Δημοσίευση:

Γεννήθηκε στον Βόλο

Γεννήθηκε στον Βόλο και έζησε μέχρι τα 18 του στην Ελλάδα, άρα δεν έχουν άδικο που κάποιοι λένε ότι είναι μισός Έλληνας.

Η ανάγνωση δημιουργήθηκε από το Newpost AI.
Δημοσίευση:
Γεννήθηκε στον Βόλο

Γεννήθηκε στον Βόλο και έζησε μέχρι τα 18 του στην Ελλάδα, άρα δεν έχουν άδικο που κάποιοι λένε ότι είναι μισός Έλληνας.

Οι πίνακες του διακατέχονται από οράματα και ποιητικά στοιχεία, ενώ χαρακτηρίζονται σαν αινιγματικές συνθέσεις με τάσεις σουρεαλιστικές, μεταφυσικές και υπερρεαλιστικές. Τα έργα του κατά την περίοδο 1911-19 αναγνωρίζονται από την πλειοψηφία των τεχνοκριτικών σαν σημαντικά και ξεχωριστά στην ιστορία της μοντέρνας τέχνης. Είναι από τους ζωγράφους που έχει κάνει δεκάδες αυτοπροσωπογραφίες κι έχει επηρεαστεί από την αρχαία Ελλάδα και τον νεοκλασικισμό.

Ο Τζόρτζιο ντε Κίρικο, (Giorgio de Chirico), γεννήθηκε στον Βόλο στις 10 Ιουλίου 1888, και ήταν Ιταλός ζωγράφος, συγγραφέας και γλύπτης, γνωστός κυρίως σαν πρωτοπόρος της Μεταφυσικής ζωγραφικής (Pittura metafisica) αλλά και για την επιρροή που άσκησε σε καλλιτεχνικά ρεύματα του 20ου αιώνα, όπως ο υπερρεαλισμός και η Νέα Αντικειμενικότητα (Neue Sachlichkeit).

Πηγή: Wikipedia

Ο πατέρας του εργαζόταν ως μηχανικός και επέβλεπε την κατασκευή του θεσσαλικού σιδηροδρομικού δικτύου, η μητέρα του ήταν πρώην τραγουδίστρια της όπερας. Το ελληνικό περιβάλλον και ο ελληνικός πολιτισμός, μέσα στον οποίο μεγάλωσε υπήρξε πηγή έμπνευσης για εκείνον. Σε ένα αυτοβιογραφικό του κείμενο, περιέγραψε τα παιδικά του χρόνια με αναφορά στην αρχαία Ελληνική μυθολογία και ειδικότερα στο μύθο της “Αργοναυτικής εκστρατείας”, που ως γνωστό είχε αφετηρία τον Βόλο.

Πρώτος δάσκαλος του υπήρξε ένας νέος Έλληνας ζωγράφος από την Τεργέστη, ονόματι Μαυρουδής. Αργότερα, την περίοδο 1903-5, φοίτησε στην Ανωτάτη Σχολή καλών Τεχνών με δασκάλους τον Γεώργιο Ροϊλό, τον Κωνσταντίνο Βολανάκη και τον Γιώργο Ιακωβίδη. Το Μάιο του 1905 ο πατέρας του πέθανε και την επόμενη χρονιά, το φθινόπωρο του 1906 (18 ετών), εγκαταστάθηκε μαζί με τη μητέρα και τον αδελφό του στο Μόναχο, όπου ξεκίνησε σπουδές στη Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών, παρακολουθώντας μαθήματα σχεδίου και ζωγραφικής. Αποχώρησε από την Ακαδημία πριν ολοκληρώσει τις σπουδές του και το καλοκαίρι του 1909 εγκαταστάθηκε στο Μιλάνο.

Το 1911 μετακόμισε στο Παρίσι έχοντας προηγουμένως επισκεφτεί για λίγες ημέρες το Τορίνο το οποίο απεικόνισε αργότερα σε μία σειρά πινάκων του. Εκμεταλλευόμενος τις διασυνδέσεις του αδελφού του, στους καλλιτεχνικούς κύκλους του Παρισιού, ο ντε Κίρικο έγινε θερμά δεκτός και το 1912 παρουσιάστηκαν τρία έργα του στη «Φθινοπωρινή Έκθεση», μία Αυτοπροσωπογραφία και οι συνθέσεις «Το αίνιγμα ενός φθινοπωρινού απογεύματος» και «Το αίνιγμα του χρησμού».

Πηγή: Wikipedia

Τον Ιούνιο του 1919, ο ντε Κίρικο βίωσε μία «αποκάλυψη», όπως ο ίδιος την αποκάλεσε αργότερα, πιθανότατα στη θέα ενός έργου του Τιτσιάνο στην Πινακοθήκη Μποργκέζε της Ρώμης, σηματοδοτώντας μία μεταβατική φάση στις αρχές της δεκαετίας τού 1920. Στα πλαίσια μίας βαθιάς αλλαγής, ξεκίνησε να αντιγράφει έργα των Δασκάλων της Ιταλικής Αναγέννησης, μιμούμενος το ύφος τους και αναπτύσσοντας ένα νεοκλασικό ύφος, σημαντικά διαφοροποιημένο από τις προγενέστερες δημιουργίες του.

Τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν γεμάτα γνωριμίες, επιρροές από το έργο του Νίτσε, ταξίδια και εκθέσεις σε όλη την Ευρώπη αλλά και στην Νέα Υόρκη. Και στις αρχές της δεκαετίας του 1930, ο ντε Κίρικο φιλοτέχνησε μία σειρά πινάκων στο ύφος του Ρενουάρ, σε μία χρονική περίοδο που γενικά η τέχνη του γνώρισε αρκετές αλλαγές, υιοθετώντας επίσης ένα είδος ακαδημαϊκού ρεαλισμού.

Πηγή: Wikipedia

Ξεχωριστή θέση κατέχουν οι πίνακες της σειράς των «Μυστηριωδών λουτρών» που ξεκίνησε να φιλοτεχνεί από το 1934 και παρουσιάστηκε δύο χρόνια αργότερα στη Νέα Υόρκη. Χαρακτηρίζονται από την επαναλαμβανόμενη απεικόνιση υδάτινων επιφανειών, με παρουσία γυμνών κολυμβητών και ανδρών με κοστούμια. O ντε Κίρικο εμπνεύστηκε τα «Μυστηριώδη λουτρά» από τον Μαξ Κλίνγκερ και αποτέλεσαν το καταληκτικό σημείο στην πορεία του προς ανανέωση της φόρμας και την αναζήτηση νέων μοτίβων.

Μετά την επιστροφή του στο Μιλάνο στα τέλη του 1939, καταπιάστηκε με έργα νεομπαρόκ ύφους, εμπνευσμένα από αντίστοιχα του Ρούμπενς ή του Βελάσκεθ, τα οποία και παρουσίασε το 1942 στη Μπιενάλε της Βενετίας. Το 1971 ξεκίνησε η καταγραφή του έργου του από τον Claudio Bruni Sakraischik, ενώ δύο χρόνια αργότερα, εκδόθηκε η πρώτη ανθολογία κειμένων του από τον Wienland Schmied. Πέθανε στις 20 Νοεμβρίου του 1978.

Μείνετε ενημερωμένοι με το Newpost. Ακολουθήστε μας για να μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο.