2 Ιουνίου 2026
Δημοσίευση: 17:02'

Ένας έντιμος ριζοσπάστης, αριστερός: Γαβριήλ Σακελλαρίδης

Σε μια περίοδο όπου οι πολιτικές μετακινήσεις πολλαπλασιάζονται, η στάση του Γαβριήλ Σακελλαρίδη προβάλλεται από πολλούς ως παράδειγμα πολιτικής συνέπειας και προσωπικής αξιοπιστίας.

Δημοσίευση: 17:02’
φωτ. glomex

Σε μια περίοδο όπου οι πολιτικές μετακινήσεις πολλαπλασιάζονται, η στάση του Γαβριήλ Σακελλαρίδη προβάλλεται από πολλούς ως παράδειγμα πολιτικής συνέπειας και προσωπικής αξιοπιστίας.

Στην πολιτική, όπου η συνέπεια συχνά αντιμετωπίζεται ως αδυναμία και η καρέκλα ως υπέρτατη ιδεολογία, υπάρχουν ορισμένες διαδρομές που αξίζει να διαβάζονται ακόμη κι από όσους διαφωνούν με τις ιδέες που εκπροσωπούν. Η περίπτωση του Γαβριήλ Σακελλαρίδη ανήκει σε αυτή την κατηγορία.

Μπορεί κάποιος να διαφωνεί με την Αριστερά, με τις πολιτικές του αναφορές ή με τον τρόπο που διάβασε τις εξελίξεις της εποχής των μνημονίων. Δύσκολα όμως μπορεί να του χρεώσει πολιτική εξαπάτηση ή ιδεολογική αγοραπωλησία.

Ο Σακελλαρίδης δεν υπήρξε ένας περαστικός του ΣΥΡΙΖΑ ούτε προϊόν τηλεοπτικής κατασκευής. Ανήκε στη γενιά στελεχών που πίστεψαν πραγματικά ότι η πολιτική μπορεί να υπηρετήσει ιδέες και όχι μόνο μηχανισμούς. Αναδείχθηκε ως το νεανικό, ήπιο και θεσμικό πρόσωπο του κόμματος, έγινε υποψήφιος δήμαρχος Αθηναίων, βουλευτής και κυβερνητικός εκπρόσωπος στην πιο θυελλώδη περίοδο της διακυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα.

Και όμως, όταν ήρθε η στιγμή της μεγάλης δοκιμασίας, δεν ακολούθησε τη συνήθη πολιτική διαδρομή. Το καλοκαίρι του 2015, μετά τη συμφωνία με τους δανειστές και την πλήρη ανατροπή του αντιμνημονιακού αφηγήματος που είχε σηκώσει τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, ο Σακελλαρίδης δεν έκανε αυτό που συνήθως γίνεται στην πολιτική: να προσαρμόσει τις αρχές του στις ανάγκες της καριέρας του. Αποχώρησε από τη θέση του κυβερνητικού εκπροσώπου. Και αργότερα παραιτήθηκε ακόμη και από τη βουλευτική έδρα.

Η παραίτηση εκείνη είχε ιδιαίτερο πολιτικό βάρος. Γιατί δεν έγινε ύστερα από εκλογική ήττα, ούτε από εσωκομματική αποκαθήλωση. Έγινε από έναν πολιτικό που βρισκόταν σε ανοδική τροχιά. Αν είχε επιλέξει διαφορετικά, κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει ότι η διαδρομή του θα ήταν εντελώς άλλη. Ο ΣΥΡΙΖΑ μετά τον Τσίπρα αναζήτησε ηγεσία, πρόσωπα με αξιοπιστία, θεσμικό προφίλ και πολιτική καθαρότητα. Ο Σακελλαρίδης διέθετε πολλά από αυτά τα χαρακτηριστικά. Θα μπορούσε να είχε μείνει, να συμβιβαστεί, να επενδύσει στον χρόνο και ίσως να βρεθεί ακόμη και στη θέση του διεκδικητή της ηγεσίας.

Δεν το έκανε. Και εκεί βρίσκεται η διαφορά. Στην ελληνική πολιτική ζωή έχουμε δει πολιτικούς να αλλάζουν στρατόπεδα, να αναθεωρούν απόψεις μέσα σε μία νύχτα, να μετατρέπουν τις διαφωνίες σε διαπραγματευτικό χαρτί και τις ιδέες σε νόμισμα πολιτικής επιβίωσης. Έχουμε δει αξιώματα για τα οποία άλλοι θα πουλούσαν ακόμη και την πολιτική τους ψυχή.

Ο Σακελλαρίδης δεν πούλησε.

Δεν κορόιδεψε εκείνους που τον τίμησαν με την ψήφο τους προσποιούμενος ότι τίποτα δεν άλλαξε. Δεν βάφτισε την πολιτική ασυνέπεια και την κυβίστηση  «ρεαλισμό». Δεν έμεινε για να διαχειριστεί μια διαφωνία που θεωρούσε θεμελιώδη.

Εδώ βρίσκεται και η ουσιαστική αντίθεση με άλλες επιλογές της ίδιας περιόδου.

Τη θέση του κυβερνητικού εκπροσώπου ανέλαβε τότε η Όλγα Γεροβασίλη, ένα πολιτικό στέλεχος που λειτούργησε αποτελεσματικά ως το χρήσιμο «ρουλεμάν» της νέας κυβερνητικής γραμμής του Αλέξη Τσίπρα, στη δύσκολη μετάβαση από τη ρητορική της ρήξης στη διαχείριση του συμβιβασμού. Δεν είναι μομφή· είναι πολιτική περιγραφή ενός διαφορετικού ρόλου και μιας διαφορετικής επιλογής.

Ο ένας έμεινε για να υπηρετήσει τη νέα πραγματικότητα της εξουσίας. Ο άλλος αποχώρησε επειδή δεν μπορούσε να την υπερασπιστεί. Η πολιτική δεν είναι μοναστήρι ούτε οι συμβιβασμοί εκ φύσεως ανέντιμοι. Χωρίς συμβιβασμούς πολλές φορές δεν κυβερνάται καμία χώρα. Υπάρχει όμως μια λεπτή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον συμβιβασμό και στην αυτοδιάψευση. Ο Σακελλαρίδης επέλεξε να μη διαβεί αυτή τη γραμμή. Και εδώ ακριβώς η πολιτική ιστορία αποκτά ειρωνικές στροφές.

Τα γεγονότα στη Νέα Αριστερά, με παραιτήσεις και ανεξαρτητοποιήσεις βουλευτών και στελεχών, ξαναφέρνουν στο προσκήνιο μια παλιά συζήτηση για τη συνέπεια και τα όρια της πολιτικής μετακίνησης. Δεν είναι πολύ μακρινή η περίοδος κατά την οποία σημαντικό μέρος αυτών των στελεχών αποχωρούσε από τον ΣΥΡΙΖΑ καταγγέλλοντας τον Στέφανο Κασσελάκη ότι επιχειρεί τη μετάλλαξη του κόμματος σε προσωποπαγές σχήμα, με λογικές μετα-πολιτικής, επικοινωνιακής κυριαρχίας και αποδυνάμωσης των συλλογικών λειτουργιών.

Τότε, η σύγκρουση παρουσιαζόταν ως μάχη αρχών.

Ως υπεράσπιση της εσωκομματικής δημοκρατίας απέναντι σε μια πολιτική κουλτούρα που θεωρήθηκε ξένη προς τις παραδόσεις της Αριστεράς. Ως αντίσταση σε ένα μοντέλο όπου το πρόσωπο κινδυνεύει να υπερισχύσει του πολιτικού φορέα.

Και όμως, σήμερα πολλοί από εκείνους που αποχώρησαν με αυτή την αιτιολογία ετοιμάζονται να σταθούν στο ταμείο του νέου κόμματος του Αλέξη Τσίπρα.

Εδώ δεν πρόκειται απλώς για μια πολιτική μετακίνηση. Πρόκειται για ένα εύλογο ερώτημα πολιτικής συνέπειας.

Διότι οι επικριτές αυτής της επιλογής σημειώνουν πως το νέο εγχείρημα του Τσίπρα διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό γύρω από την προσωπική πολιτική του ακτινοβολία, χωρίς ακόμη να έχουν παρουσιαστεί σαφή κομματικά όργανα, θεσμικές δικλίδες ή ολοκληρωμένο οργανωτικό πλαίσιο. Με άλλα λόγια, όσοι κατήγγειλαν την προσωποπαγή λογική στον ΣΥΡΙΖΑ επί Κασσελάκη, βρίσκονται σήμερα μπροστά σε ένα πολιτικό εγχείρημα που για πολλούς μοιάζει ακόμη πιο αρχηγικοκεντρικό. Και εκεί η σύγκριση γίνεται αναπόφευκτη.

Διότι στον ΣΥΡΙΖΑ – όσο κι αν καταγγέλθηκε ότι παραβιάστηκε ή καταστρατηγήθηκε – υπήρχε τουλάχιστον ένα θεσμικό και δημοκρατικό πλαίσιο, συνέδρια, όργανα, εσωτερικές διαδικασίες και καταστατικές αναφορές. Το ότι υπήρχαν, είναι γεγονός και αυτά χρησιμοποιήθηκαν με αντιδημοκρατικό τρόπο για να εκπαραθυρωθεί ο εκλεγμένος, τότε, πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ.

Αυτή ακριβώς η αντίφαση κάνει ακόμη πιο ιδιαίτερη τη στάση ανθρώπων όπως ο Σακελλαρίδης. Γιατί μπορεί κανείς να μη συμφωνεί με τις ιδέες του, αλλά δεν μπορεί εύκολα να τον κατηγορήσει ότι χρησιμοποίησε τις αρχές ως πολιτικό νόμισμα ή ότι άλλαξε γλώσσα ανάλογα με τον συσχετισμό δύναμης.

Γι’ αυτό και η διαδρομή του διατηρεί ένα στοιχείο σπάνιο για τα ελληνικά δεδομένα: πολιτική συνέπεια. Μπορεί να μη συμφωνεί κανείς με τις ιδέες του. Μπορεί να θεωρεί ότι έκανε λάθος πολιτικές αναγνώσεις ή ότι η στάση του υπήρξε υπερβολικά αυστηρή απέναντι στις απαιτήσεις της διακυβέρνησης. Αλλά δεν μπορεί εύκολα να υποστηρίξει ότι πρόδωσε όσα πίστευε.

Και σε μια εποχή όπου η πολιτική αξιοπιστία μοιάζει να διαπραγματεύεται καθημερινά στο χρηματιστήριο της σκοπιμότητας, αυτό από μόνο του δεν είναι μικρό πράγμα.

Ίσως τελικά ο χαρακτηρισμός που του ταιριάζει περισσότερο να είναι αυτός:

Ένας έντιμος ριζοσπάστης, αριστερός… 


TOP NEWS

uncached