10 Αυγούστου 2022
Δημοσίευση04:01

Υπόθεση υποκλοπών: Νέος γύρος πολιτικής κόντρας – Στο στόχαστρο της Κομισιόν η Ελλάδα

Όλες οι εξελίξεις στο ζήτημα των παρακολουθήσεων.

Δημοσίευση 04:01’
jmr72f1660104440306

Όλες οι εξελίξεις στο ζήτημα των παρακολουθήσεων.

Το ζήτημα των παρακολουθήσεων, που ήρθε στην επιφάνεια τις τελευταίες μέρες, έχει εξελιχθεί σε μείζον πολιτικό θέμα. Οι αντιδράσεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης είναι τεράστιες. Το θέμα έχει ξεφύγει από τα στενά όρια του ελληνικού κράτους. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και πιο συγκεκριμένα η εκπρόσωπος για θέματα εσωτερικών υποθέσεων, Ανίτα Χίπερ, τόνισε οτι πρέπει να αποκασταθεί η εμπιστοσύνη.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένει από τις εθνικές αρχές των κρατών-μελών να εξετάσουν διεξοδικά υποθέσεις παρακολουθήσεων για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών, σύμφωνα με τα όσα δήλωσε σήμερα η εκπρόσωπος για θέματα εσωτερικών υποθέσεων, Ανίτα Χίπερ.

Η ίδια μάλιστα σχολίασε και τις υποθέσεις παρακολουθήσεων στην Ελλάδα.

Συγκεκριμένα, ερωτηθείσα σχετικά με την υπόθεση των παρακολουθήσεων στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια της τακτικής ενημέρωσης της Επιτροπής προς τον Τύπο, η κυρία Χίπερ απάντησε πως «γνωρίζουμε τις αναφορές των μέσων ενημέρωσης σχετικά με τη χρήση μέσων παρακολούθησης από ορισμένες κυβερνήσεις. Η θέση μας είναι ξεκάθαρη. Οποιαδήποτε απόπειρα των υπηρεσιών εθνικής ασφάλειας να έχουν παράνομη πρόσβαση σε δεδομένα πολιτών, συμπεριλαμβανομένων δημοσιογράφων και πολιτικών αντιπάλων, αν επιβεβαιωθεί, είναι απαράδεκτη».

Να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη

«Τα κράτη-μέλη είναι αρμόδια να προστατεύουν την εθνική τους ασφάλεια και πρέπει να επιβλέπουν και να ελέγχουν τις υπηρεσίες ασφαλείας τους για να διασφαλίζουν ότι σέβονται πλήρως τα θεμελιώδη δικαιώματα. Αυτό είναι απολύτως σημαντικό για τη διασφάλιση της προστασίας των προσωπικών δεδομένων και της ασφάλειας των δημοσιογράφων και της ελευθερίας της έκφρασης. Επίσης, η διερεύνηση τέτοιων θεμάτων είναι ευθύνη κάθε κράτους μέλους της ΕΕ και η Επιτροπή αναμένει από τις εθνικές αρχές να εξετάσουν διεξοδικά κάθε τέτοιου είδους ισχυρισμό για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών» συμπλήρωσε.

Τέλος, η εκπρόσωπος της Επιτροπής ανέφερε ότι η Κομισιόν βρίσκεται σε επαφή με όλα τα κράτη-μέλη για αυτό το ζήτημα.

Σακελλαροπούλου: «Άμεση και πλήρης διαλεύκανση της υπόθεσης»

Σε παρέμβαση για την υπόθεση των παρακολουθήσεων προχώρησε η Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κατερίνα Σακελλαροπούλου.

z7akar1660045514295

Η Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κατερίνα  Σακελλαροπούλου, πήρε θέση για το θέμα των  παρακολουθήσεων. Όπως αναφέρει η ΠτΔ, η εξαίρεση που προβλέπει το Σύνταγμα για λόγους εθνικής ασφάλειας στην προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας πρέπει «να ερμηνεύεται στενά και η εφαρμογή της να είναι σύμφωνη με τις αρχές του κράτους δικαίου και της αναλογικότητας».

Ολόκληρη η δήλωση της ΠτΔ:

Η προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας είναι θεμελιώδης συνθήκη μιας δημοκρατικής και φιλελεύθερης κοινωνίας. Η εξαίρεση που προβλέπει το Σύνταγμα για λόγους εθνικής ασφάλειας συναρτάται με την ανάγκη προστασίας της χώρας σε ένα απαιτητικό διεθνές περιβάλλον που προϋποθέτει εγρήγορση και δύσκολες σταθμίσεις.

Πρέπει, ωστόσο, να ερμηνεύεται στενά και η εφαρμογή της να είναι σύμφωνη με τις αρχές του κράτους δικαίου και της αναλογικότητας. Η απαρέγκλιτη τήρηση της νομιμότητας και η διαφάνεια της κρατικής δράσης δεν συνιστά μόνον εγγύηση των ατομικών δικαιωμάτων, αλλά τον πιο κρίσιμο δείκτη της ποιότητας της δημοκρατίας μας. Θεμελιώνει την εμπιστοσύνη στο πολιτικό μας συμβόλαιο και την αντοχή του πολιτεύματός μας. Επιβάλλει την άμεση και πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων, καθώς και τη θωράκιση της λειτουργίας της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών. Με αυτοσυγκράτηση και προσήλωση στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες και τους θεσμούς.

Ο σεβασμός και η προάσπιση της δημοκρατίας υπερβαίνει κόμματα και παρατάξεις, πρόσωπα και αξιώματα. Αποτελεί το πιο υψηλό καθήκον όλων μας απέναντι στον ελληνικό λαό.

Κόντρα Γεραπετρίτη – Βενιζέλου με φόντο την υπόθεση Ανδρουλάκη

«Κόντρα» έχει ανοίξει ανάμεσα στον Υπουργό Επικρατείας Γιώργου Γεραπετρίτη και στον Ευάγγελο Βενιζέλο, για το θέμα των παρακολουθήσεων και για το Σύνταγμα.

Ολόκληρο το άρθρο του υπουργού Επικρατείας, που έρχεται ως απάντηση προηγούμενης παρέμβασης για το θέμα από τον Ευάγγελο Βενιζέλο, έχει ως εξής:  «Σε κείμενο που ανήρτησε ο καθηγητής Ευάγγελος Βενιζέλος χαρακτήρισε αντισυνταγματική την άρση απορρήτου του κινητού τηλεφώνου του Νίκου Ανδρουλάκη, η οποία έγινε από την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών για λόγους εθνικής ασφάλειας. Για την πλήρη κατανόηση, επισημαίνω ότι ο κ. Βενιζέλος δεν χαρακτήρισε παράνομη την επισύνδεση επειδή δεν ακολουθήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία ή επειδή δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω οι ουσιαστικές προϋποθέσεις εθνικής ασφάλειας. Επικαλέστηκε ότι βουλευτές και ευρωβουλευτές απαγορεύεται εκ του Συντάγματος γενικά και καθ’ ολοκληρίαν να παρακολουθούνται για οποιονδήποτε λόγο. Με τον τρόπο αυτό αποκλείεται η συζήτηση για τις (αναγκαίες) πρόσθετες ασφαλιστικές δικλείδες, πέρα από την εισαγγελική έγκριση και τον έλεγχο της αρμόδιας συνταγματικής αρχής. Αν κάτι δεν επιτρέπεται γενικά, καμία ασφαλιστική δικλείδα δεν μπορεί να νομιμοποιήσει μια αντισυνταγματική ενέργεια. Ας απομονώσουμε, όμως, τη συζήτηση από τα πολιτικά της χαρακτηριστικά και ας δούμε μόνο τα τεχνικά νομικά.

Ο κ. Βενιζέλος στηρίζει το επιχείρημα του περί καθολικής εξαίρεσης βουλευτών (και κατ’ επέκταση ευρωβουλευτών λόγω της ενωσιακής διάταξης του άρθρου 343 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ενωσης σε συνδυασμό με το άρθρο 9 του Πρωτοκόλλου 7) στον συνδυασμό δύο συνταγματικών διατάξεων.

Διάταξη πρώτη: Ο βουλευτής δεν έχει υποχρέωση μαρτυρίας για πληροφορίες που έλαβε κατά την άσκηση των καθηκόντων του (άρθρο 61 παρ. 3).

Διάταξη δεύτερη: Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας (άρθρο 19 παρ. 1). Στον συλλογισμό ελλοχεύουν, κατά την άποψη μου, λογικά και ερμηνευτικά σφάλματα που καθιστούν το συμπέρασμα μη υποστηρίξιμο.

Πρώτον, υφίσταται ερμηνευτικό άλμα από την εξαίρεση βουλευτών από την υποχρέωση μαρτυρίας στην καθ’ ολοκληρίαν εξαίρεση από τη νόμιμη άρση απορρήτου. Η σύνδεση των δύο είναι εντελώς αυθαίρετη: η εξαίρεση από την υποχρέωση μαρτυρίας είναι ένα υποκειμενικό/προσωπικό δικαίωμα περιορισμένης έκτασης και αφορά, κατά τη γραμματική της διατύπωση, αποκλειστικά και μόνο τη μαρτυρία. Η επέκταση ώστε να καταλάβει οποιαδήποτε άρση απορρήτου είναι πέρα από κάθε έννοια αιτιώδους συνάφειας. Και, επιπλέον, ενόσω το Σύνταγμα θέλει η προστασία από τη μαρτυρία να αφορά μόνο πληροφορίες που περιήλθαν σ’ αυτόν ή δόθηκαν από αυτόν κατά την άσκηση των καθηκόντων του, δηλαδή στο πλαίσιο της πολιτικής και δημόσιας δραστηριότητάς του σύμφωνα με τον ίδιο τον κ. Βενιζέλο, με την αναιτιώδη επέκταση θα φτάναμε στην απόλυτη στεγανοποίηση για οποιαδήποτε πληροφορία, την οποία όμως το Σύνταγμα δεν ήθελε να προστατεύσει.

Δεύτερον, υφίσταται ερμηνευτικό άλμα στην καθολική απαγόρευση μιας ολόκληρης κατηγορίας πολιτών από την άρση απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας. Το άρθρο 19 παρ. 1, το οποίο είναι αυτονοήτως ειδικό ως προς την άρση απορρήτου έναντι οποιασδήποτε άλλης διάταξης, δεν εξουσιοδοτεί τον νόμο να εξαιρέσει υποκείμενα αλλά μόνο να θέσει τις «εγγυήσεις» υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο. Οι εγγυήσεις αυτές μπορεί να είναι διαβαθμισμένες ανά κατηγορία (για παράδειγμα να προβλέπονται πρόσθετες εγγυήσεις για κρατικούς λειτουργούς), αλλά δεν μπορεί να συνεπάγονται την παροχή καθολικής εξαίρεσης. Αυτό θα ήταν εκτός του γράμματος του Συντάγματος και θα συνιστούσε παρέκκλιση από την αρχή της ίσης μεταχείρισης χωρίς συνταγματικό έρεισμα, παρέχοντας μια αδικαιολόγητη προνομία έναντι των υπολοίπων πολιτών.

Τρίτον, καταγράφεται η λανθάνουσα παραδοχή ότι εξ ορισμού ένας βουλευτής ή ευρωβουλευτής δεν μπορεί να λειτουργεί επί ζημία της εθνικής ασφάλειας και άρα δεν πληρούται η τελολογία της συνταγματικής πρόβλεψης για την άρση του απορρήτου. Πιστεύω ότι αυτή η σκέψη δεν μπορεί με κανένα τρόπο να περάσει τη συνταγματική δοκιμασία. Οχι μόνο διότι θα έπληττε ουσιωδώς το ωφέλιμο αποτέλεσμα της άρσης του απορρήτου αλλά κυρίως διότι οι προνομίες που χορηγεί το Σύνταγμα στο πολιτικό προσωπικό δεν διευρύνονται κατά βούληση για να επιφέρουν μια αενάως ανοιχτή προστασία. Ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Εξαιρέσεις από γενικώς ισχύοντες συνταγματικούς κανόνες, κατεξοχήν υπέρ μελών της εκτελεστικής και της νομοθετικής λειτουργίας, θα πρέπει να ερμηνεύονται στενά. Αυτό δεν συνιστά μόνο ερμηνευτική αρχή του Συντάγματος αλλά και δικαιοπολιτική ανάγκη. Διαφορετικά δημιουργείται ένας χώρος απόλυτης έλλειψης λογοδοσίας και ευθύνης. Και, όπως δυστυχώς απέδειξε η πράξη στο πρόσφατο παρελθόν, η ιδιότητα του βουλευτή δεν σημαίνει άνευ ετέρου και πίστη στη δημοκρατία και τους θεσμούς.

Τέταρτον, λανθάνει επίσης η παραδοχή ότι το νομικό ερώτημα εάν βουλευτές και ευρωβουλευτές απολαύουν απόλυτης προστασίας απορρήτου υπό οποιανδήποτε συνθήκη προέκυψε το πρώτον σήμερα. Οι δύο συνταγματικές διατάξεις περί άρσης απορρήτου και προστασίας βουλευτών από μαρτυρία ισχύουν αυτούσιες από το 1975. Εάν πράγματι υπήρχε η αντίληψη ότι υφίσταται ασάφεια ως προς το εύρος της προστασίας του πολιτικού προσωπικού, ο νομοθέτης θα το είχε επιλύσει, όπως πάντοτε συμβαίνει σε κάθε συνταγματική αμφισημία. Εντούτοις, ο εκτελεστικός νόμος 2225/1994 προβλέπει ειδικά στο άρθρο 3 τις εγγυήσεις για την άρση του απόρρητου των επικοινωνιών χωρίς να διαλαμβάνει καμία απολύτως εξαίρεση για οποιαδήποτε κατηγορία πολιτών. Ο νόμος αυτός, τον οποίο υπέγραψε ως συναρμόδιος υπουργός ο κ. Βενιζέλος, ισχύει περίπου με το ίδιο περιεχόμενο έως σήμερα. Ούτε, βεβαίως, στο σύγγραμμά του αναφέρει οτιδήποτε σχετικά με την επέκταση της προστασίας των βουλευτών πέρα από την μη υποχρεωτική μαρτυρία. Εάν, όπως διατείνεται ο κ. Βενιζέλος, δεν υπάρχει καν νομιμοφάνεια στην άρση απορρήτου ενός βουλευτή επειδή αυτός αυτονοήτως προστατεύεται συνολικά, είναι απορίας άξιο πως δεν είχε μνημονευθεί η εξαίρεση αυτή στον νόμο και στο σύγγραμμα του.

Το θεσμικό πλαίσιο της νόμιμης άρσης απορρήτου θα πρέπει να βελτιωθεί ακολουθώντας τις βέλτιστες πρακτικές αλλοδαπών εννόμων τάξεων. Σε μια εύλογη ισορροπία μεταξύ της διασφάλισης των δικαιωμάτων των πολιτών και της αποτελεσματικής υποστήριξης της εθνικής ασφάλειας. Στη δύσκολη αυτή εξίσωση απαιτείται δημιουργικό και καθαρό πνεύμα. Και σε καμία περίπτωση πολιτικοί συμψηφισμοί και προκρούστεια θεώρηση του Συντάγματος».

Η απάντηση Ευάγγελου Βενιζέλου

Στη δήλωσή του της 8ης Αυγούστου 2022 ο κ. Μητσοτάκης ανέφερε επί λέξει τα εξής: «Παρότι όλα έγιναν νόμιμα, η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών υποτίμησε την πολιτική διάσταση της συγκεκριμένης ενέργειας. Ήταν τυπικά επαρκής, όμως πολιτικά μη αποδεκτή. Δεν θα έπρεπε να έχει συμβεί, προκαλώντας ρωγμές στην εμπιστοσύνη των πολιτών στις Υπηρεσίες Εθνικής Ασφάλειας. Γιατί αν και αφορούσε προβεβλημένο πολιτικό πρόσωπο, ο χειρισμός της υπήρξε ελλιπής. Ακριβώς γι’ αυτό απομακρύνθηκε αμέσως ο Διοικητής της ΕΥΠ. Ενώ και ο Γενικός Γραμματέας του Γραφείου του Πρωθυπουργού ανέλαβε την αντικειμενική πολιτική ευθύνη.»

Στη δήλωσή μου της ίδιας ημέρας έθεσα πολλά θεμελιώδη πολιτικά και νομικά ζητήματα, ένα από τα οποία ήταν το κανονιστικό περιεχόμενο του άρθρου 61 παρ. 3 Συντ. που κατοχυρώνει το βουλευτικό απόρρητο. Είπα, για την ακρίβεια τα εξής: «Το βουλευτικό απόρρητο του άρθρου 61 παρ. 3 ως ειδικότερη διάταξη θέτει, απευθείας εκ του Συντάγματος, πρόσθετα ειδικότερα όρια στις κάμψεις του τηλεπικοινωνιακού απορρήτου που προβλέπονται στο άρθρο 19 παρ.1. Τα άρθρα 8 της ΕΣΔΑ και 7 του ΧΘΔ της ΕΕ, ενισχύουν και δεν απομειώνουν τις εγγυήσεις. Δεν μπορεί να παρακολουθείται βουλευτής ή ευρωβουλευτής και κατά μείζονα λόγο αρχηγός κόμματος για λόγους «εθνικής ασφαλείας» ενδογενείς ή πολύ περισσότερο «εισαγόμενους». Τέτοιες δικαιολογίες είναι εξίσου κακές και βλαπτικές με την πράξη καθεαυτήν. Η θέση του Πρωθυπουργού ότι η παρακολούθηση ήταν τυπικά νόμιμη αλλά πολιτικά εσφαλμένη είναι μεγάλων διαστάσεων σφάλμα. Μπορούν άραγε να παρακολουθούνται πολιτικά πρόσωπα, βουλευτές και αρχηγοί κομμάτων, για λόγους «εθνικής ασφάλειας» εάν το σταθμίσει ο εκάστοτε πρωθυπουργός και το εγκρίνει ένας εισαγγελέας εφετών; Όχι βέβαια. Περιμένω ο Πρωθυπουργός να επανέλθει με σχετική διευκρίνηση.»

Αντί όμως να επανέλθει ο κ. Μητσοτάκης για διευκρίνηση παρεμβαίνει ο (συνάδελφος στο Πανεπιστήμιο και εκλεκτός φίλος) υπουργός Επικρατείας Γιώργος Γεραπετρίτης, υποστηρίζοντας την άποψη ότι το άρθρο 61 παρ. 3 και το εκεί προστατευόμενο βουλευτικό απόρρητο δεν αποκλείει την παρακολούθηση των επικοινωνιών βουλευτή ( αρχηγού κόμματος, υπουργού, πρωθυπουργού, γιατί όχι του Προέδρου της Δημοκρατίας) για λόγους εθνικής ασφαλείας.

Το επιχείρημά του είναι ότι η εξαίρεση από το καθήκον μαρτυρίας και την υποχρέωση αποκάλυψης των πηγών δεν σημαίνει εξαίρεση του βουλευτή από τη δυνατότητα παρακολούθησής του. Άλλωστε, λέει, τέτοια εξαίρεση δεν προβλέπεται στο ν. 2225/1994 που θέτει το γενικό νομοθετικό πλαίσιο για τις παρακολουθήσεις για λόγους εθνικής ασφαλείας. Μάλιστα υπογράφω και εγώ ως Υπουργός Τύπου τότε μαζί με πολλά μέλη της τελευταίας κυβέρνησης Ανδρέα Παπανδρέου το νόμο του 1994.

Προφανώς ο νόμος δεν επαναλαμβάνει τις συνταγματικά προβλεπόμενες εξαιρέσεις. Δεν εξαιρεί, ας το επαναλάβω, ούτε την ΠτΔ, ούτε τον Πρωθυπουργό και τα μέλη της Κυβέρνησης, ούτε τον Εισαγγελέα του ΑΠ. Κατά τη λογική του κ. Γεραπετρίτη ο κ. Κοντολέων με την έγκριση της εισαγγελέως κυρίας Βλάχου θα μπορούσε να παρακολουθεί «νομίμως» όλο το πολιτικό, δικαστικό και επικοινωνιακό σύστημα της χώρας! 

Οφείλω για ιστορικούς λόγους να θυμίσω ότι τον Δεκέμβριο του 1994, λίγο μετά την ψήφιση του ν. 2225/1994, ήμουν μεταξύ αυτών που εισηγήθηκαν στον Ανδρέα Παπανδρέου την αναστολή της ποινικής δίωξης του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου περί ευθύνης υπουργών για τις τηλεφωνικές υποκλοπές της υπόθεσης Γρυλλάκη / Μαυρίκη. Πράγματι με διαγγέλματά του την παραμονή της πρωτοχρονιάς του 1995 ο Ανδρέας Παπανδρέου εξήγγειλε την αναστολή της δίωξης του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και την έναρξη της διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος.

Στο επιχείρημα λοιπόν αυτό του Γ. Γεραπετρίτη (που κάλυψε δυστυχώς εκ μέρους της κυβέρνησης τον αποπεμφθέντα διοικητή της ΕΥΠ ενώπιον της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας ) έχει απαντήσει εκ προοιμίου ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης στη χθεσινή δήλωση του στην οποία είπε, δημόσια και επίσημα, ότι αν είχε ερωτηθεί θα ήταν αντίθετος προς την παρακολούθηση των τηλεφωνικών επικοινωνιών ενός ευρωβουλευτή / υποψηφίου αρχηγού του κόμματός του. Γιατί άραγε, θα ήταν αντίθετος ο Πρωθυπουργός; Και για να εκφραστώ νομικά: Θα ήταν νόμιμη η εντολή του Πρωθυπουργού να μη διενεργηθεί παρακολούθηση παρότι η ΕΥΠ προτείνει κάτι τέτοιο για λόγους εθνικής ασφαλείας;

Η δική μου απάντηση είναι ότι η αντίθεση του Πρωθυπουργού θα ήταν νόμιμη λόγω του ειδικού καθεστώτος του βουλευτή, αλλά αυτό η κυβέρνηση δεν θέλει να το αντιληφθεί. Γιατί πρέπει στη συνέχεια να παραδεχθεί ότι αν ήταν νόμιμη η εντολή του Πρωθυπουργού να μη διενεργηθεί παρακολούθηση, είναι παράνομη η απόφαση του διοικητή της ΕΥΠ να τη διενεργήσει και η έγκριση της με εισαγγελική διάταξη.

Ο κ. Μητσοτάκης, δεν αποδέχθηκε ότι εξαιρούνται πλήρως των παρακολουθήσεων για λόγους εθνικής ασφάλειας οι βουλευτές (υπουργοί, πρωθυπουργοί κλπ ), αποδέχθηκε όμως ρητά και κατηγορηματικά ότι, όταν στόχος μιας παρακολούθησης είναι πολιτικό πρόσωπο και μάλιστα ευρωβουλευτής ή βουλευτής, πρέπει να γίνει πολύ σοβαρός και προσεκτικός έλεγχος των δεδομένων και πολύ διστακτική στάθμιση από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό που στην προκειμένη περίπτωση θα κατέληγε στη μη παρακολούθηση. Όμως τέτοιος σοβαρός και προσεκτικός έλεγχος πρέπει να γίνεται πάντα προκειμένου να διαπιστώνεται η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων του νόμου για την επιβολή του δυσμενούς μέτρου της παραβίασης του απορρήτου των επικοινωνιών.

Ο έλεγχος αυτός, με κριτήριο την αρχή της αναλογικότητας, συνιστά προϋπόθεση για την επιβολή οποιουδήποτε περιορισμού θεμελιωδών δικαιωμάτων μεταξύ των οποίων και το απόρρητο των επικοινωνιών. Αν δεν συντρέχουν σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση οι ουσιαστικές προϋποθέσεις και δεν τηρείται η αρχή της αναλογικότητας, ο περιορισμός του θεμελιώδους δικαιώματος είναι αντισυνταγματικός γιατί παραβιάζει το άρθρο 19 παρ. 1 του Συντάγματος και επιπλέον είναι αντίθετος προς την ΕΣΔΑ ( άρθρο 8 ) και τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ (άρθρο 7 ).

Στην περίπτωση του βουλευτή προστίθεται σε αυτά και η συρροή του άρθρου 61 παρ. 3 που, όπως είπα στη χθεσινή δήλωση μου, «ως ειδικότερη διάταξη θέτει, απευθείας εκ του Συντάγματος, πρόσθετα ειδικότερα όρια στις κάμψεις του τηλεπικοινωνιακού απορρήτου που προβλέπονται στο άρθρο 19 παρ.1.».

Φαίνεται ότι ο κ. Μητσοτάκης υπερέβη τις αντιρρήσεις του κ. Γεραπετρίτη και αυτό που λέω, επί της ουσίας το αποδέχθηκε χθες. Διάφοροι ακτιβιστές θιασώτες του θεσμικού εξισωτισμού που λένε ότι δεν επιτρέπεται ειδική μεταχείριση των πολιτικών προσώπων όταν πρόκειται για ζήτημα εθνικής ασφάλειας, έχουν άραγε αντιληφθεί ότι ο κ. Μητσοτάκης έθεσε προς συζήτηση τους ειδικούς κανόνες που πρέπει να ισχύουν για πολιτικά πρόσωπα; Ακόμη συνεπώς και χωρίς συνεκτίμηση του βουλευτικού απορρήτου η κυβερνητική θέση είναι αθεράπευτα αντιφατική.

Η ενέργεια της ΕΥΠ ή ήταν νόμιμη επειδή πληρούσε τις διαδικαστικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις και άρα κακώς απελύθη ο διοικητής της, ή ήταν παράνομη επειδή δεν συνέτρεχαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις. Η αντίφαση οφείλεται στο ότι ο Πρωθυπουργός αποδίδει προδήλως ιδιαίτερη σημασία στην πολιτική και μάλιστα κοινοβουλευτική ιδιότητα του κ. Ανδρουλάκη λόγω της οποίας εκτιμά ότι δεν έπρεπε να καταστεί στόχος παρακολούθησης των τηλεφωνικών του επικοινωνιών και λόγω της οποίας με «προνομιακό» τρόπο καλείται για εκ των υστέρων ενημέρωση όχι από την ΑΔΑΕ αλλά από το νέο διοικητή της ΕΥΠ. Τι συμβαίνει εν προκειμένω;

Ποια είναι επιτέλους η θέση της Κυβέρνησης; Ο κ. Μητσοτάκης εισάγει αυθαίρετα μια προνομιακή μεταχείριση των πολιτικών προσώπων χωρίς να λαμβάνει υπόψη ούτε το Σύνταγμα, ούτε τον νόμο, ούτε τις ανάγκες της εθνικής ασφάλειας; Τα υποτάσσει όλα στην ανάγκη περιορισμού της πολιτικής ζημιάς που αναγνωρίζει ότι έχει επέλθει από μια δήθεν νόμιμη (που είδαμε ότι ήταν παράνομη) αλλά «εσφαλμένη» ενέργεια της ΕΥΠ υπό την εποπτεία του την οποία αποδέχεται ότι δεν ασκούσε αποτελεσματικά;

Αυτό που διαισθάνεται ο κ. Μητσοτάκης αλλά δυστυχώς δεν αποδέχεται ρητά είναι η ύπαρξη ενός ιδιαίτερου νομικού καθεστώτος των βουλευτών (και των ευρωβουλευτών που εξομοιώνονται με τους βουλευτές στη χώρα τους). Αυτό θεμελιώνεται, ούτως ή άλλως στον δημοκρατικό και κοινοβουλευτικό χαρακτήρα του πολιτεύματος, αλλά πρωτίστως στη ρητή και ειδική διάταξη του άρθρου 61 παρ. 3 Συντάγματος σύμφωνα με το οποίο: «O βουλευτής δεν έχει υποχρέωση μαρτυρίας για πληροφορίες που περιήλθαν σ’ αυτόν ή δόθηκαν από αυτόν κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ούτε για τα πρόσωπα που του εμπιστεύθηκαν τις πληροφορίες ή στα οποία αυτός τις έδωσε.»

Ας δούμε δυο χαρακτηριστικά παραδείγματα: Αν βουλευτής εφάπτεται με υπάλληλο της ΕΥΠ που τον εφοδιάζει με πληροφορίες και στοιχεία για υποκλοπές, ο βουλευτής μπορεί να χρησιμοποιήσει τα στοιχεία και καλύπτεται από το απόρρητο. Αν βουλευτής εφάπτεται με πράκτορα ξένης μυστικής υπηρεσίας που τον εφοδιάζει με στοιχεία για ψεύδη της ελληνικής κυβέρνησης σε σχέση με την εξωτερική ή την αμυντική πολιτική, ο βουλευτής μπορεί να χρησιμοποιήσει τα στοιχεία και καλύπτεται από το απόρρητο.

Αν η ΕΥΠ θέλει να παρακολουθήσει τις τηλεφωνικές συνομιλίες του βουλευτή αυτού για λόγους εθνικής ασφάλειας (που κατά την άποψη της είναι «προφανείς»), δεν μπορεί να το κάνει γιατί αν το έκανε θα εξουδετέρωνε την ειδική προνομιακή προστασία του βουλευτικού απορρήτου. Θα καταστρατηγούσε το ρητό συνταγματικό δικαίωμα του βουλευτή να μη αποκαλύψει τις πηγές του και τους συνομιλητές του. Ανάλογα ζητήματα τίθενται στη νομολογία του ΕΔΔΑ με το δικηγορικό και το δημοσιογραφικό απόρρητο, παρότι αυτά δεν έχουν την εθνική συνταγματική κατοχύρωση του βουλευτικού απορρήτου.

Προβάλλεται καλόπιστα το ερώτημα: Και τι γίνεται με την ανάγκη παρακολούθησης ενός βουλευτή της «Χρυσής Αυγής» που κρίθηκε δικαστικά ότι ως κόμμα στέγαζε εγκληματική οργάνωση ή ενός βουλευτή που μετέχει σε τρομοκρατική οργάνωση. Στις περιπτώσεις αυτές το ζητούμενο είναι η άρση του τηλεπικοινωνιακού απορρήτου για τη διακρίβωση ιδιαιτέρως σοβαρού εγκλήματος που γίνεται με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών και όχι για επίκληση λόγων εθνικής ασφάλειας, άνευ εγκλήματος, δηλαδή για λόγους αντικατασκοπείας που οδηγεί σε άρση απορρήτου με απλή εισαγγελική διάταξη.

Ο βουλευτής υπέχει ποινική ευθύνη και υπόκειται στην ποινική προδικασία, όπως προβλέπει το Σύνταγμα που μάλιστα αναθεωρήθηκε σχετικά το 2019 για να περιορίσει τη βουλευτική ασυλία.

Το συμπέρασμα μου είναι ότι η κυβερνητική γραμμή σύμφωνα με την οποία η παρακολούθηση των τηλεφωνικών επικοινωνιών του κ. Ανδρουλάκη ήταν «τυπικά επαρκής» και άρα «νόμιμη» αλλά «πολιτικά εσφαλμένη και μη αποδεκτή», είναι μίζερη, αδιέξοδη και μάταιη. Υπήρξε μείζον ατόπημα. Βαριά προσβολή του Συντάγματος και αυτή οφείλεται στον συγκεντρωτικό τρόπο οργάνωσης και άσκησης της πρωθυπουργικής εξουσίας. Η εικόνα ενός πρωθυπουργού που ανακαλύπτει εκ των υστέρων κρίσιμες κινήσεις του διοικητή της ΕΥΠ με τις οποίες διαφωνεί ριζικά, δεν είναι καλή και ασφαλής για τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου.

Αυτή η κατάσταση απαιτεί ειλικρινή, θαρραλέα και ριζική αντιμετώπιση. Πραγματική ανάληψη ευθύνης χωρίς υπεκφυγές και αδιέξοδες διακρίσεις μεταξύ «τυπικά επαρκών» και «πολιτικά μη αποδεκτών» ενεργειών. Αυτό επαναφέρει την άτυχη διάκριση μεταξύ «νόμιμου» και «ηθικού» που δεν πήγε καθόλου καλά.

Μ. Κατρίνης: Η χώρα είναι ξέφραγο αμπέλι με ευθύνη του πρωθυπουργού

7jbb8e1660066719177

Ο επικεφαλής της ΚΟ του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής, Μιχάλης Κατρίνης, σε συνέντευξή του στον τ/σ «Σκάϊ» αναφορικά με την υπόθεση Predator και την παρακολούθηση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ Νίκου Ανδρουλάκη, είπε ότι «πρόκειται για μια δυσώδη υπόθεση η οποία βλάπτει σοβαρά και νομίζω με μη αντιστρεπτό τρόπο τη διεθνή εικόνα της χώρας».

«Δεν είναι τυχαίο ότι το θέμα της εμπλοκής του Μεγάρου Μαξίμου σε θέματα υποκλοπών και παρακολουθήσεων πολιτικών προσώπων παίζει στα μεγαλύτερα μέσα του εξωτερικού και από την άλλη έχουμε μια κυβέρνηση η οποία υποπίπτει από το ένα λάθος στο άλλο και από το ένα ψέμα στο άλλο» σημείωσε.

«Έγινε επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας μετά από αίτημα του ΠΑΣΟΚ. Εκεί ήρθε ο κ. Γεραπετρίτης και είπε ότι δεν παρακολουθεί η ΕΥΠ κανένα πολιτικό πρόσωπο. Μετά από πέντε ημέρες αποκαλύφθηκε ότι παρακολουθούσαν το τηλέφωνο του Νίκου Ανδρουλάκη, το ίδιο διάστημα στο οποίο επιχειρήθηκε να εγκατασταθεί το λογισμικό το Predator, το οποίο ξέρουμε ότι παραβιάζει τα προσωπικά δεδομένα και ο πρωθυπουργός εχθές αντί να αναλάβει ο ίδιος την πολιτική ευθύνη, γιατί ο ίδιος τον Ιούλιο του 2019 υπήγαγε την ΕΥΠ στην δικαιοδοσία του, προτίμησε να πει, εάν είναι δυνατόν, νόμιμη η επισύνδεση, παρακολούθηση πολιτικού προσώπου του αρχηγού του τρίτου τη τάξει κοινοβουλευτικού κόμματος και να μεταφέρει τη ευθύνη στον γενικό γραμματέα του πρωθυπουργού τον οποίον ο ίδιος τοποθέτησε, όπως επίσης και τον διοικητή της ΕΥΠ» ανέφερε.

Ο Μ. Κατρίνης τόνισε ότι «υπάρχει άμεση πολιτική ευθύνη του πρωθυπουργού για το μπάχαλο που υπάρχει στην χώρα. Δεν μας απάντησε, πρώτον για ποιον λόγο παρακολουθείτο το τηλέφωνο του Νίκου Ανδρουλάκη και το δεύτερον, δεν μας είπε τίποτα για το παράνομο λογισμικό το Predator, ποιος το χρησιμοποιεί στην χώρα και εάν είναι δυνατόν η ίδια η ΕΥΠ να μην γνωρίζει ποιος το χρησιμοποιεί».

Σχετικά με την ενημέρωση του Νίκου Ανδρουλάκη από κυβερνητικές πηγές, σημείωσε ότι «καταρχάς, δεν έχει γίνει καμία όχληση από δημόσιες αρχές και από τον νέο διοικητή της ΕΥΠ. Ποιος είναι ο νέος διοικητής της ΕΥΠ; Έχει τοποθετηθεί κάποιος; Πέρασε μέσω της επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Bουλής; Επειδή προφορικά ανακοινώθηκε ότι θα είναι ο κ. Δεμίρης, είναι ο καινούργιος διοικητής της ΕΥΠ; Υπάρχει μια διαδικασία.

Δεύτερον: Από ποιον ενημερώθηκε (ο Νίκος Ανδρουλάκης); Από τον κ. Γεραπετρίτη; Ο οποίος δέκα ημέρες πριν είπε ψέματα στην Βουλή λέγοντας ότι δεν παρακολουθούν το τηλέφωνο κανενός πολιτικού στη χώρα; Έχει καμία αξιοπιστία αυτή η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός πλέον μετά την σωρεία ψεμάτων και ψεύτικων διαρροών προς την δημιουργία εντυπώσεων; Είναι σοβαρά ζητήματα διαφάνειας και δικαιωμάτων».

«Η χώρα δυστυχώς είναι ξέφραγο αμπέλι με ευθύνη του πρωθυπουργού. Τρία χρόνια έχει υπαχθεί η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών στην δικαιοδοσία του πρωθυπουργού. Παρά την προσπάθεια του να μεταβιβάσει την ευθύνη στον κ. Δημητριάδη και στον κ. Κοντολέοντα, είναι σαφέστατο ότι η πολιτική ευθύνη ανήκει 100% στον κ. Μητσοτάκη» τόνισε ο επικεφαλής της ΚΟ του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής και κατέληξε στη συνέντευξή του:

«Η Εξεταστική Επιτροπή που έχουμε ζητήσει μαζί με την Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας, θεωρούμε και πιστεύουμε ότι δεν θα είναι πάλι μια επιτροπή που η πλειοψηφία θα προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει αυτό το όπλο για να ρίξει συσκότιση. Τα ερωτήματα είναι πολλά και αναπάντητα και δημιουργούν θέμα δημοκρατίας και λειτουργίας των θεσμών της χώρας».

<script async=”” src=”https://platform.twitter.com/widgets.js” charset=”utf-

ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ:  Ο φόβος τους για έλεγχο δεν κρύβεται με τίποτα

Την έντονη αντίδραση του ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ προκάλεσε η απόφαση του Κωνσταντίνου Τασούλα να απορρίψει το αίτημα για την άμεση σύγκληση της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας.

Όπως σχολιάζει η αξιωματική αντιπολίτευση, «μετά την χθεσινή παραπομπή της συζήτησης στη Βουλή για το τέλος Αυγούστου, η κυβέρνηση Μητσοτάκη αρνείται και την άμεση συνεδρίαση της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας που ζήτησε ο ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία για το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων.  

Είναι εμφανές ότι παίζουν καθυστερήσεις. Αλλά στην προσπάθειά τους αυτή κάνουν την ενοχή τους να φωνάζει ακόμη πιο δυνατά και τον φόβο τους για έλεγχο να μην κρύβεται με τίποτα».

Ο ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ τονίζει πως «ό,τι κι αν σκαρφιστούν, όσο σιωπητήριο και να προσπαθήσουν να επιβάλουν ο ασκός του Αιόλου έχει ανοίξει. Τίποτα δεν γλιτώνει τον κ. Μητσοτάκη από τις ευθύνες του για την εκτροπή που επιχείρησε

Ανακοίνωση ΑΔΑΕ για καταγγελία Ανδρουλάκη

Με ανακοίνωση της η ΑΔΑΕ αναφέρει ότι υπάρχουν ήδη τα πρώτα ευρήματα από τον έλεγχο αναφορικά με την καταγγελία του Νίκου Ανδρουλάκη για το θέμα των υποκλοπών, ενώ σημειώνει ότι είναι έτοιμη να υποβάλει συγκεκριμένες προτάσεις για τη βελτίωση του θεσμικού πλαισίου του απορρήτου των επικοινωνιών.

Η ανακοίνωση της ΑΔΑΕ

Η Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ) δηλώνει ότι ο έλεγχος που αφορά την καταγγελία του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ κ. Νίκου Ανδρουλάκη έχει ήδη αποφέρει τα πρώτα ευρήματα, βρίσκεται σε εξέλιξη και θα συνεχιστεί για την πλήρη και από πάσης απόψεως διερεύνηση της υποθέσεως, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της ΑΔΑΕ.

Υπενθυμίζεται ότι η ΑΔΑΕ είναι η κατ’ εξοχήν αρμόδια με βάση το ίδιο το Σύνταγμα Αρχή (άρθρο 19 §2) για την διασφάλιση του θεμελιώδους και απολύτως απαραβίαστου δικαιώματος στο απόρρητο και την ιδιωτικότητα των επικοινωνιών, χωρίς το οποίο δεν νοείται κράτος δικαίου και δημοκρατικός βίος.

Είναι, τέλος, έτοιμη να υποβάλει αρμοδίως συγκεκριμένες προτάσεις, μέρος των οποίων έχει ήδη αποτυπωθεί στις ετήσιες εκθέσεις της προς την Βουλή των Ελλήνων, για τη βελτίωση του θεσμικού πλαισίου και την περαιτέρω θωράκιση του απορρήτου των επικοινωνιών.


σχετικα αρθρα