Μέχρι στιγμής γνωρίζουμε τους βασικούς παίκτες του κομματικού χάρτη. Ωστόσο, όλα δείχνουν ότι μέχρι να στηθούν οι κάλπες θα προστεθούν δύο, τρία –ίσως και περισσότερα– νέα πολιτικά σχήματα. Αυτό από μόνο του καθιστά κάθε πρόβλεψη εξαιρετικά επισφαλή. Οι σταθερές λιγοστεύουν, οι μετακινήσεις ψηφοφόρων πολλαπλασιάζονται και το εκλογικό σώμα μοιάζει πιο ρευστό από ποτέ.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ενδεχόμενο πολιτικής καθόδου της Μαρία Καρυστιανού. Εάν τελικά αποφασίσει να μετατρέψει το κοινωνικό και ηθικό της κεφάλαιο σε κομματικό εγχείρημα, το ερώτημα δεν είναι αν θα έχει απήχηση, αλλά από πού ακριβώς θα αντλήσει δυνάμεις. Θα πρόκειται για ψήφους διαμαρτυρίας; Για απογοητευμένους πολίτες πέραν του παραδοσιακού άξονα Δεξιά–Αριστερά; Ή για μια πιο σύνθετη κοινωνική συμμαχία που δεν έχει ακόμη πολιτική στέγη;
Καρυστιανού: Ο απρόβλεπτος παράγοντας που ταράζει το πολιτικό σύστημα- Δημοσκοπικά σήματα και πολιτικός φόβος μπροστά σε ένα νέο, άγνωστο κόμμα
Στο ίδιο μήκος κύματος, αλλά με διαφορετικά χαρακτηριστικά, βρίσκεται η πιθανότητα επιστροφής του Αλέξη Τσίπρα στην πρώτη γραμμή. Μια τέτοια εξέλιξη θα δοκιμάσει σοβαρά τα αντανακλαστικά των αριστερών και κεντροαριστερών ψηφοφόρων. Θα λειτουργήσει ως στοιχείο συσπείρωσης ή θα αναζωπυρώσει παλιά διλήμματα και εσωτερικές αντιφάσεις; Η κοινωνία γνωρίζει πια τι έκανε ως πρωθυπουργός· το ερώτημα είναι αν επιθυμεί να του αναθέσει εκ νέου ρόλο πρωταγωνιστή ή απλώς ρόλο καταλύτη εξελίξεων.
Αντίθετα, η περίπτωση του Αντώνη Σαμαρά δεν φαίνεται να προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία στη Νέα Δημοκρατία. Ακόμη κι αν προχωρήσει στη δημιουργία νέου κόμματος και επιλέξει την αυτόνομη κάθοδο στις εκλογές, παραμένει αμφίβολο αν μπορεί να εξασφαλίσει την είσοδό του στη Βουλή. Περισσότερο μοιάζει με παρέμβαση πολιτικής μνήμης παρά με απειλή ανατροπής συσχετισμών.
Όλα αυτά συνθέτουν ένα σκηνικό πολυδιάσπασης, αβεβαιότητας και πολιτικής κόπωσης. Ένα τοπίο όπου οι πολίτες δεν αναζητούν απλώς νέα πρόσωπα ή νέα κόμματα, αλλά πειστικές απαντήσεις σε πραγματικά αδιέξοδα. Και κάπου εδώ επανέρχεται το θεμελιώδες ερώτημα, λιτό αλλά αμείλικτο:
Πού βαδίζουμε, κύριοι;