Δημοσίευση: ’
Τελευταία ενημέρωση: ’

Διάλεγε αντιπαθητικούς ρόλους…

Μπορεί να διάλεγε αντιπαθητικούς ρόλους, αλλά το κοινό και οι κριτικοί την λάτρεψαν. Σαν κι’ αυτήν μία στο εκατομμύριο. Τέτοια ταλαντούχα, ευφυής, δυνατή γυναίκα δεν εμφανίζεται συχνά στον χώρο του κινηματογράφου.

Η ανάγνωση δημιουργήθηκε από το Newpost AI.
Δημοσίευση: ’
Τελευταία ενημέρωση: ’
Διάλεγε αντιπαθητικούς ρόλους…

Μπορεί να διάλεγε αντιπαθητικούς ρόλους, αλλά το κοινό και οι κριτικοί την λάτρεψαν. Σαν κι’ αυτήν μία στο εκατομμύριο. Τέτοια ταλαντούχα, ευφυής, δυνατή γυναίκα δεν εμφανίζεται συχνά στον χώρο του κινηματογράφου.

Εξήντα χρόνια ταινίες και θέατρο και το 1977, σε ηλικία 69 ετών, πήρε και το μεγάλο βραβείο καριέρας από το Ινστιτούτο του Αμερικάνικου Σινεμά. Ήταν η πρώτη γυναίκα που κατάφερε αυτό το επίτευγμα, όπως ήταν και η πρώτη γυναίκα που κατάφερε να γίνει πρόεδρος της ακαδημίας των Oscar το 1941. Υποδυόταν συνήθως αντιπαθείς ηρωίδες και η τεχνική της έχει αντιγραφεί από πολλούς μεταγενέστερους ηθοποιούς. Το Αμερικάνικο Ινστιτούτο κινηματογράφου την έχει κατατάξει δεύτερη (2η)  στη λίστα με τις 25 μεγαλύτερες σταρ όλων των εποχών.

Η Bette Davis, γεννήθηκε στις 5 Απριλίου 1908 και πέθανε στις 6 Οκτωβρίου 1989, σε ηλικία 81 χρόνων. Θεωρείται ιερό τέρας του αμερικάνικου κινηματογράφου, μια και έπαιξε όλους τους ρόλους, με την ίδια ευκολία και πειστικότητα. Από κλασσικές ηρωίδες εποχής μέχρι σύγχρονες γυναίκες. Γι’ αυτό και είχε προταθεί έντεκα (11) φορές για το βραβείο Oscar και το κέρδισε τις δύο (2), με τις ταινίες: “Μια επικίνδυνη γυναίκα” (1935) και “Ζέζεμπελ” (1938).

Η ιστορία της ξεκινάει εντυπωσιακά. Όταν ήταν νεαρή παρακολούθησε σε θέατρο της Νέας Υόρκης την “Αγριόπαπια” του Ίψεν και έτσι αποφάσισε να γίνει ηθοποιός. Κι’ όταν διάβασε το βιβλίο του Ονορέ ντε Μπαλζάκ, “Η εξαδέλφη Μπέτι” (La cousin Bette), άλλαξε το όνομα της. Έτσι η Ρουθ Ελίζαμπεθ Ντέιβις, έγινε η Μπέτι Ντέιβις. Στην σχολή ήταν συμμαθήτρια με την Katherine Hepburn  και την Lucille Ball. Το 1929 ξεκίνησε να παίζει στο θέατρο και το 1930 την κάλεσαν στην Universal να κάνει δοκιμαστικό. Παρόλο του ότι απείχε αρκετά από το στερεότυπο της ομορφιάς των σταρ του Hollywood εκείνης της εποχής, την προσλαμβάνουν αμέσως.

Οι πέντε πρώτες ταινίες της δεν είχαν επιτυχία με αποτέλεσμα να μην της ανανεώσουν το συμβόλαιο. Το 1932 παίζει στην ταινία “The man who played God”, οι κριτικές την υμνούν και την ίδια χρονιά υπογράφει συμβόλαιο με τη Warner – όπως επίσης παντρεύεται τον αγαπημένο της Χάρμον Όσκαρ Νέλσον. Η Warner φημιζόταν για τις γκανγκστερικές ταινίες που έθιγαν το κατεστημένο της Αμερικανικής κοινωνίας του ‘30, με αποτέλεσμα να μην αξιοποιείται σωστά το ταλέντο της κι αρχίζει να ζητά καλύτερους ρόλους. Καταφέρνει και την ζητούν να πρωταγωνιστήσει στην ταινία “Of human bondage”. Ο ρόλος είναι αυτός μιας αντιπαθητικής κι αδίστακτης γυναίκας, τόσο που καμιά απ’ τις σταρ της εποχής εκείνης δεν ήθελε να τον παίξει. Όταν βγαίνει η ταινία στους κινηματογράφους, οι κριτικοί την αποθεώνουν αναφέροντας ότι πρόκειται για “την καλύτερη ερμηνεία που έχει δοθεί ποτέ από Αμερικανίδα ηθοποιό στη μεγάλη οθόνη.”

 Ακολούθησαν κι’ άλλοι ρόλοι, 2 Oscar, πλήθος συνεργασίες  και ταινίες όπως οι: Jezebel, The Sisters, Dark Victory, Juarez, The Old Maid , The private lives of Elisabeth & Essex, The Letter, All This and Heaven Too!,The Little Foxes, Now Voyager, Watch On The Rhine, Old Aquaintance, Mr. Skeffington, The Corn is Green κ.α. Αλλά όλα αυτά δεν έγιναν ήρεμα. Ενδιάμεσα, έκανε δικαστικές διαμάχες, τσακωνόταν με τους σκηνοθέτες, ερωτευόταν, χώριζε, δημιουργούσε αντιπάλους…. με κοινό παρονομαστή όμως τις θεϊκές κριτικές του τύπου για τις ερμηνείες της. Το κοινό την λάτρευε, το ίδιο και ο τύπος.

Από το τέλος του Παγκοσμίου Πολέμου και μετά, και αφού βρισκόταν σε σχέση ισχύος, έκανε μια – δυο λανθασμένες επιλογές, έμεινε έγκυος στο πρώτο της παιδί και οι ταινίες της άρχισαν να μην είναι κερδοφόρες. Μετά την γέννηση της κόρης της όμως, έπαιξε  στην ταινία “June Bride”, σημείωσε μεγάλη επιτυχία και έτσι ανανέωσε το συμβόλαιό της με τη Warner και με μισθό $10.285 την εβδομάδα, κάνοντας την  πιο ακριβοπληρωμένη γυναίκα στις ΗΠΑ. Εκείνη την περίοδο ξανά τσακώθηκε με τον Jack Warner, έσπασε το συμβόλαιο της και έφυγε από την εταιρία. Στο Hollywood υπήρχε η πεποίθηση ότι οι επιτυχίες της είχαν πλέον τελειώσει. Είχε δημιουργήσει τη φήμη ότι ήταν δύστροπη κι οι παραγωγοί δύσκολα θα της εμπιστεύονταν πλέον σενάρια. Παράλληλα ο γάμος της όδευε προς το τέλος του και το διαζύγιο ήταν αναπόφευκτο.

Η τύχη της χαμογέλασε και πάλι στα τέλη του 1949, όταν της πρότειναν τον ρόλο της Μάργκο Τσάνινγκ στην ταινία “All About Eve”. Έδωσε την ερμηνεία της ζωής της και οι κριτικές για την ταινία που προβλήθηκε το 1950 ήταν διθυραμβικές, τόσο που η Ντέιβις ευχαρίστησε τον σκηνοθέτη Τζόζεφ  Μάνκιεβιτς που την έσωσε από το χείλος της καταστροφής.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 η δημοτικότητα της είχε υποστεί μεγάλο πλήγμα, καθώς τα σενάρια λιγόστευαν όλο και περισσότερο για αυτήν που είχε ήδη κλείσει τα πενήντα, αλλά ευτυχώς, το 1962 δέχτηκε να συμπρωταγωνιστήσει μαζί με την μεγάλη της αντίπαλο Joan Crawford, στην ταινία τρόμου “Whatever happened to Baby Jane”. Καταπνίγοντας λοιπόν τον εγωισμό της, συνεργάστηκε με την μισητή της αντίπαλο χωρίς να δημιουργήσει προβλήματα κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων. Η ταινία είχε μεγάλη επιτυχία  κι η Ντέιβις έγινε η βασίλισσα του γραν-γκινιόλ για τη δεκαετία του 60, οι περισσότερες ταινίες που γύρισε τότε ήταν έργα τρόμου.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70, συνέχισε δουλεύοντας κυρίως σε τηλεοπτικές παραγωγές, ενώ στις ελάχιστες κινηματογραφικές της ταινίες εμφανιζόταν ως καρατερίστα. Το 1983, μετά την ολοκλήρωση της τηλεταινίας “Right of way”, της διέγνωσαν καρκίνο του μαστού και της έκαναν μαστεκτομή. Δυο εβδομάδες μετά την εγχείρηση υπέστη εγκεφαλικό. Η υγεία της ήταν σε κρίσιμη κατάσταση και όλοι νόμιζαν ότι θα πέθαινε. Εκείνη την εποχή η κόρη της Μπάρμπαρα, έγραψε κι εξέδωσε το βιβλίο “My mother’s keeper”, στο οποίο παρουσίαζε τη μητέρα της αυταρχική κι αλκοολική. Όταν η Ντέιβις συνήλθε, με μικρή παράλυση στην αριστερή γνάθο και στο αριστερό της χέρι, αποκλήρωσε την κόρη της και δεν της ξαναμίλησε μέχρι και το θάνατό της το 1989. Ο πρώην σύζυγος της Ντέιβις, Γκάρι Μέριλ, κι άλλοι οικογενειακοί φίλοι, διέψευσαν τα γεγονότα του βιβλίου υποστηρίζοντας ότι η Μπάρμπαρα το έγραψε οδηγούμενη από φιλαργυρία.

Το 1989, ανακάλυψε ότι ο καρκίνος είχε υποτροπιάσει, ανέκαμψε όμως για λίγο καιρό, πράγμα που της επέτρεψε να ταξιδέψει στην Ισπανία όπου την τίμησαν με βραβείο καριέρας, αλλά κατά τη διάρκεια της διαμονής της εκεί η υγεία της χειροτέρευσε. Όντας αδύναμη να επιστρέψει στην Αμερική ταξίδεψε μέχρι τη Γαλλία, όπου και εισήχθη σε αμερικανικό νοσοκομείο στην πόλη Νεϊγί επί του Σηκουάνα (Neuilly sur Seine).

Πέθανε στις 6 Οκτωβρίου 1989. Η ταφή της έγινε στο Los Angeles και στην ταφόπλακά της αναγράφεται She did it the hard way (Τα κατάφερε με τον δύσκολο τρόπο)

“Όταν ένας άντρας λέει τη γνώμη του είναι άντρας. Όταν μια γυναίκα λέει τη γνώμη της είναι σκύλα.” Bette Davis

Μείνετε ενημερωμένοι με το Newpost. Ακολουθήστε μας για να μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο.