15 Νοεμβρίου 2025
Δημοσίευση: 10:52'

«Εδώ Πολυτεχνείο»: Από την εξέγερση, στην πτώση της Χούντας των Συνταγματαρχών

Πώς ο φόβος, που αποτυπώθηκε αλληγορικά στο «Διαβατήριο» του Σαμαράκη, μετατράπηκε σε μαζική διεκδίκηση, με τη Νομική να ανάβει τη σπίθα και το Πολυτεχνείο να γίνεται το σύμβολο που γκρέμισε τη χούντα

Επιμέλεια: Γιάννης Μαρκούτης
Δημοσίευση: 10:52’
Επιμέλεια: Γιάννης Μαρκούτης

Πώς ο φόβος, που αποτυπώθηκε αλληγορικά στο «Διαβατήριο» του Σαμαράκη, μετατράπηκε σε μαζική διεκδίκηση, με τη Νομική να ανάβει τη σπίθα και το Πολυτεχνείο να γίνεται το σύμβολο που γκρέμισε τη χούντα

Το 1972, στην κορύφωση της χουντικής παραφροσύνης, ο Αντώνης Σαμαράκης έγραφε στο διήγημά του «Το διαβατήριο» για έναν δημόσιο υπάλληλο-ποιητή που βρέθηκε απολογούμενος επειδή τα ποιήματά του για τη «μελαγχολική φθινοπωρινή βροχή» αναλύθηκαν από τον «Υποτομέα Συναισθηματικών Μικροβιολογικών Εξετάσεων». Το πόρισμα ήταν επιβαρυντικό: ο ποιητής έπασχε από «καθίζηση επαναστατικού πνεύματος».

Αυτή η έξοχη αλληγορία αποτύπωνε με ακρίβεια την Ελλάδα της επταετίας: μια χώρα «στον γύψο», όπου ο άνθρωπος ήταν υπόλογος στο καθεστώς ακόμη και για τις μύχιες σκέψεις του. Ήταν η εποχή μιας «σιδερόφρακτης ευημερίας», όπου πολλοί πολίτες, αν και περιφρονούσαν ή φοβούνταν τη χούντα, βίωναν τη λησμονιά της κατανάλωσης, απολαμβάνοντας το ουισκάκι τους μπροστά στο νέο φρούτο, τη μικρή οθόνη. Κι ενώ χιλιάδες αντιστέκονταν και βασανίζονταν, ένα νέο επάγγελμα, αυτό του χαφιέ, βρισκόταν σε πλήρη άνθιση, την ώρα που το παρακράτος έλεγχε κάθε ανάσα.

Η ιδεολογία της «δύναμης» και ο φόβος

Οι Συνταγματάρχες, που είχαν καταλύσει τη Δημοκρατία, δεν είχαν ιδεολογία, παρά μόνο δύναμη. Όπως κατέθεσε ο δικαστής της χούντας, Γιάννης Ντεγιάννης, «είναι ανάγκη να βρει και να φορέσει κάποια ιδεολογία». Η ιδεολογία αυτή βρέθηκε εύκολα: η εθνικοφροσύνη και ο αντικομμουνισμός.

Η χώρα, άλλωστε, δεν είχε συνέλθει πλήρως από τον Εμφύλιο. Η απειλή των «κομμουνιστοσυμμοριτών» συντηρούνταν, κι ας είχε ξεθωριάσει. Αυτός ο φόβος έγινε το τέλειο εργαλείο. Σε ένα τοπίο βαθιάς πολιτικής κρίσης (με 16 κυβερνήσεις από το 1952) και με την ανησυχία Αμερικανών και Παλατιού για τις επερχόμενες εκλογές, η χούντα βρήκε την ευκαιρία. Ο αρχιπραξικοπηματίας Παπαδόπουλος, στην πρώτη του δημόσια εμφάνιση, μίλησε με την χαρακτηριστική «χωρο-πληκτη» γλώσσα του για «κρίσιν» και «αναρχικήν αντίληψιν» που είχαν δημιουργήσει τον «έσχατον κίνδυνον» να αλωθεί η χώρα από τον κομμουνισμό.

Η θρυαλλίδα της Νομικής

Το φθινόπωρο του 1973, η ελπίδα ήρθε από μακριά. Στην Ταϊλάνδη, μια μαζική εξέγερση φοιτητών και πολιτών κατάφερε να ανατρέψει το φασιστικό καθεστώς. Όπως σημείωσε ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, οι πτώσεις των δικτατοριών είναι «πάντοτε κατακόρυφες». Η νεολαία της Ελλάδας, μετά από έξι χρόνια ασφυξίας, ήλπιζε σε μια επανάληψη του ταϊλανδέζικου σκηνικού.

Η θρυαλλίδα, ωστόσο, καλλιεργούνταν ήδη για έναν ολόκληρο χρόνο στη Νομική Σχολή. Οι φοιτητές εκεί είχαν ξεκινήσει έναν αγώνα ενάντια στις διορισμένες, ελεγχόμενες από την Ασφάλεια, διοικήσεις των φοιτητικών συλλόγων. Περισσότεροι από 4.000 φοιτητές προσέφυγαν στα πρωτοδικεία, με τα ονόματά τους να καταλήγουν, φυσικά, στα γραφεία της ΕΣΑ, πυροδοτώντας συλλήψεις και κακοποιήσεις. «Η Ελληνική Αστυνομία επιβάλλει σιωπή στους ατίθασους φοιτητές ξυλοκοπώντας τους», ανέφερε ο Guardian τον Μάιο του 1972.

Το καθεστώς προσπάθησε να ελέγξει την κατάσταση με ένα σχέδιο βίας και νοθείας στις φοιτητικές εκλογές του Νοεμβρίου 1972, αλλά οι δημοκρατικοί υποψήφιοι απάντησαν με αποχή. Η προσπάθεια εξαπάτησης σήμανε την αρχή του τέλους. Ακολούθησαν μαζικές αποχές, καταλήψεις και βίαιη καταστολή.

Τον Ιανουάριο του 1973, η Σύγκλητος του Πολυτεχνείου ανέστειλε τη λειτουργία του και ο Παπαδόπουλος απάντησε με την υπογραφή διατάγματος για αναγκαστική στράτευση. Περισσότεροι από 120 αντικαθεστωτικοί φοιτητές σύρθηκαν στα στρατόπεδα. Τον Φεβρουάριο, η αστυνομία εισέβαλε στο Πολυτεχνείο, ξυλοκοπώντας και συλλαμβάνοντας 84 άτομα.

Το πρωί της 16ης Φεβρουαρίου, 2.500 φοιτητές κατέλαβαν τη Νομική στη Σόλωνος, φωνάζοντας συνθήματα από την ταράτσα. Η φωτογραφία τους έκανε τον γύρο του κόσμου και το Associated Press σχολίασε πως ήταν «η πρώτη πραγματική απειλή» για τη χούντα. Η κατάληψη έληξε με ψεύτικες υποσχέσεις από τις πρυτανικές αρχές. Όταν οι φοιτητές κατάλαβαν ότι εξαπατήθηκαν, επιχείρησαν νέα κατάληψη τον Μάρτιο.

Στις 20 Μαρτίου, το καθεστώς ήταν προετοιμασμένο. Οχήματα της Πυροσβεστικής σήκωσαν τις κλίμακές τους, δίνοντας πρόσβαση στους αστυνομικούς, που εισέβαλαν στην ταράτσα και, όπως περιέγραψε ο Νίκος Μπίστης, τους ξυλοκοπούσαν «αφηνιασμένοι». Για να γελοιοποιήσει τον αγώνα, η χούντα προχώρησε σε συλλήψεις ακόμη και για παράβαση του παλιού Νόμου 4000 περί… τεντυμποϊσμού.

«Εδώ Πολυτεχνείο»: Η εξέγερση

Το πάθος όμως δεν καταστελλόταν. Το κίνημα του Ναυτικού τον Μάιο και, κυρίως, η κηδεία του Γεώργιου Παπανδρέου στις 4 Νοεμβρίου 1973, η οποία μετατράπηκε σε μια μαζική αντικαθεστωτική πορεία, έστρωσαν τον δρόμο.

Η εξέγερση στο Πολυτεχνείο ξεκίνησε σχεδόν τυχαία, την Τετάρτη 14 Νοεμβρίου. Όπως θυμάται ο φοιτητής Ιατρικής τότε, Γιώργος Παυλάκης, κάποιος στη συνέλευση της Νομικής φώναξε ότι γίνονται φασαρίες στο Πολυτεχνείο. Η αντίδραση ήταν άμεση: «Πάμε να στηρίξουμε τα αδέλφια μας».

Αυτό ήταν η αρχή. Το πάθος διογκώθηκε. Στήθηκε ο ραδιοφωνικός σταθμός που μετέδιδε στους 1.050 χιλιόκυκλους: «Εδώ Πολυτεχνείο. Είναι η φωνή των ελεύθερων φοιτητών, των ελεύθερων Ελλήνων». Το σήμα έφτασε σε όλη την πόλη. Μαθητές, εργάτες, υπάλληλοι, όλοι έσπευδαν να στηρίξουν. Πολίτες περνούσαν φαγητά, νερό και γλυκά από τα κάγκελα. Μια μικροκαμωμένη γριούλα, που κρατούσε λίγα σάντουιτς, φώναζε «Ελευθερία! Δημοκρατία!», και το πλήθος τη χειροκροτούσε.

Μέχρι το βράδυ της Παρασκευής 16 Νοεμβρίου, το πλήθος έξω από το Πολυτεχνείο υπολογιζόταν σε πάνω από 15.000 άτομα.

«Βαράτε στο ψαχνό»: Η νύχτα της 16ης Νοεμβρίου

Η απάντηση του καθεστώτος ήταν η κλιμάκωση της βίας. Το βράδυ της 16ης Νοεμβρίου, η ατμόσφαιρα γέμισε δακρυγόνα. Ο 57χρονος δικηγόρος Σπύρος Κοντομάρης κατέρρευσε από έμφραγμα λόγω των χημικών, και καταγράφηκε ως ο πρώτος νεκρός.

Η πιο σκληρή εστία βίας, ωστόσο, δεν ήταν το Πολυτεχνείο, αλλά το Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως, σε απόσταση βολής, στην οδό Γ΄ Σεπτεμβρίου. Εκεί, περίπου 300 ένοπλοι αστυνομικοί, χωροφύλακες και παρακρατικοί με πολιτικά, είχαν ακροβολιστεί στην ταράτσα και στα παράθυρα. Όταν οι διαδηλωτές επιχείρησαν να πλησιάσουν, ο επικεφαλής έλαβε την εντολή από τον αντιστράτηγο Βαρνάβα: «Σου στέλνω. Βαράτε στο ψαχνό».

Άρχισαν να πυροβολούν αδιακρίτως. Όπως κατέθεσε ο 20χρονος σπουδαστής Αν. Κακριδής, που δέχτηκε σφαίρα στον πνεύμονα: «Αυτοί μας πυροβολούσαν κι εμείς τους ρίχναμε νεράντζια από τα δένδρα των πεζοδρομίων». Μέσα στα νοσοκομεία, η κατάσταση ήταν εφιαλτική. Ασφαλίτες είχαν εγκατασταθεί στο Ρυθμιστικό Κέντρο (το σημερινό «Γεννηματάς») και ξυλοκοπούσαν ανελέητα τους τραυματίες, μπαίνοντας μέχρι και στα χειρουργεία.

Καθώς οι σφαίρες και τα δακρυγόνα δεν ανέκοπταν το πάθος, ο Παπαδόπουλος πήρε την τελική απόφαση, όπως ομολόγησε ο ίδιος στη δίκη: «Ναι, εγώ απεφάσισα την ενίσχυσιν των αστυνομικών δυνάμεων διά τμημάτων Στρατού».

Η πύλη πέφτει

Στις 23:30, τα τανκς κατηφόρισαν την Αλεξάνδρας. Στη θέα τους, οι φοιτητές μέσα στο Πολυτεχνείο, σκαρφαλωμένοι στην πύλη, φώναζαν: «Είμαστε αδέλφια σας» και τραγουδούσαν τον εθνικό ύμνο.

Οι επικεφαλής της αστυνομίας αναζήτησαν νομική κάλυψη. Τηλεφώνησαν στον προϊστάμενο της Εισαγγελίας Φαφούτη, ο οποίος αρνήθηκε να δώσει έγκριση για στρατιωτική επέμβαση. Την έγκριση έδωσε τελικά, ως «εκπρόσωπος Διοικητικής Αρχής», ο αδελφός του δικτάτορα, Χαράλαμπος Παπαδόπουλος.

Λίγα λεπτά πριν τις 03:00 τα ξημερώματα της 17ης Νοεμβρίου, το τανκ με αριθμό ΕΣ84337 έθεσε σε λειτουργία τη μηχανή του, σταμάτησε για δευτερόλεπτα μπροστά στην πύλη και έπειτα κινήθηκε, γκρεμίζοντάς την.

Ακολούθησε χάος. Οι δυνάμεις ασφαλείας εισέβαλαν, συλλαμβάνοντας και ξυλοκοπώντας 866 άτομα. Εισέβαλαν ακόμη και στο πρόχειρο ιατρείο, σπάζοντας ορούς και χτυπώντας τους ήδη τραυματισμένους. Μέσα στον πανικό, όμως, αναδείχθηκαν και «ανώνυμοι ήρωες»: οι κάτοικοι της περιοχής, όπως το ζεύγος Τραϊφόρου – Βέμπο, που άνοιξαν τις πόρτες των σπιτιών τους για να κρύψουν τους κυνηγημένους φοιτητές.

Η δίκη και η ντροπή

Το πρωί βρήκε την Αθήνα βομβαρδισμένη. Το καθεστώς κήρυξε στρατιωτικό νόμο, αλλά η οργή του κόσμου είχε ήδη ξεχειλίσει. Οι διαδηλώσεις συνεχίστηκαν.

Στη δίκη του Πολυτεχνείου που ακολούθησε την πτώση της χούντας, οι πάλαι ποτέ «κραταιοί» έριχναν τις ευθύνες ο ένας στον άλλον. Ο ταξίαρχος Ντερτιλής, που 13 μάρτυρες κατέθεσαν ότι σκότωσε εν ψυχρώ τον φοιτητή Μιχάλη Μυρογιάννη, ισχυρίστηκε ψευδώς ότι «έδειχνε στον στρατιώτη τον ορθό χειρισμό του περιστρόφου».

Ο οδηγός του τανκ, Α. Σκευοφύλαξ, κατέθεσε: «Οι διαδηλωτές μάς φώναζαν “είμαστε αδέλφια” κι εγώ ήθελα να τους φάω. Τους έβλεπα σαν παράσιτα». Χρόνια μετά, ο ίδιος άνθρωπος θα εξομολογούνταν τη βαθιά του ντροπή: «Μου έμαθαν να μισώ τους κομμουνιστές, αλλά στο μεροκάματο η ζωή μου άλλαξε […] Ντρέπομαι. Εκείνος ο έφεδρος στρατιώτης σκοτώθηκε σε τροχαίο…».

Το κεφάλαιο του Πολυτεχνείου έκλεισε με 25 καταγεγραμμένους νεκρούς και πάνω από 1.100 τραυματίες. Ήταν αυτοί που, ενώ το καθεστώς τούς κατηγορούσε για «καθίζηση επαναστατικού πνεύματος», ύψωσαν τη φωνή τους και δρομολόγησαν την τελική πτώση και καταδίκη της δικτατορίας στην Ελλάδα.


TOP NEWS

uncached