5 Σεπτεμβρίου 2023
Δημοσίευση: 11:45'

Άσμα διόλου ηρωικό και ολωσδιόλου πένθιμο για το χαμένο δάσος της Δαδιάς

Εντάξει, λοιπόν, παλικάρια μου, ας πούμε ότι φταίνε οι ξένοι πράκτορες, οι μετανάστες, οι εμπρηστές. Να ρωτήσω όμως και κάτι: Αυτοί τη δουλειά τους κάνανε. Εσείς ως κρατικός μηχανισμός, τι δουλειά κάνατε ακριβώς;

Επιμέλεια: Αγγελική Κιλιντζόγλου
Δημοσίευση: 11:45’
Επιμέλεια: Αγγελική Κιλιντζόγλου

Εντάξει, λοιπόν, παλικάρια μου, ας πούμε ότι φταίνε οι ξένοι πράκτορες, οι μετανάστες, οι εμπρηστές. Να ρωτήσω όμως και κάτι: Αυτοί τη δουλειά τους κάνανε. Εσείς ως κρατικός μηχανισμός, τι δουλειά κάνατε ακριβώς;

Από Θράκη εγώ που να ξέρω;
Βλαχαδερό εκ Τρικάλων γαρ, ώσπου να βγάλει η οικογένεια λεφτά (ναι έβγαλε, ναι δεν ντρέπομαι, ναι δεν είμαι ο Κασσελάκης!) ως τον Πλαταμώνα έφτανε η χάρη μου. Είχα πάει και μια φορά Χαλκίδα με τη γιαγιά μου, να δει την αδερφή της τη Σταματία.

Κι ύστερα πέρασα πανεπιστήμιο στην Αθήνα και δώσε σούρτα φέρτα στη Σόλωνος και στα πέριξ. Συν Θεσσαλονίκη, που είναι πόλη ερωτική, λεπτομέρειες δεν δίνω για τα αίσχη που διέπραξα.

Η Θράκη μπήκε στη ζωή μου μέσω της δημοσιογραφίας. Μέσω του ρεπορτάζ των media στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» για να είμαι ακριβής, όπου το ανέλαβα το 1996 και κάποια στιγμή, νομίζω τον επόμενο χρόνο, με πήραν τηλέφωνο από Νομαρχία Αλεξανδρούπολης για να καλύψω το ετήσιο δημοσιογραφικό συνέδριο της Σαμοθράκης. Ο Βασίλης Κάργας ήταν στη γραμμή, αυτός τα κανόνιζε όλα κι έτρεχε σαν παλαβός για να μην λείψει τίποτε από κανέναν και καμιά.

Χαζός ήμουν να μην πάω; Πήγα!
Και γνώρισα έναν τόπο πέρα από κάθε φαντασία, έναν τόπο μαγικό και μαγεμένο με τα πιο ανορθωτικά και παράξενα vibes που συνάντησα στη ζωή μου όλη. «Πολλά τρεχούμενα νερά», θα πουν οι εξυπνάκηδες που ψηφίσανε κάποτε Στέφανο Μάνο. «Πρώτα να πάτε και ύστερα να κρίνετε», θα απαντήσω εγώ.

Τέλος πάντων, να μην τα πολυλογώ, κράτησε χρόνια αυτή η κολόνια με το συνέδριο. Και όταν το ‘ριξε η κρίση στα βράχια, μου ‘μεινε εμένα η νοσταλγία για τη Θράκη. Κάπως με είχαν τουμπάρει η θάλασσά της, το φως της, αυτό το βαθύ πράσινο της χλωρίδας της που έκανε τη Σαλονικιά φίλη μου Ελίζα να βγάζει καντήλες. Οπότε όσο είχαμε ακόμη λεφτά (σαν τον Κασσελάκη κι εγώ, ό,τι πρόλαβα!), πήρα εκείνη που κοιμάται πλάι μου και πήγαμε τον ένα χρόνο μια βδομαδούλα Σαμοθράκη και τον άλλο στον Έβρο. Υπό τις οδηγίες του Βασίλη πάντα, γιατί αν δεν εμπιστευτείς το ντόπιο το γατόνι ποιόν θα εμπιστευτείς δηλαδή;

Για τη Σαμοθράκη τα ‘παμε και θα τα ξαναπούμε άλλη φορά. Για τον Έβρο, θα σημειώσω ότι φτάσαμε Αλεξανδρούπολη με το αεροπλάνο, ότι νοικιάσαμε τουτού επί τόπου, ότι καταλύσαμε στον ξενώνα «Θράσσα» στο Τυχερό. Εξαιρετικό ξενοδοχείο, με κάτι παραπάνω από άψογη φιλοξενία, μεγάλα και καθαρά δωμάτια, είδα μάλιστα ότι από τότε αναβαθμίστηκε και ανήκει πλέον σε μια αλυσίδα “Luxury Hotels”. Μπράβο τους!

Οπότε πήγαμε από ‘δω, πήγαμε από ‘κει, φάγαμε κάτι γατόψαρα να κλαις και κάτι καβουρμάδες να οδύρεσαι, ήρθε και η ώρα και για την κορύφωση του ταξιδιού. Τον περίπατο στο δάσος της Δαδιάς.

Και εξηγούμαι για να μην παρεξηγούμαι:

Το «βλαχαδερό» που έγραψα πιο πάνω δεν είναι τυχαίο. Ρέει βλάχικο αίμα στις φλέβες μου από τον παππού μου τον Λάμπρο. Και ως απόγονος ορεσίβιων, λατρεύω τα βουνά και τα δάση και πολύ περήφανος είμαι για τις δικές μας τις ομορφιές στα ορεινά των Τρικάλων.
Άρα στη Δαδιά πήγα και λίγο προκατειλημμένος, σ’ ένα στυλάκι «τι να μας πείτε κι εσείς», με τη μύτη ψηλά κάπως.
Και με τα πρώτα βήματα κιόλας, εξανεμίστηκαν όλες οι αντιστάσεις μου!
Τι ήταν αυτό το πράγμα δεν ξέρω πώς να σας το περιγράψω.
Τι μεγαλείο εξώκοσμο, τι κάλλος παραμυθένιο, τι ενέργεια να σε κυκλώνει από παντού, τι ανάσα ζωής πρωτοφανέρωτη. Νόμισα ότι είδα τον Χάγκριντ να μου κλείνει το μάτι, από το πέρα ρυάκι…
Και τώρα, σιωπή.
Τώρα, στάχτες.
Τώρα αντάρα κακιά, που λέμε και στο χωριό μου.
Αυτό το τοπίο το ανυπέρβλητο, αυτό το δάσος το αδιανόητο, που όλες οι μούσες του κόσμου δεν φτάνανε για να το υμνήσουν, εγκατέλειψε οριστικά τα εγκόσμια.
Μόνο στάχτες…

Και, φυσικά, κάπου πρέπει να το ρίξουμε το φταίξιμο, στους ξένους πράκτορες, στους μετανάστες, στους εμπρηστές, κάπου τέλος πάντων.
Εντάξει, λοιπόν, παλικάρια μου, ας πούμε ότι φταίνε οι ξένοι πράκτορες, οι μετανάστες, οι εμπρηστές.
Να ρωτήσω όμως και κάτι:
Αυτοί τη δουλειά τους κάνανε.
Εσείς ως κρατικός μηχανισμός, τι δουλειά κάνατε ακριβώς;
Ιδίως όταν στις αρχές Ιουλίου, μας διαβεβαιώνατε ότι είστε πιο έτοιμοι από κάθε άλλη φορά;
Και σταματώ εδώ, γιατί αν ξυπνήσει ο βλάχος μέσα μου δεν ξέρω που θα σταματήσω…


TOP NEWS

uncached