ΜΟΥΣΙΚΗ

Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών έγινε 75 χρονών

Δημοσίευση 27 Απριλίου 2018, 21:01 / Ανανεώθηκε 27 Απριλίου 2018, 13:08
Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών έγινε 75 χρονών
Facebook Twitter Whatsapp

Με μια πανηγυρική συναυλία και μια παγκόσμια πρεμιέρα στις 4 Μαΐου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών η ορχήστρα γιορτάζει 75 χρόνια μουσικής ιστορίας

Κλείσαμε τα 75 μας χρόνια λοιπόν… Είμαστε από όλες τις απόψεις ώριμοι, γεμάτοι ωστόσο πολλές φρέσκες ιδέες. Τα τρία τέταρτα του αιώνα που πέρασαν είναι μεστά από αναμνήσεις, φωτεινές και σκοτεινές. Από ζυμώσεις, μέσα από τις οποίες βρήκαμε το στίγμα και το κοινό μας. Μια πορεία ενδιαφέρουσα, χαραγμένη πάνω στα μεγάλα συμφωνικά έργα του διεθνούς και του ελληνικού ρεπερτορίου. Είναι τόσο πολλά αυτά που θέλουμε να μοιραστούμε μαζί σας, τόσο σημαντικά τα θρυλικά ονόματα με τα οποία έχουμε συμπράξει και τα οποία μας τιμούν επιστρέφοντας ξανά και ξανά κοντά μας…Τόσο κομβικές οι πρώτες εκτελέσεις έργων… Από πού να ξεκινήσουμε; Ποιον(από τους τόσους σπουδαίους μουσικούς και ανθρώπους) να αναφέρουμε χωρίς να παραλείψουμε δεκάδες άλλους; Αν από την αρχή είχαμε ένα σλόγκαν θα ήταν το ίδιο: «Πιστοί στη Μουσική». Σε αυτό υπήρξαμε πάντα συνεπείς. Από την αρχή. Και η επετειακή μας συναυλία χτίστηκε υπηρετώντας το όραμά μας. Η βραδιά ανοίγει με τις «Επτά αθάνατες αρετές» του Γιώργου Κουρουπού, έργο που θα παρουσιαστεί για πρώτη φορά. Αμέσως μετά, ο θρυλικός πιανίστας Ανατόλ Ουγκόρσκι, θα ερμηνεύσει το «Αυτοκρατορικό» Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα του Μπετόβεν. Η συναυλία ολοκληρώνεται με το «Αρχαίο ελληνικό εμβατήριο» και τη «Μικρή Συμφωνία σε σι ύφεση μείζονα» του δικού μας Νίκου Σκαλκώτα, ο οποίος αποτελεί ένα από τα πιο τιμητικά κεφάλαια στην ιστορία μας.

Ένα έργο για τα 75 Χρόνια μας - Το σημείωμα του συνθέτη
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΥΡΟΥΠΟΣ (γεν. 1942)
Οι επτά αθάνατες αρετές
Παραγγελία της Κ.Ο.Α., Α΄ Παγκόσμια Εκτέλεση

Τον Δημήτρη Μητρόπουλο γνώρισα από κοντά στα δώδεκα μου χρόνια. Από τότε τον αγαπούσα και τον θαύμαζα, χωρίς ίσως να είμαι ακόμη σε θέση να καταλάβω ακριβώς το αληθινό του μέγεθος.

Όταν, πριν ένα χρόνο περίπου, ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής της Κ.Ο.Α. κύριος Στέφανος Τσιαλής μου ζήτησε να γράψω ένα έργο για την επέτειο των εβδομήντα πέντε χρόνων από την ίδρυση της Ορχήστρας, ο νους μου πήγε  αμέσως στον Δημήτρη Μητρόπουλο, που ήταν ο πρώτος μαέστρος της «Συμφωνικής Ορχήστρας του Ωδείου Αθηνών»-πρόπλασμα της Κρατικής Ορχήστρας  Αθηνών. Ήθελα να είναι ένα έργο-ύμνος στο μεγαλείο ενός καλλιτέχνη, που είναι για μένα πρότυπο ανθρώπου και μουσικού.

Η μεταφορική ερμηνεία της μουσικής είναι πάντοτε παρακινδυνευμένη και πάντως οπωσδήποτε υποκειμενική. Η Μουσική είναι ένα οργανωμένο σύνολο ήχων, που μπορεί να γεννά εντελώς διαφορετικές σκέψεις  και ανόμοια συναισθήματα στον κάθε ακροατή.Δεν δίστασα ωστόσο να «καταγράψω» τις «επτά αρετές» του Δημήτρη Μητρόπουλου, σε μορφή «θέμα και παραλλαγές».Το θέμα του έργου θα ήταν ένα από τα τραγούδια του συνθέτη Μητρόπουλου, σε ποίηση Κ. Π. Καβάφη. Η κάθε παραλλαγή θα απέδιδε μία από τις πολλές και χαρακτηριστικές αρετές του ανθρώπου και μαέστρου Μητρόπουλου.

Φρόντισα η κάθε παραλλαγή να έχει κάτι ιδιαίτερο, που να προσάδει στον τίτλο της: Στην «πνευματικότητα», επεδίωξα  μια εκζήτηση στις συνηχήσεις των οργάνων και μια απρόσμενη μεταμόρφωση του χαρακτήρα του θέματος. Στην «ευαισθησία»,αντιπαραβάλλω δύο στοιχεία: ένα λυρικό-εκφραστικό κι ένα παιγνιώδες-δυναμικό, που είναι η άλλη όψη του πρώτου. Στην «τόλμη», με το πιάνο σε ρόλο concertante, θυμίζω το γνωστό, κομβικό περιστατικό της νεανικής φάσης της ζωής του Μητρόπουλου, όταν λόγω ξαφνικής αδιαθεσίας  του προγραμματισμένου μαέστρου, ο Μητρόπουλος δέχτηκε να αναλάβει στη συναυλία τον διπλό ρόλο του μαέστρου και του πιανίστα, παίζοντας και διευθύνοντας συγχρόνως το 3ο κονσέρτο για πιάνο του Προκόφιεφ (Βερολίνο 1930).

Στην «ταπεινοφροσύνη», η όλη λυρική υπόσταση της παραλλαγής είναι μια έμμεση αναφορά στις θρησκευτικές, μεταφυσικές ανησυχίες του Μητρόπουλου και στην απόρριψη κάθε προσποίησης («πόζας») στη ζωή και στην τέχνη. H «επιμονή» ήταν φυσικό να αποδοθεί με την επίμονη επανάληψη ενός σύντομου μοτίβου,που διατρέχει όλο το α’ και γ’ μέρος της παραλλαγής σαν ηλεκτρικό ρεύμα. Ένα κάπως λυρικότερο β’ μέρος παρεμβάλλεται εν είδει «αντιπερισπασμού», χωρίς ωστόσο να διασπάται η ροή του κομματιού. Η «ολιγάρκεια» είναι ένα παιχνίδι που βασίζεται στην ηχητική επεξεργασία του κάθε μεμονωμένου ήχου του θέματος. Τέλος η «γενναιοδωρία» βασίζεται στην λογική της minimal μουσικής, με τη συνεχή,  σταδιακή προσθήκη νέων στοιχείων, πάνω σε μίαν αρχική ρυθμική-μελωδική βάση. Προφανώς όλες οι παραλλαγές βασίζονται σε φράσεις ή μοτίβα που εμπεριέχονται στο « θέμα».

Αυτή είναι βέβαια η δική μου «ανάγνωση» του έργου. Θα ήμουν ωστόσο ευτυχής εάν ο κάθε ακροατής έφευγε ικανοποιημένος από την δική του, αναπόφευκτα υποκειμενική αντίληψη του έργου.                                                Γιώργος Κουρουπός, 28 Μαρτίου 2018

Για την ιστορία…
ΛΟΥΝΤΒΙΧ ΒΑΝ ΜΠΕΤΟΒΕΝ (1770 – 1827)
Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ.5 σε μι ύφεση μείζονα, έργο 73 «Αυτοκρατορικό»

Το 1809 ο Μπετόβεν ολοκλήρωσε το Πέμπτο του Κοντσέρτο για πιάνο, που εκτελέστηκε πρώτη φορά στις 11 Νοεμβρίου 1811 στη Λειψία με σολίστα τον Φρήντριχ Σνάιντερ υπό τη διεύθυνση του Γιόχαν Φίλιπ Σουλτς. Για την προέλευση του προσωνυμίου «αυτοκρατορικό» έχουν διατυπωθεί ποικίλες απόψεις χωρίς καμία να έχει επιβεβαιωθεί. Ένας Γάλλος αξιωματικός, που βρέθηκε στην πρεμιέρα του έργου, φέρεται να αναφώνησε σε κάποιο σημείο «είναι ο Αυτοκράτορας!», ενώ άλλοι θεωρούν πως ο πιανίστας και συνθέτης Γιόχαν Μπάπτιστ Κράμερ (1771 – 1858) το χαρακτήρισε ως «ο αυτοκράτορας ανάμεσα στα κοντσέρτα». Ο φίλος και πρώιμος βιογράφος του Μπετόβεν Άντον Σίντλερ αποδίδει τον όρο στο γεγονός, ότι η βιεννέζικη πρεμιέρα του κοντσέρτου δόθηκε ανήμερα στα γενέθλια του αυτοκράτορα της Αυστρίας Φραγκίσκου Α’ (1768 – 1835).

Το εκτενέστατο πρώτο μέρος ανοίγει με τρία αλλεπάλληλα σολιστικά περάσματα, που το καθένα «εκπορεύεται» από μία ηχηρή συγχορδία της ορχήστρας, στην τονική, στην υποδεσπόζουσα και στη δεσπόζουσα αντιστοίχως. Από εκεί και ύστερα, η ορχήστρα αναλαμβάνει να παρουσιάσει τα βασικά θέματα του πρώτου μέρους, που στη συνέχεια επεκτείνονται και αναπτύσσονται λαμβάνοντας -πέραν της εγγενούς τους μεγαλοπρέπειας- και μία δεξιοτεχνική διάσταση, χάρη στην αμείωτα κυρίαρχη παρουσία του πιάνου. Στο σημείο που ο σολίστας της εποχής θα αυτοσχεδίαζε μία καντέντσα, ο συνθέτης γράφει ο ίδιος μία σύντομη καντέντσα εξαλείφοντας κάθε περιθώριο αυτοσχεδιασμού. Η στομφώδης ατμόσφαιρα αλλάζει ριζικά στο αργό μέρος. Στο αρχικό, λυρικό χορικό των εγχόρδων απαντά το πιάνο με αιθέρια κατιόντα τρίηχα και με μία αισθαντική μελωδία. Το χορικό επιδέχεται στην πορεία δύο παραλλαγών. Καθώς όλα δείχνουν πως η μουσική καταλήγει γαλήνια στη σι μείζονα, ένα απροσδόκητο σι ύφεση ακολουθείται από το διστακτικό «ψιθύρισμα» συγχορδιών στο πιάνο. Αυτές οι συγχορδίες στο τρίτο μέρος, που ακολουθεί χωρίς διακοπή, μεταμορφώνονται σε ένα ρωμαλέο θέμα, το οποίο παρουσιάζει -κάθε άλλο παρά ψιθυριστά- ο σολίστας. Από εκεί και μετά ένα λαμπερό ροντό εξελίσσεται, με το μεσαίο του επεισόδιο να γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας σε αλλεπάλληλες διαφορετικές, μακρινές τονικότητες πριν την θριαμβική επιστροφή στην κύρια τονικότητα της μι ύφεση μείζονας. Στην coda, το πιάνο συνομιλεί με το τύμπανο επιβραδύνοντας σταδιακά, πριν από ένα ξαφνικό και καταιγιστικό τελευταίο πέρασμα.

ΝΙΚΟΣ ΣΚΑΛΚΩΤΑΣ (1904-1949)
Ἀρχαῖον ἑλληνικὸν ἐμβατήριον (1946-47)

Η συνεργασία του Νίκου Σκαλκώτα με το Λύκειο των Ελληνίδων χρονολογείται από το 1921, όταν για πρώτη φορά συμμετέχει ως βιολονίστας σε μία εκδήλωση του Δήμου Αθηναίων στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών προς τιμήν του νεόνυμφου διαδοχικού ζεύγους Γεωργίου και Ελισάβετ της Ρουμανίας (27/2/1921 με το παλαιό ημερολόγιο ή 12/3/1921 με το νέο ημερολόγιο). Το μουσικό μέρος είχε αναλάβει το Ωδείο Αθηνών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον νεαρό απόφοιτό του, ενώ σχεδόν ολόκληρη η υπόλοιπη εκδήλωση καλύφθηκε από το Λύκειο των Ελληνίδων. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Σκαλκώτας, γνωστός πλέον συνθέτης και μουσικός-μέλος της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών και της Ορχήστρας της Λυρικής Σκηνής, καλείται όχι μόνο να ενορχηστρώσει μία σειρά ελληνικών χορών για μικρή ορχήστρα, αλλά και να συνθέσει πρωτότυπη μουσική εμβατηρίων για τις ανάγκες των χορευτικών παραστάσεων του Λυκείου. Στις 11 Ιουνίου 1946, σύμφωνα με τα πρακτικά της συνεδρίασης του ΔΣ του Λυκείου των Ελληνίδων, «αποφασίζεται όπως ανατεθεί εις τον κ. Σκαλκώταν η σύνθεσις εμβατηρίων καταλλήλων δια την παρέλασιν των ομάδων του Λυκείου, των αντιπροσωπευουσών τας κυριωτέρας περιόδους του ελληνικού πολιτισμού». Φαίνεται πως ο συνθέτης ανταποκρίθηκε σε αυτή την ανάθεση και στη συνεδρίαση της 3ης Μαρτίου 1947 «εγκρίνεται το ποσόν των 150.000 δραχμών για το Εμβατήριον το οποίον ο κ. Σκαλκώτας συνέθεσε κατά παραγγελίαν του Λυκείου, το οποίον θα παίζεται οσάκις εμφανίζεται βαδίζουσα πομπή εκ των τριών αρχαίων εποχών». Έτσι γεννάται το Ἀρχαῖον ἑλληνικὸν ἐμβατήριον, το οποίο μάλιστα ενορχηστρώθηκε σε δύο διαφορετικές εκδοχές: α) για μικρή ορχήστρα και β) για ορχήστρα πνευστών. Τα αυθεντικά χειρόγραφα σώζονται στο Αρχείο Σκαλκώτα και στο Μουσικό Αρχείο του Λυκείου των Ελληνίδων, αντίστοιχα. Το έργο είναι σύντομο, διάρκειας τριών περίπου λεπτών, αλλά συνοψίζει όλα τα βασικά χαρακτηριστικά της εποχής του σε σχέση με τη γνώση του δυτικού κόσμου για την αρχαία ελληνική μουσική θεωρία και πράξη: τροπικότητα, χρήση ισοκρατημάτων, παράλληλη κίνηση διαστημάτων τετάρτης ή πέμπτης καθαρής, χρήση οργάνων όπως το φλάουτο, το όμποε, τρομπέτα και η άρπα κατ' απομίμηση των αντίστοιχων αρχαίων ελληνικών μουσικών οργάνων (αυλός, σάλπιγγα, λύρα κ.λπ.).                                              Γιάννης Σαμπροβαλάκης

ΝΙΚΟΣ ΣΚΑΛΚΩΤΑΣ (1904 – 1949)
Μικρή Συμφωνία (Sinfonietta) σε σι ύφεση μείζονα

Η σύνθεση μουσικών έργων σε δύο παράλληλους κόσμους, της τονικής και της ατονικής μουσικής, σε συνδυασμό με τον πειραματισμό πάνω σε κλασικές μουσικές φόρμες, αποτελεί το βασικό στοιχείο της ιδιαιτερότητας του Νίκου Σκαλκώτα. Ο «νεοκλασικός» Σκαλκώτας συμπορεύεται με τον «εθνικό» και τον «μοντερνιστή» με κοινούς παρονομαστές την τέλεια αρχιτεκτονική της μορφής, την αρμονική εκλέπτυνση και την ενορχηστρωτική δεξιοτεχνία, θεμελιώδη στοιχεία της προσωπικής του γλώσσας που τον ακολουθούν σε ολόκληρη τη δημιουργική του πορεία. Η Μικρή Συμφωνία (Sinfonietta) είναι τυπικό δείγμα της «νεοκλασικής» πλευράς του συνθέτη. Σύμφωνα με τον κατάλογο έργων του Σκαλκώτα, τον οποίο συνέταξε ο Γ. Γ. Παπαϊωάννου, το έργο γράφτηκε το 1948, χρονιά που ο συνθέτης ανασυντάσσει τις δημιουργικές του δυνάμεις, πριν προχωρήσει στα έργα της τελευταίας συνθετικής του περιόδου, η οποία συμπίπτει και με την τελευταία χρονιά της ζωής του. Στο Αρχείο Σκαλκώτα φυλάσσεται μια δυσανάγνωστη, χειρόγραφη παρτιτούρα και το πλήρες υλικό της ορχήστρας, γραμμένο από τον ίδιο τον συνθέτη. Από αυτό το υλικό έγινε η πρώτη ηχογράφηση (επομένως και εκτέλεση) της Συμφωνιέττας (1985-1986), από τον αρχιμουσικό Βύρωνα Φιδετζή και την Ορχήστρα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας. Ο υπογράφων το παρόν σημείωμα ανέλαβε και ολοκλήρωσε το δύσκολο έργο της κριτικής επιμέλειας και οριστικής ηλεκτρονικής καταγραφής του μουσικού υλικού, με βάση όλες τις διαθέσιμες πηγές, επ’ ευκαιρία της πρώτης δημόσιας εκτέλεσής του έργου από την ΚΟΑ στις 8 Οκτωβρίου 2005.

Η Μικρή Συμφωνία αντιπαρατίθεται στην Κλασική Συμφωνία σε λα για ορχήστρα πνευστών (1947), με την οποία συναποτελεί ένα «νεοκλασικό» δίπτυχο. Το πρώτο μέρος της Συμφωνιέττας ακολουθεί τη φόρμα σονάτας με αργή εισαγωγή. Μεγάλη πρωτοτυπία παρουσιάζει το κύριο, δημοτικοφανές θέμα του, όπου εμφανίζονται στοιχεία μοτιβικής παραλλαγής, η οποία επιτυγχάνεται με τη χρήση «μετατροπιών» (σύμφωνα με την ετυμολογία της λέξης, δηλαδή αλλαγή τρόπου και όχι τονικότητας!). Το δεύτερο μέρος βασίζεται σε ένα βαθιά λυπητερό τραγούδι που αποδίδεται με εσωτερικότητα από το γεμάτο νοσταλγία σόλο του αγγλικού κόρνου και τα εύστοχα σχόλια του πρώτου βιολιού, ακολουθώντας τριμερή φόρμα όπου δομούνται και αποδομούνται οι ορχηστρικοί όγκοι. Το τρίτο μέρος είναι μια σκέρτσο-μινιατούρα που χαρακτηρίζεται από εύθυμο χορευτικό χαρακτήρα και μια ιδιοφυή ορχηστρική φούγκα πριν το Trio. Το φινάλε ακολουθεί κι αυτό τη φόρμα σονάτας. Στο τέλος του, όμως, και μέσα σε έναν μεγαλειώδη ορχηστρικό ήχο, επανεμφανίζεται στα χάλκινα πνευστά το θεματικό υλικό της εισαγωγής του πρώτου μέρους, προσδίδοντας έναν κυκλικό χαρακτήρα στη μουσική μορφή.                                 Γιάννης Σαμπροβαλάκης    

Το πρόγραμμα με μια ματιά    
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΥΡΟΥΠΟΣ (γεν. 1942)
Οι επτά αθάνατες αρετές (παραγγελία της Κ.Ο.Α., α’ παγκόσμια εκτέλεση)

ΛΟΥΝΤΒΙΧ ΒΑΝ ΜΠΕΤΟΒΕΝ (1770 – 1827)
Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ.5 σε μι ύφεση μείζονα, έργο 73 «Αυτοκρατορικό»
Allegro
Adagio un pocomosso –
Rondo: Allegro ma non troppo

ΝΙΚΟΣ ΣΚΑΛΚΩΤΑΣ (1904-1949)
Ἀρχαῖον ἑλληνικὸν ἐμβατήριον (1946-47)

ΝΙΚΟΣ ΣΚΑΛΚΩΤΑΣ (1904 – 1949)
Μικρή Συμφωνία (Sinfonietta) σε σι ύφεση μείζονα
Andante sostenuto – Allegro
Andantino tristesso
Scherzino: Molto vivace
Finale: Vivacissimo

Στέφανος Τσιαλής, Μουσική Διεύθυνση
Ανατόλ Ουγκόρσκι, Σολίστ

Στις 19:45 θα πραγματοποιηθεί δωρεάν εισαγωγική ομιλία του Τίτου Γουβέλη για τους κατόχους εισιτηρίων

Συναυλία για τα 75 χρόνια της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Παρασκευή 04 Μαΐου, ώρα 20:30. Τιμές εισιτηρίων: 25€, 15€, 10€ και 5€ (εκπτωτικό). Πληροφορίες: Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, τηλ. 210 7257601-3, www.koa.gr. Προπώληση εισιτηρίων: εισιτηρίων: Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, τηλ. 210 7282333