Δημοσίευση:

Γραμμή Μαξίμου κατά Σαμαρά – Πρόωρες κάλπες ή πολιτική μπλόφα; – Η φράση Βορίδη που τίναξε τη συζήτηση στον αέρα και το μήνυμα προς τα δεξιά της ΝΔ

Πρόωρες κάλπες ή πολιτική μπλόφα; Το Μαξίμου ζυγίζει τον αιφνιδιασμό πριν στερεωθούν οι αντίπαλοι

Δημοσίευση:
Black Book

Πρόωρες κάλπες ή πολιτική μπλόφα; Το Μαξίμου ζυγίζει τον αιφνιδιασμό πριν στερεωθούν οι αντίπαλοι

Δεν ήταν μια συνηθισμένη απάντηση του κυβερνητικού εκπροσώπου. Όσοι παρακολουθούν προσεκτικά τα μηνύματα που εκπέμπονται από το Μέγαρο Μαξίμου, διέκριναν χθες κάτι περισσότερο από μια απλή αντίδραση στις τελευταίες παρεμβάσεις του Αντώνη Σαμαρά. Διέκριναν το πρώτο επεισόδιο μιας πολιτικής αντιπαράθεσης που η κυβέρνηση θεωρεί πλέον αναπόφευκτη.

Στο κυβερνητικό στρατόπεδο μοιάζουν να έχουν εγκαταλείψει κάθε αμφιβολία για τις προθέσεις του Μεσσήνιου πρώην πρωθυπουργού. Οι πληροφορίες που φτάνουν στο Μαξίμου συγκλίνουν στο ότι το νέο πολιτικό εγχείρημα βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο και πως το μόνο ανοιχτό ερώτημα είναι ο χρόνος των ανακοινώσεων.

Γι’ αυτό και οι χθεσινές αναφορές του Παύλου Μαρινάκη μόνο τυχαίες δεν θεωρούνται. Η προσπάθεια να αποδοθούν οι κινήσεις Σαμαρά σε «πικρίες», «παράπονα» και προσωπική ατζέντα αποκαλύπτει τη βασική γραμμή άμυνας που σχεδιάζεται. Το κυβερνητικό αφήγημα θα επιχειρήσει να πείσει ότι ο πρώην πρωθυπουργός δεν εκφράζει μια διαφορετική πολιτική πρόταση, αλλά μια προσωπική διαφωνία με την ηγεσία.

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο, ωστόσο, ήταν αλλού.

Στο Μαξίμου φαίνεται ότι έχουν αποφασίσει να χαράξουν καθαρή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον Αντώνη Σαμαρά και τον Κώστα Καραμανλή. Δεν είναι τυχαίο ότι ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έσπευσε να περιγράψει τον Καραμανλή ως βαθιά παραταξιακό πολιτικό που βάζει πάνω απ’ όλα τη χώρα και την παράταξη.

Η ανάγνωση που γίνεται είναι προφανής: η κυβέρνηση γνωρίζει ότι ένα ενδεχόμενο κοινό μέτωπο των δύο πρώην πρωθυπουργών θα δημιουργούσε σοβαρό πολιτικό πρόβλημα. Έτσι επιχειρεί να κρατήσει ανοιχτές γέφυρες με τον Καραμανλή και ταυτόχρονα να απομονώσει πολιτικά τον Σαμαρά.

Το πρόβλημα είναι ότι η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.

Στα ζητήματα των ελληνοτουρκικών, της εξωτερικής πολιτικής, της ευρωπαϊκής πορείας και των ιδεολογικών χαρακτηριστικών της ΝΔ, οι δημόσιες παρεμβάσεις Καραμανλή και Σαμαρά παρουσιάζουν πολύ περισσότερες συγκλίσεις απ’ όσες θα ήθελε να αναγνωρίσει η κυβέρνηση.

Και υπάρχει ακόμη ένας πονοκέφαλος.

Ο Αντώνης Σαμαράς επιμένει να επαναφέρει το ζήτημα των περίπου 1,2 εκατομμυρίων ψηφοφόρων που έχασε η Νέα Δημοκρατία από το 2023 μέχρι σήμερα. Πρόκειται για επιχείρημα που συζητείται έντονα στα κομματικά γραφεία, καθώς κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει ότι η εκλογική δεξαμενή της παράταξης έχει συρρικνωθεί σημαντικά.

Αυτός είναι και ο λόγος που πίσω από τις δημόσιες επιθέσεις υπάρχει εμφανής ανησυχία. Διότι στη ΝΔ γνωρίζουν πως ένα κόμμα Σαμαρά δεν χρειάζεται να διεκδικήσει διψήφια ποσοστά για να δημιουργήσει πρόβλημα. Αρκεί να αφαιρέσει λίγες κρίσιμες μονάδες από τα δεξιά της παράταξης σε μια περίοδο όπου η αυτοδυναμία παραμένει ζητούμενο.

Και όσο πλησιάζουμε προς το φθινόπωρο, τόσο περισσότεροι στη γαλάζια παράταξη παραδέχονται κατ’ ιδίαν ότι η πραγματική πολιτική μάχη ίσως να μην είναι με την αντιπολίτευση. Αλλά με έναν πρώην αρχηγό που γνωρίζει όσο λίγοι το DNA της Νέας Δημοκρατίας και δείχνει αποφασισμένος να αμφισβητήσει ευθέως ποιος εκφράζει σήμερα τη «γαλάζια ψυχή».

Πρόωρες κάλπες ή πολιτική μπλόφα; Το Μαξίμου ζυγίζει τον αιφνιδιασμό πριν στερεωθούν οι αντίπαλοι

Η δημόσια γραμμή του Μεγάρου Μαξίμου παραμένει αμετάβλητη. Εκλογές το 2027. Όσο όμως η κυβέρνηση επαναλαμβάνει ότι η τετραετία θα εξαντληθεί, τόσο περισσότεροι στη γαλάζια παράταξη συζητούν το ακριβώς αντίθετο.

Οι τελευταίες πολιτικές εξελίξεις έχουν ανακατέψει την τράπουλα με τρόπο που δεν υπήρχε ούτε πριν από έξι μήνες. Η επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα με νέο πολιτικό φορέα, η είσοδος της Μαρίας Καρυστιανού στην πολιτική αρένα και η σχεδόν προαναγγελθείσα κίνηση του Αντώνη Σαμαρά δημιουργούν ένα σκηνικό πρωτόγνωρης ρευστότητας. Και η ρευστότητα στην πολιτική συχνά γεννά σκέψεις για αιφνιδιασμούς.

Στο εσωτερικό της ΝΔ δεν είναι λίγοι εκείνοι που θεωρούν ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ των νέων σχημάτων και όχι υπέρ της κυβέρνησης. Όσο περνούν οι μήνες, τα νέα κόμματα αποκτούν δομές, στελέχη, χρηματοδότηση και πολιτική ταυτότητα. Αντίθετα, ένας εκλογικός αιφνιδιασμός μετά τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης θα έβρισκε τους περισσότερους αντιπάλους σε φάση οργάνωσης και όχι πλήρους ανάπτυξης.

Η λογική αυτή έχει συγκεκριμένη στόχευση. Το νέο εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της συγκρότησης. Η Μαρία Καρυστιανού εμφανίζει δημοσκοπική δυναμική, αλλά δεν έχει ακόμη δοκιμαστεί σε πραγματικές πολιτικές συνθήκες. Όσο για τον Αντώνη Σαμαρά, η δημιουργία κόμματος δεν είναι απλή υπόθεση, ακόμη και για έναν πρώην πρωθυπουργό. Η εκλογική έκπληξη θα μπορούσε να περιορίσει τη δυνατότητα των νέων σχηματισμών να αποκτήσουν κρίσιμη μάζα.

Υπάρχει όμως και η άλλη ανάγνωση, που ακούγεται όλο και πιο συχνά σε συνομιλητές του πρωθυπουργού. Μια πρόωρη προσφυγή στις κάλπες θα μπορούσε να εκληφθεί ως ένδειξη πολιτικής ανησυχίας. Θα έδινε στους αντιπάλους το επιχείρημα ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να προλάβει δυσμενείς εξελίξεις στην οικονομία, στην ακρίβεια ή ακόμη και στις δημοσκοπήσεις.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα για το Μαξίμου είναι ότι η εξίσωση δεν λύνεται εύκολα. Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να προηγείται καθαρά, αλλά δεν βρίσκεται κοντά σε ποσοστά αυτοδυναμίας. Την ίδια στιγμή, το πολιτικό σκηνικό κατακερματίζεται. Νέα κόμματα εμφανίζονται, παλαιά αποδυναμώνονται και η ψήφος διαμαρτυρίας αναζητά νέες διεξόδους.

Γι’ αυτό και όσοι γνωρίζουν τις συζητήσεις στο κυβερνητικό στρατόπεδο επιμένουν ότι οι οριστικές αποφάσεις δεν έχουν ληφθεί. Το πραγματικό ορόσημο δεν είναι σήμερα, αλλά το τέλος Αυγούστου. Τότε θα υπάρχει καθαρότερη εικόνα για τη δημοσκοπική αντοχή των νέων σχημάτων, για την πορεία της οικονομίας και για τις διεθνείς εξελίξεις που επηρεάζουν άμεσα την ελληνική πολιτική σκηνή.

Μέχρι τότε, οι δημόσιες διαψεύσεις θα συνεχιστούν. Στο παρασκήνιο όμως το ερώτημα παραμένει ανοιχτό: αν ο Κυριάκος Μητσοτάκης κρίνει ότι το φθινόπωρο αποτελεί το τελευταίο παράθυρο στρατηγικού πλεονεκτήματος, θα το αφήσει να κλείσει ή θα πατήσει το κουμπί του αιφνιδιασμού; Οι επόμενες εβδομάδες θα δείξουν αν οι πρόωρες εκλογές είναι πραγματικό σχέδιο ή απλώς ένα χρήσιμο εργαλείο πίεσης προς φίλους και αντιπάλους.

Η φράση Βορίδη που τίναξε τη συζήτηση στον αέρα

«Θα τη βουλιάξουμε ή δεν θα τη βουλιάξουμε;». Η ρητορική ερώτηση του Μάκη Βορίδη για μια βάρκα μεταναστών που ξεκινά από τη Λιβύη άναψε το φιτίλι της σύγκρουσης στη Βουλή και προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις από τα κόμματα της αντιπολίτευσης.

Ο υπουργός επέμεινε αργότερα ότι δεν υποστήριξε τέτοιες πρακτικές, αλλά αντίθετα τις απέρριψε, κατηγορώντας τους πολιτικούς του αντιπάλους για διαστρέβλωση των λεγομένων του. Ωστόσο η ζημιά είχε ήδη γίνει, με το ΠΑΣΟΚ να δηλώνει ότι «δεν μπορεί να ακούγονται τέτοιες φράσεις σε ένα κράτος δικαίου» και τα κόμματα της Αριστεράς να κάνουν λόγο για επικίνδυνη ρητορική.

Πίσω από την κόντρα, αρκετοί βλέπουν και ένα πολιτικό μήνυμα προς τα δεξιά της ΝΔ. Με το μεταναστευτικό να επιστρέφει στην κορυφή της ατζέντας και νέα κόμματα να διεκδικούν συντηρητικούς ψηφοφόρους, η κυβέρνηση επιχειρεί να δείξει ότι κρατά σκληρή γραμμή στα σύνορα, χωρίς να αφήνει χώρο σε ακραίες φωνές. Έτσι, μια φράση εξελίχθηκε σε κεντρικό πολιτικό θέμα της ημέρας.

Μείνετε ενημερωμένοι με το Newpost. Ακολουθήστε μας για να μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο.