Έρευνα ΓΣΕΕ: Τέσσερις στους δέκα εργαζόμενους κάνουν δουλειά άσχετη με τις σπουδές τους
Μεγάλο χάσμα ανάμεσα σε σπουδές, δεξιότητες και πραγματική εργασία
Μεγάλο χάσμα ανάμεσα σε σπουδές, δεξιότητες και πραγματική εργασία
Το πρώτο μέρος των βασικών συμπερασμάτων της μεγαλύτερης έως σήμερα πανελλαδικής έρευνας εργαζομένων ανακοίνωσε το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ, με στόχο τη διερεύνηση του επιπέδου, του πλεονάσματος, του ελλείμματος και των αναντιστοιχιών δεξιοτήτων των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα.
Η έρευνα αναδεικνύει μια σύνθετη εικόνα για την ελληνική αγορά εργασίας. Από τη μία πλευρά, η μεγάλη πλειονότητα των εργαζομένων θεωρεί ότι διαθέτει τις δεξιότητες που απαιτεί η θέση της και ότι ανταποκρίνεται στα καθήκοντά της. Από την άλλη, καταγράφονται σοβαρές αναντιστοιχίες ανάμεσα στις σπουδές, στα προσόντα, στις δεξιότητες και στο πραγματικό περιεχόμενο της εργασίας.
Η ταυτότητα της έρευνας
Πρόκειται για ποσοτική έρευνα, η οποία πραγματοποιήθηκε με τηλεφωνικές συνεντεύξεις και στρωματοποιημένη τυχαία δειγματοληψία, σε δείγμα 6.000 εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα σε ολόκληρη την Ελλάδα.
Η συλλογή των δεδομένων έγινε από τις 3 Νοεμβρίου έως τις 9 Δεκεμβρίου 2025 από τις εταιρείες Alco, Metron Analysis και Prorata, με βάση ερωτηματολόγιο που σχεδιάστηκε σε συνεργασία με τα στελέχη του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ.
Η συζήτηση για τις δεξιότητες δεν αφορά μόνο την κατάρτιση
Σύμφωνα με το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, η συζήτηση για τις δεξιότητες δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την ποιότητα της εργασίας. Η ύπαρξη γνώσεων και προσόντων δεν σημαίνει αυτομάτως ότι αυτά αξιοποιούνται ουσιαστικά μέσα στην παραγωγική διαδικασία.
Παράλληλα, η συνεχιζόμενη επαγγελματική κατάρτιση δεν έχει ακόμη ενσωματωθεί ως σταθερό στοιχείο της εργασιακής ζωής, παρά τη διαρκή συζήτηση για την ανάγκη αναβάθμισης δεξιοτήτων. Το ζήτημα, όπως επισημαίνεται, δεν αφορά μόνο την εκπαίδευση ή την κατάρτιση, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η εργασία και οι επιχειρήσεις επενδύουν στο ανθρώπινο δυναμικό.
Τέσσερις στους δέκα εργάζονται σε αντικείμενο άσχετο με τις σπουδές τους
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ευρήματα είναι ότι τέσσερις στους δέκα εργαζόμενους, ποσοστό 42,6%, δηλώνουν ότι το αντικείμενο των σπουδών ή των προσόντων τους σχετίζεται λίγο ή καθόλου με την τρέχουσα εργασία τους.
Την ίδια στιγμή, λίγο περισσότεροι από τέσσερις στους δέκα, ποσοστό 44,2%, δηλώνουν ότι η σχέση αυτή είναι μεγάλη ή πολύ μεγάλη.
Η εικόνα δείχνει ότι η σύνδεση ανάμεσα στις σπουδές, στα προσόντα και στην πραγματική εργασία παραμένει αδύναμη για ένα πολύ σημαντικό τμήμα των εργαζομένων, αν και εξακολουθεί να λειτουργεί θετικά για ένα σχεδόν ισοδύναμο ποσοστό.
Όσο πιο σχετικές οι σπουδές, τόσο καλύτερη η ανταπόκριση
Η σχέση σπουδών και εργασίας συνδέεται σε υψηλό βαθμό με την ανταπόκριση των εργαζομένων στα καθήκοντά τους.
Μεταξύ των εργαζομένων που δηλώνουν ότι ανταποκρίνονται σε πολύ μεγάλο βαθμό στα καθήκοντά τους, περισσότεροι από τους μισούς, ποσοστό 55,4%, αναφέρουν ότι οι σπουδές ή τα προσόντα τους είναι πολύ ή πάρα πολύ σχετικά με την εργασία τους.
Αντίθετα, μεταξύ όσων δηλώνουν μικρό βαθμό ανταπόκρισης, εννέα στους δέκα, ποσοστό 90,1%, αναφέρουν ότι οι σπουδές τους σχετίζονται λίγο ή καθόλου με την εργασία τους.
Μεγαλύτερη αναντιστοιχία στις επισφαλείς μορφές απασχόλησης
Η αναντιστοιχία σπουδών και εργασίας εμφανίζεται εντονότερη στις πιο επισφαλείς μορφές απασχόλησης.
Σχεδόν τρεις στους τέσσερις εργαζόμενους με εκ περιτροπής απασχόληση, ποσοστό 72,9%, δηλώνουν ότι οι σπουδές ή τα προσόντα τους σχετίζονται λίγο ή καθόλου με την εργασία τους.
Ανάλογη εικόνα καταγράφεται και στους εργαζόμενους με μερική απασχόληση, όπου το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 66,2%.
Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι όσο πιο ασταθής ή περιορισμένη είναι η μορφή απασχόλησης, τόσο πιο αδύναμη εμφανίζεται η αξιοποίηση των σπουδών και των προσόντων στην πραγματική εργασία.
Οι περισσότεροι θεωρούν ότι έχουν τις απαιτούμενες δεξιότητες
Σχεδόν δύο στους τρεις εργαζόμενους, ποσοστό 65%, θεωρούν ότι διαθέτουν το ίδιο επίπεδο δεξιοτήτων με αυτό που απαιτεί η θέση εργασίας τους.
Παράλληλα, σχεδόν τρεις στους δέκα, ποσοστό 29%, δηλώνουν ότι διαθέτουν υψηλότερο επίπεδο δεξιοτήτων από αυτό που απαιτεί η θέση τους. Μόλις το 3,6% θεωρεί ότι οι δεξιότητές του είναι χαμηλότερες από τις απαιτούμενες.
Το εύρημα δείχνει ότι η αγορά εργασίας δεν αντιμετωπίζει μόνο πρόβλημα έλλειψης δεξιοτήτων, αλλά και πρόβλημα περιορισμένης αξιοποίησης δεξιοτήτων που ήδη υπάρχουν.
Γιατί εργαζόμενοι με περισσότερα προσόντα μένουν σε θέσεις χαμηλότερων απαιτήσεων
Για τους εργαζόμενους που δηλώνουν ότι διαθέτουν υψηλότερο επίπεδο δεξιοτήτων από αυτό που απαιτεί η θέση τους, οι αιτίες συνδέονται κυρίως με περιορισμούς της αγοράς εργασίας.
Το 39% αναφέρει ότι ενδιαφερόταν να βρει άμεσα δουλειά, ακόμη και αν τα προσόντα του ήταν περισσότερα από αυτά που απαιτούσε η θέση. Το 20,8% επέλεξε τη θέση για λόγους εργασιακής σταθερότητας, ενώ το 20,4% δηλώνει ότι οι θέσεις στον τομέα εξειδίκευσής του είναι περιορισμένες.
Η έλλειψη εμπειρίας πίσω από το έλλειμμα δεξιοτήτων
Για την ομάδα εργαζομένων που δηλώνει ότι οι δεξιότητές της είναι χαμηλότερες από αυτές που απαιτεί η θέση εργασίας, ο βασικός παράγοντας είναι η περιορισμένη εργασιακή εμπειρία.
Σχεδόν ένας στους δύο, ποσοστό 47,9%, αποδίδει εκεί την αναντιστοιχία. Το 18,3% αναφέρει την έλλειψη κατάλληλων προγραμμάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης, ενώ το 10,8% συνδέει το πρόβλημα με τις τεχνολογικές αλλαγές που κάνουν την εργασία πιο απαιτητική.
Πρώτη προτεραιότητα οι ψηφιακές δεξιότητες
Όταν οι εργαζόμενοι καλούνται να επιλέξουν ποιες δεξιότητες θα ήθελαν περισσότερο να βελτιώσουν, σχεδόν ένας στους δύο, ποσοστό 48,6%, αναδεικνύει τις ψηφιακές δεξιότητες ως πρώτη προτεραιότητα.
Ακολουθούν οι κοινωνικο-συναισθηματικές δεξιότητες με 27,9%, οι γνωστικές δεξιότητες με 24,2%, οι διοικητικές και οργανωτικές δεξιότητες με 21,4% και οι τεχνικές δεξιότητες με 20,6%.
Η εικόνα δείχνει ότι οι εργαζόμενοι αντιλαμβάνονται την ανάγκη αναβάθμισης δεξιοτήτων όχι μόνο σε τεχνικό επίπεδο, αλλά και σε επίπεδο οργάνωσης, σκέψης και συνεργασίας.
Δεν θεωρούν όλοι άμεση απειλή την τεχνολογική αλλαγή
Παρά τη δημόσια συζήτηση για την τεχνολογική αλλαγή, την Τεχνητή Νοημοσύνη και τις νέες απαιτήσεις της εργασίας, μόνο περίπου ένας στους τέσσερις εργαζόμενους, ποσοστό 24,1%, θεωρεί πολύ ή αρκετά πιθανό να καταστούν παρωχημένες ορισμένες από τις δεξιότητες που συνδέονται με το επάγγελμά του μέσα στην επόμενη πενταετία.
Αντίθετα, σχεδόν ένας στους δύο, ποσοστό 46,6%, θεωρεί μια τέτοια εξέλιξη λίγο ή καθόλου πιθανή.
Πώς αξιοποιούνται εκπαίδευση, εμπειρία και κατάρτιση
Η τυπική εκπαίδευση και η προηγούμενη εργασιακή εμπειρία φαίνεται να έχουν ισχυρή παρουσία στην καθημερινή εργασία.
Περίπου τρεις στους τέσσερις εργαζόμενους, ποσοστό 75,3%, δηλώνουν ότι αξιοποιούν σε μεγάλο ή μέτριο βαθμό τις γνώσεις και δεξιότητες που απέκτησαν μέσω τυπικής εκπαίδευσης.
Σχεδόν ίδιο ποσοστό, 74,7%, δηλώνει ότι αξιοποιεί τις γνώσεις και δεξιότητες που απέκτησε μέσα από προηγούμενη εργασιακή εμπειρία.
Αντίθετα, η μη τυπική εκπαίδευση εμφανίζει χαμηλότερο βαθμό αξιοποίησης. Το 55,1% δηλώνει ότι αξιοποιεί σε μεγάλο ή μέτριο βαθμό γνώσεις από σεμινάρια ή προγράμματα κατάρτισης, ενώ το 30,5% δηλώνει ότι τις αξιοποιεί σε μικρό βαθμό.
Υψηλή αίσθηση επαγγελματικής επάρκειας
Οι εργαζόμενοι εμφανίζουν υψηλή αίσθηση επαγγελματικής επάρκειας.
Τρεις στους τέσσερις, ποσοστό 74,6%, δηλώνουν ότι αξιοποιούν πλήρως ή αρκετά τις δεξιότητες και τις γνώσεις τους στη θέση εργασίας τους.
Παράλληλα, σχεδόν εννέα στους δέκα, ποσοστό 88,8%, δηλώνουν ότι ανταποκρίνονται σε πολύ μεγάλο ή μεγάλο βαθμό στις απαιτήσεις της θέσης τους.
Σύμφωνα με την ανάλυση του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, η συζήτηση για τις δεξιότητες δεν μπορεί να στηρίζεται στην υπόθεση ότι οι εργαζόμενοι είναι γενικά ανεπαρκείς. Αντίθετα, πρέπει να στραφεί περισσότερο στον σχεδιασμό των θέσεων εργασίας, στην ποιότητα της εργασίας και στη δυνατότητα των επιχειρήσεων να αξιοποιούν ουσιαστικά το ανθρώπινο δυναμικό τους.
Περιορισμένη η συμμετοχή στην επαγγελματική κατάρτιση
Η συμμετοχή στη συνεχιζόμενη επαγγελματική κατάρτιση παραμένει περιορισμένη.
Σχεδόν τρεις στους τέσσερις εργαζόμενους, ποσοστό 74,5%, δηλώνουν ότι δεν παρακολούθησαν κανένα πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης ή επιμόρφωσης το τελευταίο έτος.
Μόνο ένας στους τέσσερις, ποσοστό 25,5%, συμμετείχε σε κάποιο πρόγραμμα.
Η κατάρτιση δεν μειώνει τις ανισότητες
Η πρόσβαση στα προγράμματα κατάρτισης διαφοροποιείται έντονα ανά εκπαιδευτικό επίπεδο.
Η συμμετοχή φτάνει το 41,4% στους κατόχους μεταπτυχιακού τίτλου και το 35,1% στους κατόχους διδακτορικού, ενώ περιορίζεται στο 10,5% στους αποφοίτους Γυμνασίου και στο 12,3% στους αποφοίτους Δημοτικού.
Η εικόνα δείχνει ότι η κατάρτιση δεν λειτουργεί ως μηχανισμός μείωσης ανισοτήτων, καθώς συμμετέχουν περισσότερο όσοι διαθέτουν ήδη υψηλότερα εκπαιδευτικά προσόντα.
Χαμηλότερη συμμετοχή για τους χαμηλόμισθους
Η συμμετοχή στην κατάρτιση διαφοροποιείται και ανάλογα με τις καθαρές μηνιαίες αποδοχές.
Στα χαμηλά εισοδηματικά κλιμάκια, η συμμετοχή είναι χαμηλή. Περίπου ένας στους πέντε εργαζόμενους με αποδοχές 251-500 ευρώ, ποσοστό 19,8%, και αντίστοιχο ποσοστό 20,4% για αποδοχές 501-750 ευρώ, έχει παρακολουθήσει πρόγραμμα κατάρτισης ή επιμόρφωσης.
Αντίθετα, η συμμετοχή αυξάνεται στα υψηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια, φτάνοντας το 35,2% στους εργαζόμενους με αποδοχές 1.501-2.000 ευρώ.
Ποιος πληρώνει την κατάρτιση
Από όσους παρακολούθησαν κάποιο πρόγραμμα κατάρτισης ή επιμόρφωσης, περίπου τέσσερις στους δέκα, ποσοστό 41,5%, δηλώνουν ότι η δαπάνη καλύφθηκε από τον εργοδότη.
Ένας στους τέσσερις, ποσοστό 25,2%, αναφέρει ότι κάλυψε ο ίδιος το κόστος, ενώ περίπου τρεις στους δέκα, ποσοστό 32%, δηλώνουν ότι το πρόγραμμα ήταν χωρίς κόστος ή ότι το κόστος καλύφθηκε από τρίτο φορέα.
Μεικτή η στάση των επιχειρήσεων
Η στάση των επιχειρήσεων απέναντι στη συνεχιζόμενη κατάρτιση εμφανίζεται μεικτή.
Περισσότεροι από ένας στους τρεις εργαζόμενους, ποσοστό 36%, δηλώνουν ότι η επιχείρηση στην οποία εργάζονται δεν υποστηρίζει ή μάλλον δεν υποστηρίζει τη συνεχιζόμενη επαγγελματική κατάρτισή τους.
Την ίδια στιγμή, περισσότεροι από τους μισούς εργαζόμενους, ποσοστό 57,1%, θεωρούν ότι η επιχείρησή τους την υποστηρίζει ή μάλλον την υποστηρίζει.
Περισσότερη κατάρτιση στις μεγάλες επιχειρήσεις
Η υποστήριξη της κατάρτισης από τις επιχειρήσεις αυξάνεται όσο μεγαλώνει το μέγεθος της επιχείρησης.
Στις πολύ μικρές επιχειρήσεις, με 1-9 εργαζόμενους, το 46,2% δηλώνει ότι η επιχείρηση υποστηρίζει ή μάλλον υποστηρίζει τη συνεχή επαγγελματική κατάρτιση.
Το ποσοστό αυξάνεται στο 59,1% στις μικρές επιχειρήσεις, στο 63,8% στις μεσαίες και φτάνει στο 69,8% στις μεγάλες επιχειρήσεις, με 250 εργαζόμενους και άνω.
Το εύρημα δείχνει ότι η κατάρτιση παραμένει περισσότερο ανεπτυγμένη εκεί όπου υπάρχουν μεγαλύτερες οργανωτικές και οικονομικές δυνατότητες.
Η αναβάθμιση δεξιοτήτων δεν είναι μόνο ατομική ευθύνη
Τα ευρήματα της έρευνας δείχνουν ότι η αναβάθμιση των δεξιοτήτων δεν μπορεί να μετατίθεται αποκλειστικά στον εργαζόμενο ως ατομική υποχρέωση προσαρμογής.
Αφορά τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η εργασία, την ποιότητα των θέσεων απασχόλησης, τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να αξιοποιούν το ανθρώπινο δυναμικό τους και τον παραγωγικό προσανατολισμό της οικονομίας.
Υπό αυτήν την έννοια, η πολιτική δεξιοτήτων δεν μπορεί να περιορίζεται σε αποσπασματικά προγράμματα κατάρτισης. Απαιτείται ένα πιο συνεκτικό πλαίσιο, που θα συνδέει τη συνεχή επαγγελματική κατάρτιση με τις πραγματικές ανάγκες της εργασίας, των επιχειρήσεων και των κλάδων.
Το κρίσιμο στοίχημα για την αγορά εργασίας
Η έρευνα του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ αναδεικνύει ότι οι εργαζόμενοι διαθέτουν σημαντικό απόθεμα γνώσεων, εμπειρίας και δεξιοτήτων.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν αυτό το απόθεμα μπορεί να αναγνωρίζεται, να αξιοποιείται και να αναπτύσσεται μέσα σε θέσεις εργασίας που προσφέρουν προοπτική, επαγγελματική εξέλιξη και καλύτερους όρους απασχόλησης.
Η αναβάθμιση των δεξιοτήτων αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο μόνο όταν συνδέεται με την ποιοτική αναβάθμιση της εργασίας, την παραγωγική ανασυγκρότηση και τη μετάβαση της ελληνικής οικονομίας σε ένα πιο ανθεκτικό, δίκαιο και παραγωγικό αναπτυξιακό υπόδειγμα.
Η επιστημονική ομάδα της έρευνας
Την επιστημονική ευθύνη της έρευνας έχουν ο Χρήστος Γούλας και ο Γιώργος Αργείτης.
Η επιστημονική ομάδα αποτελείται από τον Κώστα Μπουκουβάλα και τον Δημήτρη Παϊταρίδη.
Η έρευνα εντάσσεται στο πλαίσιο του Υποέργου 1 «Πανελλαδικές έρευνες δεξιοτήτων ανθρώπινου δυναμικού» της Πράξης «Παρεμβάσεις για την παρακολούθηση των μεταβολών του παραγωγικού περιβάλλοντος και την ενίσχυση της εργασίας και των επαγγελμάτων στο πλαίσιο των επερχόμενων αλλαγών», με κωδικό ΟΠΣ 6004824, η οποία υλοποιείται μέσω της Ειδικής Υπηρεσίας Διαχείρισης Προγράμματος «Ανταγωνιστικότητα».
ολες οι ειδησεις
- Έφυγε από τη ζωή ο Ελληνοαυστραλός τραγουδιστής Τζον Τίκης
- Στην τελική ευθεία για τον Παναθηναϊκό ο Κάνγκουα
- Ελένη Φουρέιρα – Αλμπέρτο Μποτία: Οικογενειακές στιγμές στις καλοκαιρινές διακοπές με τον γιο τους
- Σπύρος Μπιμπίλας για τη Χρύσα Σπηλιώτη: «Πάντα θα σε θυμόμαστε» – Η συγκινητική ανάρτησή του οκτώ χρόνια μετά το Μάτι
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr