Με τελετουργική σεμνότητα εορτάστηκε το απόγευμα της Πέμπτης 25 Οκτωβρίου, σε πανηγυρική συνεδρία στην αίθουσα τελετών του μεγάρου της Ακαδημίας Αθηνών, η επέτειος του έπους του 1940.
«Αν η Ελλάδα δεν καταποντίστηκε στον τρικυμιώδη 20ό αιώνα και άντεξε την ολέθρια ήττα του 1922, την τριπλή κατοχή του 1940-1944, τον εμφύλιο του 1944-1949, την απριλιανή δικτατορία και τη συνακόλουθη απώλεια της μισής Κύπρου του 1967-1974, το οφείλει σε πολύ μεγάλο βαθμό στη σύνεση, τον κοινό νου και τη μετριοπάθεια της γενιάς του ’40 που αντιστάθηκε με γενναιότητα εν ονόματι ενός νηφάλιου και χαμηλόφωνου ανθρωπισμού της καθημερινής πράξης στον μισάνθρωπο παροξυσμό και φανατισμό μιας ιδεολογίας της ακρότητας, η οποία οδήγησε στον αφανισμό δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων στην Ευρώπη και εκατοντάδων χιλιάδων στην πατρίδα μας» ανέφερε αρχίζοντας την πανηγυρική ομιλία του με θέμα «28η Οκτωβρίου 1940: Η άπτωτος νίκη» ο ακαδημαϊκός κ. Αντώνιος Ρεγκάκος.
Στο πρόσωπο του ακαδημαϊκού
Κωνσταντίνου Δεσποτόπουλου ο ομιλητής απέτισε τιμή σε όλους τους αγωνιστές του 1940 των οποίων τη γενναιότητα αναγνώρισαν και οι εχθροί, ο γερμανός πρεσβευτής στην Αθήνα Prinz Viktor zu Erbach-Schönberg αλλά και ο ίδιος ο Χίτλερ.
«Οι αδελφοί σας πολέμησαν όπως οι ήρωες της αρχαίας Ελλάδας» έγραφε σε επιστολή του στην ελληνίδα Δήμητρα Μεσσάλα-Breker ο φύρερ, ενώ στη Γερμανία κυκλοφορούσαν εθνικοσοσιαλιστικές θεωρίες περί μη φυλετικής καθαρότητας των Νεοελλήνων. «Όποιος παρακολουθεί τα σχόλια του σύγχρονου γερμανικού Τύπου, ο οποίος έχει απολέσει κάθε μέτρο σε ό,τι αφορά την ελληνική κρίση, μπορεί να ανιχνεύσει σε αυτές τις θεωρίες κάποιες από τις ιδεοληψίες που τροφοδοτούν σήμερα τα σχόλιά του» ανέφερε ο ομιλητής σχολιάζοντας ότι «από την άποψη αυτή -και στον βαθμό που δεν χρησιμοποιείται για να υποβαθμιστεί η δική μας πρωταρχική βαρύτατη ευθύνη για τη σημερινή κατάστασή μας- η υπενθύμιση από τους Νεοέλληνες του ναζιστικού παρελθόντος των Γερμανών δεν είναι, φοβούμαι, εντελώς άστοχη».
Πάντως, σήμερα που οι νοσηρές φυλετικές προκαταλήψεις και οι επονείδιστες συνέπειές τους αποτελούν μέρος της καθημερινής ειδησεογραφίας και στη χώρα μας, έχει σημασία να τονίσουμε, υπογράμμισε ο ακαδημαϊκός, ότι «η αντίσταση, με λόγο και με έργο, εναντίον της ναζιστικής βαρβαρότητας δεν ήταν μόνο πράξη άμυνας και επιβίωσης. Ήταν πάνω και πριν απ’ όλα η προάσπιση ενός αξιακού συστήματος που βρισκόταν σε μετωπική αντίθεση με την αυθαιρεσία, τον σκοταδισμό και τον ολοκληρωτισμό».
Ενδέχεται, συγκρινόμενη με τη γενιά του 1940, η εποχή μας να μοιάζει με το «σιδηρούν γένος», συνέχισε ο κ. Ρεγκάκος, την έσχατη βαθμίδα της κατά Ησίοδον ευρύτερης κατιούσας κλίμακας των πέντε γενών της ανθρωπότητας, όμως απέναντι στη φαντασίωση απόδρασης από αυτή την παρακμιακή εποχή, υπάρχει «μια αμετακίνητη πραγματικότητα: είμαστε αναγκαστικά ένοικοι μιας και μόνης εποχής, της δικής μας, και σ’ αυτήν μόνο μπορούμε και οφείλουμε να ζήσουμε».
Σήμερα λοιπόν, που στεκόμαστε σχεδόν αδύναμοι απέναντι στις δυνάμεις της κοσμικής αταξίας και ιδιαίτερα απέναντι στον Μαμμωνά των διαβόητων αγορών, μπορούμε να αντλήσουμε ελπίδα από το παράδειγμα της γενιάς του 1940. «Το 1940 και η γενιά του δεν είναι μόνο έπος και ηρωισμός αλλά και στοχαστική ελεγεία και βιωμένη φιλοσοφία»συνέχισε ο ακαδημαϊκός. Μπορεί εμείς οι νεότεροι, ελεύθεροι από τον ζυγό της βιωματικής ανάγκης να ταυτίζουμε τις αξίες με τις ανθρώπινες επιθυμίες μας, με την ευμάρεια ή την άκριτη ευζωία. Στον αντίποδα της λαχτάρας «να περνάμε καλά», που κυριάρχησε τις τελευταίες δεκαετίες στον τόπο μας, ο ομιλητής προέταξε τις αξίες που σφυρηλάτησαν οι μικροί και μεγάλοι πρωταγωνιστές του ’40, άνθρωποι όλων των τάξεων, ασυμβίβαστοι ανάμεσα σε ζωή και θάνατο, υπογραμμίζοντας ότι «το ιστορικό μάθημα που μας δίδαξε η γενιά του 1940 είναι ότι τις επιθυμίες μας πρέπει να τις ρυθμίζουν οι αξίες της ατομικής, συλλογικής, εθνικής αξιοπρέπειας».
Το έπος του’40 είναι ο «τελευταίος μεγάλος “λόγος” του ελληνισμού, ο πιο κοντινός σε εμάς», ο οποίος θα μπορούσε «να εμπνέει, να κινητοποιεί και να συνέχει έναν λαό σε συνθήκες όπως οι σημερινές και να τον οδηγήσει σε μια νέα, απαραίτητη για την επιβίωσή του, συλλογικότητα» κατέληξε ο ομιλητής. Είναι η κατά Νίτσε «μνημειακή ιστορία» που μας εμψυχώνει με την πεποίθηση ότι «το μεγαλειώδες που υπήρξε κάποτε σε έναν τόπο, που υπήρξε κάποτε δυνατό σε έναν τόπο, θα είναι για τον λόγο αυτόν άλλη μια φορά δυνατό»και μας επιτρέπει να υπερβούμε την αμφιβολία, την αδυναμία και την αδράνεια.
πηγή: tovima.gr
Μείνετε ενημερωμένοι με το Newpost.
Ακολουθήστε μας για να μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο.