12 Φεβρουαρίου 2025
Δημοσίευση: 07:14'
Τελευταία ενημέρωση: 08:27'

Από τα Αγγλικά του Τσίπρα στο Harvard –  «Ο Αλέξης δεν φαίνεται να καταλαβαίνει ότι είναι καμένο χαρτί» – Το ΠΑΣΟΚ στο… σταυροδρόμι – Αντεπιθέσεις, τοξικότητα και ο παράγοντας Τέμπη

Τα βίντεο από την τραγωδία των Τεμπών πέφτουν σαν πέτρες σε μια ήδη ταραγμένη λίμνη, επηρεάζοντας τόσο την πορεία των ερευνών όσο και τις πολιτικές στρατηγικές.

Δημοσίευση: 07:14’
Τελευταία ενημέρωση: 08:27’

Τα βίντεο από την τραγωδία των Τεμπών πέφτουν σαν πέτρες σε μια ήδη ταραγμένη λίμνη, επηρεάζοντας τόσο την πορεία των ερευνών όσο και τις πολιτικές στρατηγικές.

Λένε πως η ζωή γράφει τα καλύτερα σενάρια, αλλά κάποιες φορές μοιάζει περισσότερο με πολιτική σάτιρα. Ο Αλέξης Τσίπρας, που κάποτε μιλούσε για την «αριστεία» σαν να ήταν αμάρτημα, έγινε Policy Fellow στο Harvard και θα διδάξει «υψηλού επιπέδου διαπραγματεύσεις». Ο ίδιος άνθρωπος που μπήκε στο Μαξίμου χωρίς να γνωρίζει αγγλικά, ξεκινώντας μια παρτίδα πόκερ με την τρόικα χωρίς ούτε έναν άσο στο μανίκι, τώρα θεωρείται case study. Κι αν ο Τσίπρας ήταν πρωταγωνιστής σε ταινία του Hollywood, πιθανότατα θα ήταν το Catch Me If You Can, με τον Ντι Κάπριο να υποδύεται τον νεαρό που πείθει τους πάντες ότι είναι πιλότος, γιατρός, δικηγόρος – χωρίς να έχει τελειώσει καμία σχολή.

“Όταν ο Αντισύστημα γίνεται Σύστημα”

“Αυτός που πολεμά τα τέρατα, πρέπει να προσέχει να μην γίνει κι ο ίδιος τέρας.” – Φρίντριχ Νίτσε

Ο άνθρωπος που κάποτε έκανε καριέρα βρίζοντας τους «άριστους», αποθεώνεται τώρα ως πετυχημένος πολιτικός ηγέτης. Κι όμως, δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που μετέτρεψε την Ελλάδα σε διεθνές πείραμα πολιτικής ανευθυνότητας. Από τα κλειστά ATM και το «go back κυρία Μέρκελ» μέχρι το περίφημο no means no του δημοψηφίσματος, που σε χρόνο ρεκόρ έγινε μνημόνιο 86 δισ. ευρώ. Κι αν κάτι είναι ξεκάθαρο, είναι πως η ιστορία έχει χιούμορ: ο Τσίπρας, που υποτίθεται ότι θα έριχνε το «σύστημα», κατέληξε να είναι το πιο ενδιαφέρον case study του. Μόνο που οι πραγματικοί πρωταγωνιστές του μαθήματος στο Harvard θα έπρεπε να είναι οι Έλληνες φορολογούμενοι, αυτοί που πλήρωσαν το μάθημα από πρώτο χέρι.

Το Harvard, η Αριστερά και η Μεταμόρφωση

Το Harvard, που τώρα τον υποδέχεται ως «ηγέτη με διεθνή εμπειρία», θα είχε πολλά να μάθει από το πώς ένας αντισυστημικός επαναστάτης κατέληξε πιο καθεστωτικός από τους καθεστωτικούς. Ο Τσίπρας δεν έκανε απλώς μια πολιτική στροφή, έκανε ολόκληρη περιστροφή 360 μοιρών και επέστρεψε εκεί απ’ όπου ξεκίνησε, μόνο που τώρα φοράει κουστούμι υψηλής πολιτικής και μιλάει για βιώσιμη ανάπτυξη. Και αν κάτι διδάσκει η περίπτωσή του, είναι ότι στην πολιτική, όπως και στις ταινίες του The Prestige, η πραγματική μαγεία δεν είναι στην εξαφάνιση – είναι στο πώς πείθεις το κοινό ότι ποτέ δεν έκανες την αλλαγή.

Βαριές κουβέντες για Τσίπρα- Γεροβασίλη

Αλμυρή θα του βγεί του Τσίπρα η εκδήλωση-από το Ινστιτούτο του- για το Δίκαιο και τη Δικαιοσύνη. Εκείνες οι βολές εναντίον της προοδευτικής αντιπολίτευσης, ότι δεν κάνει τίποτε- λόγια βαριά και μάλιστα μπροστά στον εμβρόντητο Φάμελλο- έχει προκαλέσει σάλο στις τάξεις του ΣΥΡΙΖΑ.

Το ίδιο και οι γνωστές δηλώσεις της Γεροβασίλη για τις δικογραφίες στη Βουλή(θεωρήθηκαν στήριγμα στον Τασούλα) και η αναφορά σε πλημμελήματα, που αντιμετωπίστηκαν με σκληρές δηλώσεις από τους συγγενείς των θυμάτων(Καρυστιανού/Πλακιάς). Ας τα πάρουμε ένα ένα.

Το δριμύ κατηγορώ εναντίον του Τσίπρα από το Documento(«Αφιλος και καιροσκόπος»)έγινε δεκτό με επευφημίες(!)-ναι! Δεν υπερβάλλουμε- από στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ καθώς και από βαριά ονόματα της Νέας Αριστεράς που δεν θέλουν να βλέπουν τον Τσίπρα ούτε ζωγραφιστό.

«Και λίγα του έσουρε», είναι η φράση που αποδίδει πλήρως την ενόχληση των ανθρώπων που μας μίλησαν. Και δεν είναι λίγοι…Θεωρούν ότι ο πρώην πρωθυπουργός κάνει το πάν για να επανέλθει ως σωτήρας της Κεντροαριστεράς, φτάνοντας στο σημείο να είναι προσβλητικός ακόμη και μπροστά στον σημερινό Πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ.

Αλλά η πιο βαριά κουβέντα που ακούσαμε είναι η εξής: «Ο Τσίπρας δεν φαίνεται να καταλαβαίνει ότι είναι καμένο χαρτί. Οσο πιο γρήγορα το καταλάβει τόσο το καλύτερο γι΄αυτόν».

Οσο για την Γεροβασίλη, τα ίδια και χειρότερα. Ο σάλος μετά τις γνωστές δηλώσεις, αυτές που αναφέραμε παραπάνω, δεν κόπασε παρά τις διευκρινίσεις που έσπευσε να δώσει πανικόβλητη η αντιπρόεδρος της Βουλής.

Ειλικρινά δεν γράφονται όσα λένε για την Γεροβασίλη. Η λέξη απαξίωση είναι λίγη για να εκφράσει την οργή στελεχών και απλών ΣΥΡΙΖΑίων. Για να καταλάβετε τι κλίμα επικρατεί θα σας πούμε το εξής:

Όταν επιχειρήσαμε να κάνουμε τον συνήγορο του διαβόλου λέγοντας «μήπως την αδικείτε», παραλίγο να μας πάρουν με τις πέτρες, που λέει ο λόγος.

Θυμίζουμε ότι την Γεροβασίλη άδειασε ο Πολάκης, με τον οποίο υπάρχει προηγούμενο: Προ μηνών η βουλευτίνα από την Αρτα, όπως και ο Ζαχαριάδης, είχαν ζητήσει την ολική διαγραφή του Πολάκη από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Τότε και οι δύο είχαν δεχτεί ειρωνικά και σκληρά σχόλια από τον ζόρικο Κρητικό, που δεν ξεχνάει ότι «κάποιοι» τον είχαν πολεμήσει στην αναμέτρησή του με τον Φάμελλο για την αρχηγία στον ΣΥΡΙΖΑ.

…Αυτά τα ωραία συμβαίνουν στην Κουμουνδούρου και στα περίχωρα. Οσο για τις επιπτώσεις, μην πάτε μακριά, ρε παιδιά. Απλώς ρίξτε μια ματιά στις δημοσκοπήσεις και θα καταλάβετε…

“Βίντεο, Βαβέλ και Βαριές Σκιές”

“Η αλήθεια είναι κόρη του χρόνου, όχι της εξουσίας.”

Τα βίντεο από την τραγωδία των Τεμπών πέφτουν σαν πέτρες σε μια ήδη ταραγμένη λίμνη, επηρεάζοντας τόσο την πορεία των ερευνών όσο και τις πολιτικές στρατηγικές. Το ΠΑΣΟΚ περιμένει τα πορίσματα για να αποφασίσει πότε θα τραβήξει το σχοινί της δυσπιστίας, η ΝΔ προετοιμάζει άμυνες και ο ΣΥΡΙΖΑ αναζητά τη δική του αφήγηση. Μέχρι το μεγάλο συλλαλητήριο της 28ης Φεβρουαρίου, όμως, νέα πορίσματα δύσκολα θα έχουν προκύψει, αφήνοντας τα κόμματα να ανακυκλώνουν τη ρητορική τους σαν παλιό κασετόφωνο. Το πολιτικό σκηνικό θυμίζει σκηνή από το Spotlight: οι αποκαλύψεις έρχονται σταδιακά, η αλήθεια ξεδιπλώνεται αργά, αλλά η εξουσία προσπαθεί να κερδίσει χρόνο.

“Πολιτική ζωή σε παράλληλη πραγματικότητα”

“Αν δεν μπορείς να πείσεις, τουλάχιστον μπέρδεψε.” – Χάρι Τρούμαν

Ενώ η ελληνική κοινωνία παλεύει με την οργή και την αμφισβήτηση, κάποιοι ξέρουν να περνούν καλά. Ο Γιώργος Παπανδρέου, απαλλαγμένος από τις μικροπρέπειες της ελληνικής πολιτικής, συζητά στο Παρίσι για την τεχνητή νοημοσύνη και τη Δημοκρατία. Είναι προφανές ότι δεν τον απασχολούν πια οι εκλογικοί συσχετισμοί, αλλά οι μεγάλες έννοιες. Αν η ζωή ήταν ταινία, θα έπαιζε τον εαυτό του στο Interstellar, χαμένος σε μια διάσταση όπου ο πολιτικός χρόνος κυλά διαφορετικά. Πίσω στην Ελλάδα, ο ΣΥΡΙΖΑ ζει το δικό του δράμα, με το Κόκκινο να καταρρέει και τη Ράνια Σβίγκου να ψάχνει τρόπο να μαζέψει τα ασυμμάζευτα. Όσοι έριχναν μπηχτές στον Κασσελάκη για τα οικονομικά των κομματικών μέσων, τώρα βρίσκονται αντιμέτωποι με την πραγματικότητα: οι υποσχέσεις δεν πληρώνουν λογαριασμούς.

“Όταν ο πλούτος γίνεται θεός, η δικαιοσύνη γίνεται σκλάβα.” 

Οι τράπεζες, έχοντας αφήσει πίσω τις εποχές των κρατικών διασώσεων, ετοιμάζονται να μοιράσουν παχυλά μερίσματα. Η καλή τους τύχη, όμως, δεν ήρθε ακριβώς από επιχειρηματικές καινοτομίες, αλλά από τις υπερβολικές προμήθειες στις συναλλαγές των πολιτών. Κάπως έτσι, η «εξυγίανση» του τραπεζικού συστήματος έγινε στις πλάτες όσων πληρώνουν ακόμα και για να… αναπνεύουν μέσα στα καταστήματα. Την ίδια στιγμή, οι συστημικές τράπεζες στρέφονται σε νέες πηγές εσόδων, με τις ασφαλιστικές τους συμμετοχές να γίνονται το νέο Eldorado. Η πώληση της Εθνικής Ασφαλιστικής ήταν απλώς η αρχή – έρχονται νέες μεγάλες κινήσεις, με γνώμονα όχι την προστασία του καταναλωτή, αλλά την ενίσχυση των χαρτοφυλακίων. Αν κάτι μας διδάσκει η ιστορία, είναι πως όταν οι τράπεζες κάνουν πάρτι, οι πολίτες πληρώνουν τον λογαριασμό.

“Η εμπιστοσύνη κερδίζεται σταγόνα-σταγόνα και χάνεται με το κουβά.”

Δύο κρίσεις εμπιστοσύνης τρέχουν παράλληλα και συγκλίνουν στο ίδιο σημείο: την τραγωδία των Τεμπών. Από τη μία, η Δικαιοσύνη, που καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να λειτουργήσει ανεξάρτητα και αποτελεσματικά. Από την άλλη, το πολιτικό σύστημα, που δίνει ρεσιτάλ αυτοϋπονόμευσης και αυτοδιάψευσης. Η Προανακριτική Επιτροπή, το νέο αφήγημα της κυβέρνησης και οι αποκαλύψεις για το τι πραγματικά συνέβη εκείνο το βράδυ διαμορφώνουν ένα σκηνικό όπου το διακύβευμα δεν είναι μόνο η απόδοση ευθυνών, αλλά και το αν οι πολίτες θα πιστέψουν ποτέ ξανά στις θεσμικές διαδικασίες. Γιατί η αλήθεια είναι πως “η Δικαιοσύνη δεν πρέπει απλά να είναι δίκαιη, αλλά και να φαίνεται δίκαιη”, όπως έλεγε ο Λόρδος Χιούιτ. Αν η νέα επιτροπή εξελιχθεί σε μια ακόμη παράσταση χωρίς ουσία, η απόσταση μεταξύ δικαστικών αποφάσεων και λαϊκής αντίληψης θα γίνει χάσμα αγεφύρωτο.

“Όταν η κυβέρνηση φοβάται τους πολίτες, υπάρχει ελευθερία. Όταν οι πολίτες φοβούνται την κυβέρνηση, υπάρχει τυραννία.” 

Η κυβέρνηση παίζει το ίδιο έργο ξανά και ξανά, με διαφορετικούς τίτλους αλλά το ίδιο σενάριο. Από την άρνηση της συγκάλυψης, στη σταδιακή αποδοχή και τώρα στη διαχείριση ενός νέου γύρου αποκαλύψεων, προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην υπεράσπιση του αφηγήματός της και στη σκληρή πραγματικότητα. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο δικό της – αφορά και μια αντιπολίτευση που μοιάζει να περιμένει τη φθορά της κυβέρνησης αντί να παράγει πραγματικές πολιτικές απαντήσεις. Το ερώτημα που πλανάται είναι αν η πολιτική μπορεί να υπηρετήσει την κοινωνία ή αν θα συνεχίσει να λειτουργεί σαν κλειστό κλαμπ με τα μέλη του να ανακυκλώνουν τις ίδιες υποσχέσεις χωρίς συνέπειες. Σε αυτή τη συγκυρία, η αντιπολίτευση δεν πρέπει να αρκείται στο να κερδίσει πόντους από τα λάθη της κυβέρνησης, αλλά να αποδείξει πως μπορεί να σταθεί δίπλα στους πολίτες με ειλικρίνεια και χωρίς μισόλογα.

“Όπου η αδικία γίνεται νόμος, η αντίσταση γίνεται καθήκον.” 

Το μεγαλύτερο στοίχημα δεν είναι οι δημοσκοπήσεις ή οι εσωτερικές ισορροπίες των κομμάτων. Είναι το πώς θα αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς. Οι πολίτες βλέπουν μια κυβέρνηση που παλινωδεί, μια Δικαιοσύνη που δεν εμπνέει πάντα σιγουριά και μια αντιπολίτευση που συχνά μοιάζει περισσότερο απορροφημένη στη δική της στρατηγική επιβίωσης παρά στην ουσιαστική αλλαγή. Σε ένα τέτοιο κενό, οι ακραίες και “αντισυστημικές” φωνές βρίσκουν πρόσφορο έδαφος. Αν η πολιτική συνεχίσει να παίζει παιχνίδια, το αποτέλεσμα θα είναι αυτό που περιέγραψε ο Βολταίρος: “Όταν ο λαός δεν θα έχει πια τίποτα να φάει, θα φάει τους κυβερνώντες.” Το ερώτημα είναι αν κάποιοι θα το καταλάβουν πριν να είναι αργά.

“Όταν δεν ξέρεις πού πας, κάθε δρόμος θα σε πάει εκεί.” 

Η ανακοίνωση για πενταμερή διάσκεψη στη Γενεύη τον Μάρτιο μοιάζει με το χιλιοπαιγμένο σίκουελ μιας ταινίας που όλοι ξέρουν το τέλος της. Η Λευκωσία, όπως πάντα, δηλώνει πρόθυμη για διάλογο, ο ΟΗΕ υπόσχεται να «βοηθήσει» και ο Ερσίν Τατάρ εμφανίζεται δεκτικός, αλλά με τον όρο να επιβεβαιωθεί η «κυριαρχική ισότητα» και το «ίσου διεθνούς καθεστώτος». Με άλλα λόγια, θα κάτσουμε ξανά στο τραπέζι, αλλά με τη μόνιμη διαφωνία να αιωρείται πάνω από τα κεφάλια των συνομιλητών. Η επιμονή της τουρκοκυπριακής πλευράς στη λύση των «δύο κρατών» κάνει ξεκάθαρο ότι η Γενεύη δεν θα είναι τίποτα περισσότερο από μια ακόμη άσκηση διπλωματικής υπομονής. Όπως και στο “Ζήτημα Ζωής και Θανάτου” του Πάουελ και του Πρεσμπέργκερ, η συζήτηση δεν είναι πια για το αν υπάρχει λύση, αλλά για το αν η λύση βρίσκεται καν εντός του κόσμου των ζωντανών.

“Μια υπόθεση μπορεί να είναι γελοία και επικίνδυνη την ίδια στιγμή.” 

Εν τω μεταξύ, στην Τουρκία ανακάλυψαν ξαφνικά μια παλιά έκθεση του Κογκρέσου και ενθουσιάστηκαν ότι ίσως – λέμε, ίσως – οι ΗΠΑ ξανασκεφτούν την επιστροφή της Άγκυρας στο πρόγραμμα των F-35. Ένα déjà vu που επανέρχεται κάθε φορά που η τουρκική κυβέρνηση θέλει να δείξει στο εσωτερικό της ότι «δεν έχει χάσει τη μάχη». Μόνο που η πραγματικότητα είναι σκληρή: η Τουρκία βγήκε από το πρόγραμμα επειδή επέμεινε στους S-400 και η Ουάσιγκτον δεν ξεχνά εύκολα. Το μόνο που έχει «κλειδώσει» μέχρι στιγμής είναι η προμήθεια Eurofighter και η ανάπτυξη του δικού της μαχητικού. Αν η τουρκική κυβέρνηση νομίζει ότι θα επιστρέψει εύκολα στα αμερικανικά εξοπλιστικά, είναι σαν να πιστεύει ότι το “Κάποτε στο Χόλιγουντ” του Ταραντίνο είναι ντοκιμαντέρ.

“Όσο πιο μακριά κοιτάς πίσω, τόσο πιο μακριά μπορείς να δεις μπροστά.” 

Και ενώ η πολιτική ελίτ έχει στραμμένο το βλέμμα της στη διπλωματία και στα μαχητικά, ένα σκάνδαλο οικονομικών διαστάσεων εξελίσσεται στα παρασκήνια. Οι αγροτικές επιδοτήσεις που κακώς χορηγήθηκαν, οι κοινοτικές κυρώσεις και η απόφαση της Ελλάδας να προσφύγει εναντίον της Κομισιόν, δείχνουν ότι τα «ευρωπαϊκά χρήματα» ποτέ δεν είναι τόσο εξασφαλισμένα όσο φαίνονται. Το ζήτημα δεν είναι απλώς οικονομικό – είναι βαθιά πολιτικό. Γιατί αν η Ελλάδα συνεχίζει να παλεύει με τις Βρυξέλλες για τα ίδια προβλήματα εδώ και χρόνια, τότε κάποιος είτε δεν έμαθε το μάθημά του είτε προτιμά να πληρώνει τα πρόστιμα σαν να είναι εισιτήριο διαρκείας σε νομικούς εφιάλτες. Και αν τελικά χαθούν 70 εκατομμύρια ευρώ, το αφήγημα του «επιτυχημένου management» θα χρειαστεί ένα πολύ καλό plot twist για να επιβιώσει.

“Ο άσωτος επέστρεψε, αλλά το μοσχάρι είναι ήδη σφαγμένο.”

Ο Οδυσσέας Κωνσταντινόπουλος αποφάσισε να μιλήσει με χριστιανικές παραβολές στην Κεντρική Επιτροπή του ΠΑΣΟΚ, συγκρίνοντας την επιστροφή των «πράσινων αποστατών» με την ιστορία του ασώτου υιού. Το ζήτημα είναι πως η πολιτική δεν λειτουργεί πάντα με όρους συγχώρεσης – ειδικά όταν αυτοί που φεύγουν και επιστρέφουν αντιμετωπίζονται περισσότερο σαν περιπλανώμενοι μεταγραφές παρά σαν μεταμελημένοι. Η αλήθεια είναι πως αν ήθελε να το πει πιο ωμά, θα μπορούσε να τσιτάρει Μητροπάνο και να πει “Αλλού τα κακαρίσματα κι αλλού γεννούν οι κότες”. Η υποδοχή των επιστρεφόντων μοιάζει με πολιτικό fast track: οι παλιοί τους κοιτούν με καχυποψία, οι νέοι τους βλέπουν ως ανταγωνιστές και όλοι μαζί προσπαθούν να καταλάβουν αν τελικά αυτές οι μετακινήσεις προσθέτουν ή απλώς κάνουν θόρυβο.

“Όταν παίζεις σκάκι και ο αντίπαλος δεν καταλαβαίνει τους κανόνες, το παιχνίδι γίνεται περίεργο.”

Στη Νέα Αριστερά αποφάσισαν να απέχουν  στην τελευταία ψηφοφορία για την Προεδρία της Δημοκρατίας, με το επιχείρημα ότι έτσι θα δείξουν πόσο απομονωμένος είναι ο κομματικός τους πρόεδρος. Μόνο που αυτή η «στρατηγική» θα έχει το αντίθετο αποτέλεσμα: αν η Λούκα Κατσέλη χάσει ψήφους, δεν θα βγει δεύτερη, γεγονός που μόνο το ΠΑΣΟΚ μπορεί να εκμεταλλευτεί. Γιατί, όπως ξέρουν καλά στην πολιτική, «όταν εσύ προσπαθείς να κάνεις επίδειξη δύναμης, κάποιος άλλος εκμεταλλεύεται το κενό σου»

“Μπορείς να βγάλεις τον πρόεδρο από το ριάλιτι, αλλά όχι το ριάλιτι από τον πρόεδρο.”

Ο Παύλος Μαρινάκης, με την αυθεντία του κυβερνητικού εκπροσώπου, δήλωσε ότι τα βίντεο από τα Τέμπη «είναι σημαντικά, αλλά πρέπει να αποδειχθεί η γνησιότητά τους». Και κάπου εδώ ξεκινά το γνωστό πολιτικό οξύμωρο: όταν η κυβέρνηση κατηγορεί την αντιπολίτευση για εργαλειοποίηση της υπόθεσης, δεν μπορεί την ίδια στιγμή να προβαίνει σε αξιολογικές κρίσεις για το υλικό που ερευνάται. Θυμίζει λίγο τον Τραμπ που αναζητούσε αποδεικτικά στοιχεία ότι τον αποθέωσαν στο Super Bowl και τα συνέκρινε με το βίντεο όπου γιουχάρουν την Τέιλορ Σουίφτ. Όπως κι εκείνος, έτσι και οι πολιτικοί μας έχουν πλέον εγκλωβιστεί στη λογική του θεάματος – όπου η πραγματικότητα είναι λιγότερο σημαντική από το πώς θα την παρουσιάσεις.

“Δεν μπορείς να λύσεις ένα πρόβλημα με την ίδια σκέψη που το δημιούργησε.” 

Η κυβέρνηση ψάχνει απεγνωσμένα τρόπο να αλλάξει την ατζέντα, αλλά το δυστύχημα στα Τέμπη την κρατά καθηλωμένη σε ένα πολιτικό ναρκοπέδιο. Ο σχεδιασμός του Μαξίμου περιλαμβάνει δύο βασικούς άξονες: από τη μία, σκληρή γραμμή απέναντι στην αντιπολίτευση για να διατηρηθεί η συσπείρωση του δικού της ακροατηρίου, από την άλλη, επιστροφή στη διαχείριση της καθημερινότητας, ώστε να δώσει την αίσθηση ότι «η ζωή συνεχίζεται». Το πρόβλημα είναι πως ό,τι κι αν κάνει, οι σκιές από τα Τέμπη είναι πολύ βαριές για να αγνοηθούν. Η Προανακριτική Επιτροπή που έρχεται, τα πορίσματα και η πιθανή πρόταση δυσπιστίας θα κρατήσουν την κυβέρνηση σε διαρκή άμυνα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, οι φήμες για ανασχηματισμό έχουν μετατρέψει το κυβερνητικό στρατόπεδο σε εσωτερικό reality show, όπου όλοι υπολογίζουν ποιος μένει και ποιος φεύγει.

“Η πολιτική είναι η τέχνη του να λέει κανείς πολλά και να μην κάνει τίποτα.” 

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα ήθελε να βρίσκεται ήδη στον δρόμο, κάνοντας «μεγάλες επισκέψεις» και παρουσιάζοντας την «εθνική στρατηγική» για την περιφερειακή ανάπτυξη. Όμως, προς το παρόν, αυτό το πλάνο έχει ανασταλεί, μέχρι να περάσουν οι πολιτικοί κλυδωνισμοί από την υπόθεση των Τεμπών. Στο μεταξύ, το επικοινωνιακό επιτελείο δίνει εντολές να προβάλλεται κάθε μικρή επιτυχία ως κομμάτι μιας μεγάλης μεταρρυθμιστικής προσπάθειας – από τα ηλεκτρικά λεωφορεία μέχρι τις υποδομές και τις δράσεις για το στεγαστικό. Η στρατηγική είναι σαφής: να πνιγεί ο θόρυβος από το σκάνδαλο μέσα σε έναν καταιγισμό «θετικών» κυβερνητικών δράσεων. Ωστόσο, όπως έλεγε ο Γουίνστον Τσώρτσιλ, “μπορείς να εξαπατήσεις λίγους για πολύ ή πολλούς για λίγο, αλλά όχι όλους για πάντα.”

“Όποιος δεν μαθαίνει από την ιστορία του, είναι καταδικασμένος να την επαναλάβει.” 

Η κυβέρνηση δείχνει να αντιμετωπίζει το πολιτικό αδιέξοδο σαν ένα ακόμα τεχνικό ζήτημα: με έναν συνδυασμό σκληρής ρητορικής, ανακοινώσεων έργων και μεταθέσεων ευθυνών, πιστεύει ότι θα ξεφύγει από την πίεση. Όμως η πραγματικότητα είναι αμείλικτη. Το ζήτημα των Τεμπών δεν είναι απλώς ένα ακόμα «πλήγμα στην εικόνα» της κυβέρνησης – είναι μια βαθιά κρίση εμπιστοσύνης. Και αν κάτι αποδεικνύει η Ιστορία, είναι ότι όταν οι κυβερνήσεις επιχειρούν να ξεπεράσουν μια κρίση χωρίς να αλλάξουν πραγματικά τον τρόπο λειτουργίας τους, απλώς οδηγούνται στην επόμενη. Το πρόβλημα δεν είναι η επικοινωνία – είναι η ουσία. Και αυτό είναι το μόνο που δεν φαίνεται να αλλάζει.

“Στη στρατηγική, όπως και στον έρωτα, όποιος κινείται πιο αργά, χάνει.” 

Ο Φεβρουάριος βρίσκει την προοδευτική αντιπολίτευση σε φάση πολιτικής αναζήτησης, ανακατεύοντας εκλογικούς υπολογισμούς με συναισθηματικά κατάλοιπα από τις πλατείες των Τεμπών. Η διαδικασία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας αποκτά συμβολική διάσταση, με τον ΣΥΡΙΖΑ να επιχειρεί να βρει κοινό έδαφος με τη Νέα Αριστερά, προτείνοντας τη Λούκα Κατσέλη. Μια σύμπλευση που έμοιαζε ελπιδοφόρα, μέχρι που η Πατησίων έδωσε σήμα για αποχή στην τελική ψηφοφορία, δείχνοντας πως το όποιο «μέτωπο» είναι πιο εύθραυστο από ό,τι φαίνεται. Ο ΣΥΡΙΖΑ προτιμά τις απορροφήσεις, η Νέα Αριστερά την αυτονομία – και κάπως έτσι οι δύο πλευρές βρίσκονται σε ένα πολιτικό φλερτ με ξεχωριστές ατζέντες. Το αν η σχέση αυτή θα εξελιχθεί ή θα σβήσει πρόωρα, θα κριθεί από την ανάγκη τους για εκλογική επιβίωση. Γιατί, όπως έλεγε και ο Μακιαβέλι, “οι συμμαχίες κρατούν όσο υπάρχει συμφέρον”.

“Μια μεγάλη ευκαιρία κρύβει πάντα και μια μεγάλη παγίδα.” 

Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται στην πιο ενδιαφέρουσα καμπή της πρόσφατης ιστορίας του: για πρώτη φορά μετά από δεκαπέντε χρόνια, υπάρχει το περιθώριο να περάσει από τον ρόλο του «τρίτου πόλου» σε αυτόν του κύριου εκφραστή της αντιπολίτευσης. Και αν η Κεντρική Επιτροπή κατέληξε σε μια κοινή πορεία στα μεγάλα θέματα, η εσωκομματική ανησυχία παραμένει: η ομάδα Δούκα έθεσε ανοιχτά το στόχο της πρωτιάς, ενώ η συζήτηση για την ιδεολογική κατεύθυνση του κόμματος μένει ανοιχτή. Να είναι μια πιο «κεντροαριστερή» εκδοχή της ΝΔ ή κάτι ριζικά διαφορετικό; Ο Νίκος Ανδρουλάκης θα χρειαστεί να ισορροπήσει τις εσωτερικές του πτέρυγες, ενώ παράλληλα δέχεται κυβερνητικά πυρά. Στην πολιτική, όμως, το να δέχεσαι επίθεση σημαίνει πως σε υπολογίζουν.

“Όταν το σύστημα δεν έχει απαντήσεις, δημιουργεί αντιπάλους.” 

Η κυβέρνηση προσπαθεί να πετάξει τη μπάλα στην εξέδρα, κατηγορώντας το ΠΑΣΟΚ για «εργαλειοποίηση» των Τεμπών, αλλά η πραγματικότητα είναι αμείλικτη: η πολιτική διαχείριση της τραγωδίας έχει αφήσει βαριά σκιά και οι απαντήσεις που περιμένουν οι πολίτες είναι πολλές. Ο Παύλος Μαρινάκης, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να αποπροσανατολίσει, επέλεξε να επιτεθεί προσωπικά στον Νίκο Ανδρουλάκη, αλλά όπως σημείωσε ο Κώστας Τσουκαλάς, αυτή η γραμμή δείχνει περισσότερο πανικό παρά στρατηγική. Στην τελική, η κυβέρνηση μπορεί να προσπαθεί να ανακτήσει τον έλεγχο της ατζέντας, αλλά οι προανακριτικές επιτροπές, τα πορίσματα και η πολιτική πίεση της αντιπολίτευσης θα την κρατήσουν εγκλωβισμένη. Όπως και σε κάθε πολιτική κρίση, το πρόβλημα δεν είναι η επικοινωνία – είναι η ουσία. Και αυτή τη φορά, τα «αφηγήματα» δεν μπορούν να σβήσουν τα πραγματικά γεγονότα.


TOP NEWS

uncached