς τη Ματθίλδη Βέζεντονκ (Βενετία, 8 Δεκεμβρίου 1858) σημείωσε: «Δουλεύω από χθες και πάλι πάνω στον Τριστάνο. Είμαι ακόμα στη Β’ Πράξη. Τι μουσική είναι αυτή! Θα μπορούσα να δουλεύω πάνω σε αυτή τη μουσική για το υπόλοιπο της ζωής μου. Ω, είναι βαθιά και όμορφη και τα πιο ένδοξα θαύματα ταιριάζουν απόλυτα με το νόημα. Δεν έκανα ποτέ πριν κάτι ανάλογο. Είμαι απόλυτα απορροφημένος από αυτή τη μουσική. Όταν θα ολοκληρωθεί δεν θα ήθελα να ακούσω τίποτε άλλο από αυτή. Ζω μέσα της αιώνια.» Και ειδικά για τη Β’ Πράξη, έγραψε στη Μούσα του από το Παρίσι (29 Οκτωβρίου 1859): «Το κορυφαίο αριστούργημά μου όσον αφορά στην τέχνη της απαλής, σταδιακής μετάβασης είναι αναμφίβολα η μεγάλη σκηνή στη Β’ Πράξη του Τριστάνος και Ιζόλδη. Η αρχή της σκηνής φανερώνει τη ζωή να ξεχειλίζει με τα πιο άγρια πάθη· το τέλος της εκφράζει τον πιο ιερό, διακαή πόθο για τον θάνατο».

Τριστάνος και Ιζόλδη, Β’ Πράξη, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 21 Φεβρουαρίου, ώρα 20:30. Τιμές εισιτηρίων: 35€, 25€, 20€, 15€ και 10€ (εκπτωτικό). Προπώληση εισιτηρίων: τηλ. 210 7282333, www.megaron.gr.

19:45: Εισαγωγική ομιλία του Νικου Λαάρη για τους κατόχους εισιτηρίων.

Ακολουθήστε το Newpost.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr