SPECIALS

«Λευκό σχέδιο»: Η εισβολή των ναζί στην Πολωνία και η αρχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου

Δημοσίευση 1 Σεπτεμβρίου 2019, 16:00 / Ανανεώθηκε 1 Σεπτεμβρίου 2019, 16:38
«Λευκό σχέδιο»: Η εισβολή των ναζί στην Πολωνία και η αρχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου
Facebook Twitter Whatsapp

Η πρώτη δοκιμή του «κεραυνοβόλου πολέμου» στα πεδία των μαχών

Η γερμανική εισβολή στην Πολωνία σηματοδοτεί ουσιαστικώς και την έναρξη του Β’Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς, συνεπεία αυτής και σε υλοποίηση των όρων της συμφωνίας εγγυήσεως της Πολωνίας με τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία, οι δύο τελευταίες, δια των πρέσβεών τους στο Βερολίνο, στις 3 Σεπτεμβρίου 1939, επέδωσαν τελεσίγραφο στη Γερμανία για άμεση λήξη των εχθροπραξιών με την Πολωνία και αποχώρηση από τα πολωνικά εδάφη, κάτι βεβαίως που δεν έγινε και ξέσπασε ο πόλεμος σε παγκόσμιο επίπεδο.

Στις 17 Σεπτεμβρίου 1939, η τότε κομμουνιστική Σοβιετική Ένωση, εισέβαλε και αυτή στα ανατολικά σύνορα της Πολωνίας και κατέλαβε το 52% του πολωνικού εδάφους, εφαρμόζοντας και αυτή τους όρους του μυστικού πρωτοκόλλου του Συμφώνου Ρίμπερντροπ-Μόλοτωφ. Στις 6 Οκτωβρίου 1939 η Πολωνία είχε κατακτηθεί πλήρως και τα εδάφη της είχαν μοιραστεί μεταξύ ναζιστικής Γερμανίας και κομμουνιστικής Σοβιετικής Ενώσεως σε αγαστή συνεργασία.

Η εισβολή

Στα τέλη Αυγούστου 1939 η Γερμανία είναι έτοιμη για να εισβάλλει στην Πολωνία, περιμένοντας μόνο την αφορμή, και ο έμπειρος Βρετανός πρεσβευτής στο Βερολίνο Χέντερσον γράφει σχετικά προς το Φόρεϊν Όφφις: «Είμαι βέβαιος, από όσα έβλεπα στο Βερολίνο, ότι ο Χίτλερ είχε διατάξει την εισβολή στην Πολωνία την νύκτα της 25ης προς 26η Αυγούστου, διαφορετικά δεν μπορώ να εξηγήσω όσα συνέβαιναν στην Γερμανία: Οι άδειες των στρατιωτικών είχαν ανακληθεί, τα αεροδρόμια είχαν κλείσει, οι εσωτερικές πτήσεις δεν γίνονταν, τα τρόφιμα είχε προβλεφθεί να μοιράζονται με δελτίο…».

Αφορμή για εισβολή δεν υπάρχει, αλλά οι Γερμανοί δεν προούνται από τέτοιες «λεπτομέρειες» και αποφασίζουν να …δημιουργήσουν μία. Τα SS παίρνουν 150 κρατούμενους από το στρατόπεδο συγκεντρώσεως του Μπούνχενβαλντ, τους μεταφέρουν στον συνοριακό σταθμό διαβιβάσεων του Γκλάϊβιτς και τους ντύνουν με πολωνικές στολές. Αμέσως μετά τους υποχρεώνουν να καταπιούν δηλητήριο, πυροβολούν τα πτώματα, προξενούν μικρές καταστροφές στον σταθμό, ώστε να φαίνεται ότι δέχτηκε επίθεση. Στον ασύρματο του σταθμού ένας άνδρας των SS ουρλιάζει στα Πολωνικά ότι τα στρατεύματα της Πολωνίας πρόκειται να εισβάλουν στην Γερμανία. Ο διοικητής του σταθμού Συνταγματάρχης Στάϊνμετς αρχικά δοκιμάζει να αντισταθεί στην απάτη, αλλά οι SS του απαντούν με ένα “Fuhrerbefehl!” («Διαταγή του Φύρερ»). Μετά τη λήψη και σχετικών φωτογραφιών, οι SS αποχωρούν.

Αποτέλεσμα αυτής της φοβερής «σκηνοθεσίας», όσο και του αμείλικτου τρόπου σκέψεως των ναζιστών για την επίτευξη του σκοπού τους, ήταν ο Χίτλερ να αναγγείλει επισήμως στις 1 Σεπτεμβρίου 1939, στο γερμανικό κοινοβούλιο (Ράϊχστανγκ) ότι οι Πολωνοί προσπάθησαν την προηγούμενη να εισβάλουν στο Γερμανικό έδαφος και ότι ο γερμανικός Στρατός ανταποδίδει τα πυρά που δέχτηκε στις 04:45 το πρωί.

Όμως η αλήθεια ήταν τελείως διαφορετική. Ο Χίτλερ έχει διατάξει την επίθεση κατά της Πολωνίας ήδη από τις 31 Αυγούστου 1939, επί τη βάσει λεπτομερούς σχεδίου του Στρατάρχη Βάλτερ φον Μπράουχιτς και του Επιτελείου του με κωδική ονομασία “Fall Weiss” («Λευκό σχέδιο»), υλοποιείται η επίθεση από ξηράς, θαλάσσης και αέρος.

Οι αντίπαλες δυνάμεις

Οι χερσαίες δυνάμεις των Γερμανών περιλαμβάνουν περίπου 1.500.000 στρατιώτες, 2.750 άρματα μάχης και 9.000 πυροβόλα κάθε διαμετρήματος (πολλά από αυτά ακόμη ιππήλατα). Οι αεροπορικές δυνάμεις (Luftwaffe) υποστηρίζουν την επιχείρηση με 2.315 αεροσκάφη, κατανεμημένα σε δύο Αεροπορικούς Στόλους (Luftflotte). Το γερμανικό πολεμικό ναυτικό (Kriegsmarine) υποστηρίζει με πυρά παράκτιων πυροβόλων της ομάδας “Ost” (=Ανατολή) τις επιχειρήσεις και καλείται να αντιμετωπίσει το, ακόμη πιο ασθενές, Πολωνικό Ναυτικό. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο λιμάνι του Ντάντσιχ (σημερινό Γκντανσκ) έχει αγκυροβολήσει το “εκπαιδευτικό” καταδρομικό «Σλέσβιγκ – Χόλσταϊν», το οποίο με την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων υποστηρίζει με τα πυρά του τη χερσαία επίθεση με στόχο την κατάληψη της προαναφερθείσας σημαντικής πόλεως-λιμένος με το συντριπτικό – τότε – ποσοστό των γερμανόφωνων κατοίκων της.

Σε τακτικό επίπεδο, η για πρώτη φορά στην παγκόσμιο ιστορία συνδυασμένη επίθεση αρμάτων μάχης και αεροπορίας είναι η πρώτη εφαρμογή στην πράξη της στρατηγικής του «κεραυνοβόλου πολέμου» (Blitzkrieg), που θα ακολουθήσει στο μέλλον η Βέρμαχτ, και θα εξουδετερώσει όλους τους αντιπάλους της τουλάχιστον τα τρία πρώτα χρόνια του πολέμου και μέχρι τα τέλη του 1942. Είναι η στρατηγική, που συμφώνως με τον βασικό εμπνευστή της Στρατηγό Χάϊντς Γκουντέριαν «μπορεί να διαλύσει ένα στρατό σε μία μέρα».

Από την πλευρά τους οι Πολωνοί πρόλαβαν να κινητοποιήσουν περίπου 950.000 άνδρες (έναντι των υπολογιζόμενων 2.500.000), τους οποίους κατανέμουν σε επτά ομάδες στρατιών. Οι εφεδρείες δεν έχουν ολοκληρώσει την κινητοποίησή τους και τη συγκρότησή τους. Ο επικεφαλής των Πολωνικών δυνάμεων Στρατάρχης Ρυντζ – Σμίγκλυ διαπράττει, το σοβαρό σφάλμα να θέλει να υπερασπίσει το σύνολο του εθνικού εδάφους από τα δυτικά, πράγμα που διασπά τις ήδη πενιχρές δυνάμεις του. Συνολικώς διαθέτει 39 μεραρχίες πεζικού, 11 ταξιαρχίες ιππικού, 3 ορεινές ταξιαρχίες, δύο θωρακισμένες – μηχανοκίνητες και μερικές μικρότερες μονάδες. Σημειώνεται ότι διαθέτει μόνο 695 ελαφρά άρματα μάχης στην πλειονότητά τους, και 52 θωρακισμένα οχήματα, ενώ 185 άρματα μάχης παραμένουν σε εφεδρεία.

Η γερμανική επίθεση κατά της Πολωνίας ξεκίνησε με καταιγιστική δράση της Luftwaffe η οποία δεν προσβάλλει μόνο τα πολωνικά αεροδρόμια αλλά και συγκεντρώσεις στρατευμάτων, αποθήκες και στρατόπεδα, προκαλώντας τρόμο στους αμάχους στα μετόπισθεν αποδιοργανώνοντάς τα. Μετά από μία ώρα επιτίθενται τα τεθωρακισμένα με μεγάλη βιαιότητα όπου δεν «καθυστερούν» αντιμετωπίζοντας τις χερσαίες πολωνικές δυνάμεις που συναντούν, αλλά λειτουργώντας ως «σφήνα» διεισδύουν βαθιά πίσω από τις εχθρικές γραμμές σε μία προσπάθεια ταχυτάτης κυκλώσεως των πολωνικών δυνάμεων του πεζικού, του ιππικού και του ιππήλατου πυροβολικού. Όλη αυτή η αστραπιαία δράση είχε προκαλέσει αποδιοργάνωση του ήδη πενιχρού δικτύου διαβιβάσεων – διοικήσεως του πολωνικού στρατού,καθιστώντας έτσι την επικοινωνία μεταξύ κεντρικής διοικήσεως και μαχίμων μονάδων σχεδόν αδύνατη, με αποτέλεσμα τον κατατεμαχισμό των Πολωνικών δυνάμεων, εφόσον δεν υπάρχει συντονισμός. 

Η πολωνική αεροπορία χάνει στο έδαφος ένα σημαντικό μέρος των αεροσκαφών της, όμως αρκετά από αυτά παραμένουν αξιόμαχα και, μολονότι υποδεέστερα των γερμανικών, προκαλούν σχετικά σημαντικές απώλειες στην Luftwaffe. Στο τέλος της τρίτης μέρας της εισβολής, τα βασικά στοιχεία του γερμανικού στρατού είχαν εισχωρήσει 80 χιλιόμετρα μέσα στην Πολωνία. Στο τέλος της πρώτης εβδομάδος του πολέμου η πολωνική κυβέρνηση εγκατέλειψε τη Βαρσοβία. Τότε η πολωνική αεροπορία έχει ουσιαστικώς εκμηδενιστεί και η αντίστοιχη γερμανική κυριαρχεί πλήρως επί του πεδίου της μάχης, συνεισφέροντας τα μέγιστα στην υποστήριξη των χερσαίων δυνάμεων.

Παρά την επιδειχθείσα γενναιότητα από πλευράς του πολωνικού στρατού και κάποιες «εκλάμψεις» (όπως η μάχη της Μπζούρα) η έκβαση της εκστρατείας στην Πολωνία έχει ουσιαστικώς κριθεί.

Στης 10 Σεπτεμβρίου η Luftwaffe ξεκίνησε σφοδρότατες αεροπορικές επιθέσεις εναντίον της πρωτεύουσας Βαρσοβίας. Η πολωνική κυβέρνηση διέταξε γενική στρατιωτική υποχώρηση νοτιοανατολικά.

Στις 14 Σεπτεμβρίου, το 19ο Σώμα Τεθωρακισμένων επιτέθηκε εναντίον του ζωτικής (και ιστορικής) σημασίας φρουρίου του Μπρεστ-Λιτόφσκ, στην Ανατολική Πολωνία, το οποίο παρά τη γενναία αντίσταση των υπερασπιστών του πέφτει στις 17 Σεπτεμβρίου, αποκλείοντας έτσι κάθε δυνατότητα διαφυγής του πολωνικού στρατού προς τα ανατολικά.

Την ίδια μέρα, 17 Σεπτεμβρίου, η Πολωνία, δέχεται την εισβολή της Σοβιετικής Ενώσεως από τα ανατολικά της σύνορα, αντιμετωπίζοντας γενναία αντίσταση από λίγες συγκριτικώς δυνάμεις καθώς ο κύριος όγκος τους ήταν στραμμένος προς τη Δύση. Η πολωνική κυβέρνηση, που είχε ήδη μετακινηθεί πέντε φορές, κατέφυγε στη Ρουμανία. Η πολωνική πρωτεύουσα βομβαρδίζεται για δεύτερη φορά και οι υπερασπιστές της δέχονται ισάριθμο τελεσίγραφο για την παράδοσή του, το οποίο επίσης αρνούνται. Ο Χίτλερ κηρύσσει τη Βαρσοβία «φρούριο» και διατάσσει τον βομβαρδισμό της, με αποτέλεσμα την ολοσχερή καταστροφή της.

Στις 26 Σεπτεμβρίου οι Γερμανοί εξαπολύουν την τελική επίθεση με δυνάμεις πεζικού κατά της πρωτεύουσας, η οποία παραδίδεται στις 27 Σεπτεμβρίου ύστερα από τετραήμερο ανηλεή βομβαρδισμό από ξηράς και αέρος και οι υπερασπιστές της αιχμαλωτίζονται.

Ο Χίτλερ μεταβαίνει αμέσως στην ερειπωμένη Βαρσοβία, όπου παρακολουθεί την παρέλαση της νίκης των γερμανικών δυνάμεων. Η πολωνική κυβέρνηση έχει καταφύγει στην Πολωνία όπου τη συναντά και ο αρχιστράτηγος Ρυντζ-Σμίγκλυ. Η πλήρης κατάληψη της Πολωνίας πραγματοποιήθηκε στις 6 Οκτωβρίου 1939, χωρίς όμως ποτέ η Πολωνία να παραδοθεί επισήμως σε κάποιον από τους δύο αντιπάλους της (ναζιστικής Γερμανία ή κομμουνιστική Σοβιετική Ένωση) ή να υπογραφεί κάποια συνθήκη κατάπαυσης του πυρός.

Οι απώλειες

Οι Πολωνικές απώλειες είναι τεράστιες: 65.000 νεκροί, 133.700 τραυματίες και 694.000 αιχμάλωτοι. Οι αντίστοιχες γερμανικές απώλειες είναι πολύ ελαφρές συγκριτικώς: 16.343 νεκροί, 30.300 τραυματίες, 3.500 εξαφανισθέντες. Είναι ο πιο αναίμακτος (για την Γερμανία) πόλεμος που έχει γίνει ποτέ.

Ήδη από τα τέλη Σεπτεμβρίου 1939, δηλ.πριν ακόμα λήξει επισήμως η πολωνική εκστρατεία στο Κοτσμπόροβο τέθηκε για πρώτη φορά σε εφαρμογή από τους Γερμανούς το «πρόγραμμα Ευθανασίας Τ-4» και ακολούθησαν σύντομα παρόμοιες πράξεις στο υπόλοιπο της χώρας: Τα πρώτα πειράματα με χρήση αερίων και οχημάτων διασκευασμένων σε κινητούς θαλάμους αερίων διεξήχθησαν κατά τη διάρκεια του Οκτωβρίου και του Νοεμβρίου του 1939 στο Πόζναν της Πολωνίας με ασθενείς από το ψυχιατρικό νοσοκομείο της Όβινσκα και τον Μάρτιο του 1940 στο νοσοκομείο της Κοτσάνοφκα κοντά στο Λοτζ, με αποτέλεσμα το θάνατο περίπου 26.000 ασθενών (με φυματίωση και, κυρίως, με ψυχικές παθήσεις) στην Πολωνία

Ως προελέχθη η τότε σύμμαχος της ναζιστικής Γερμανίας Σοβιετική Ένωση κατέλαβε περίπου το 52% του εδάφους της Πολωνίας, στο οποίο κατοικούσαν σχεδόν 14 εκατ. άτομα, με το 38% να είναι γνήσιοι Πολωνοί, 37% Ουκρανοί, 14% Λευκορώσοι , 8,5% Εβραίοι, 1% Ρώσοι και 0,5% Γερμανοί. Υπήρχαν, επίσης, αρκετοί πρόσφυγες από τις περιοχές που είχε καταλάβει η Γερμανία (περίπου 200.000), η πλειοψηφία των οποίων ήταν Εβραίοι.

Η Γερμανία στήριξε την πολιτική της στην κατακτημένη Πολωνία καθαρά στον ρατσισμό (εξόντωση των Εβραίων, δημιουργία στρατοπέδων συγκεντρώσεως, χρησιμοποίηση των πολωνών εργατών ως φτηνό εργατικό δυναμικό για την κάλυψη των αναγκών της γερμανικής βιομηχανίας στη διάρκεια του πολέμου κλπ), ενώ αντίθετα η Σοβιετική Ένωση επιδίωκε τη «σοβιετοποίηση» του κατακτημένου πληθυσμού, με ό,τι αυτό συνεπαγόταν και στις δύο περιπτώσεις.

Η πολωνική αντίσταση συνεχίστηκε τόσο στο εσωτερικό της χώρας, όσο και στο εξωτερικό, στο πλευρό τόσο του Κόκκινου Στρατού, όσο και των δυτικών συμμάχων στη Δύση, μέχρι το τέλος του πολέμου. Ωστόσο τα κατακτηθέντα από τους σοβιετικούς πολωνικά εδάφη ουδέποτε αποδόθηκαν εκ νέου στους πολωνούς μετά το πέρας του Β’ΠΠ, οι οποίοι πήραν το αντίστοιχο έδαφος από την ηττημένη Γερμανία στα δυτικά της χώρας τους. Και βεβαίως το τεράστιο έγκλημα των σοβιετικών σε βάρος των Πολωνών στο δάσος του Κατύν βάρυνε μέχρι πριν λίγα χρόνια τις σχέσεις μεταξύ των δύο κρατών.

Πηγή: Law&order.gr

Δείτε όλες τις Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Newpost.gr