23 Απριλίου 2026
Δημοσίευση: 17:12'
Τελευταία ενημέρωση: 17:23'

Η ηθική ως ρητορικό σχήμα και η νομοθεσία ως άλλοθι

Η θεσμικότητα δεν είναι λέξη. Είναι βίωμα.

Δημοσίευση: 17:12’
Τελευταία ενημέρωση: 17:23’
(ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ / EUROKINISSI)

Η θεσμικότητα δεν είναι λέξη. Είναι βίωμα.

Στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, η Λάουρα Κοβέσι δεν έκανε κάτι περισσότερο από το αυτονόητο: περιέγραψε με νηφαλιότητα αυτό που για χρόνια στην Ελλάδα προσποιούμαστε ότι δεν βλέπουμε. Όχι τη διαφθορά ως ηθική εκτροπή — αυτή είναι το σύμπτωμα — αλλά τη διαφθορά ως θεσμική κατασκευή, ως προϊόν νόμων που δεν θεραπεύουν, αλλά εξωραΐζουν την παθογένεια. Η απορία της, σχεδόν παιδική στην αμεσότητά της, υπήρξε αποκαλυπτική: πώς είναι δυνατόν, σε μια ευρωπαϊκή χώρα, κάποιος να υπεξαιρεί ένα εκατομμύριο ευρώ, να επιστρέφει το ποσό και να απαλλάσσεται;

Η απορία αυτή δεν είναι νομική. Είναι υπαρξιακή. Αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα της σχέσης κοινωνίας και δικαίου: αν το άδικο εξαγοράζεται, τότε το δίκαιο παύει να είναι αξία και καταντά διαπραγματεύσιμη σύμβαση.

Η απάντηση, βεβαίως, δεν είναι συγκυριακή. Έχει ιστορία. Ο νόμος 3904/2010, που θεσπίστηκε επί κυβερνήσεως ΠΑΣΟΚ, εισήγαγε μια λογική αποσυμπίεσης του ποινικού συστήματος, η οποία όμως, στην πράξη, λειτούργησε ως θεσμική άφεση για οικονομικά εγκλήματα υπό όρους επιστροφής. Η πρόθεση ίσως να ήταν «εξορθολογιστική». Το αποτέλεσμα, όμως, υπήρξε βαθιά πολιτισμικό: η εμπέδωση της αντίληψης ότι η παρανομία είναι ρίσκο με διαχειρίσιμο κόστος.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η δεύτερη επισήμανση: το περιβόητο Άρθρο 86 του Συντάγματος και ο νόμος περί ευθύνης υπουργών. Εκεί, η έννοια της ευθύνης αντιστρέφεται σε προνόμιο. Ο χρόνος δεν λειτουργεί ως κρίση, αλλά ως σωτηρία. Η παραγραφή δεν είναι απλώς νομικός θεσμός — είναι πολιτικό εργαλείο λήθης. Και εδώ αναδύεται η βαθύτερη αντίφαση της ελληνικής δημόσιας ζωής: εκείνοι που συνέβαλαν στη διαμόρφωση αυτού του πλαισίου εμφανίζονται συχνά ως θεματοφύλακες της θεσμικότητας.

Ο Ευάγγελος Βενιζέλος, με το αδιαμφισβήτητο επιστημονικό του κύρος, ενσαρκώνει ακριβώς αυτή τη διττότητα: τον νομοθέτη που καθορίζει το πλαίσιο και τον δημόσιο διανοούμενο που το ερμηνεύει. Δεν πρόκειται για προσωπική μομφή. Πρόκειται για δομική ειρωνεία. Διότι η ηθική, όταν αποσπάται από την πράξη και περιορίζεται στη ρητορική, μετατρέπεται σε αισθητικό σχήμα — σε λόγο περί δικαίου χωρίς την οδύνη της δικαιοσύνης.

Ο δημόσιος λόγος στην Ελλάδα πάσχει ακριβώς από αυτό: από την ευκολία με την οποία η έννοια του «κράτους δικαίου» γίνεται σημαία, ενώ η καθημερινή εμπειρία των πολιτών διαψεύδει το περιεχόμενό της. Η θεσμικότητα δεν είναι λέξη. Είναι βίωμα. Και όταν το βίωμα ακυρώνεται, τότε η λέξη καταντά κενή, ένα ακόμη επικοινωνιακό κατασκεύασμα. Ίσως, τελικά, η παρέμβαση της Κοβέσι να έχει αξία όχι γιατί αποκαλύπτει κάτι άγνωστο, αλλά γιατί μας αναγκάζει να δούμε αυτό που έχουμε συνηθίσει να παρακάμπτουμε: ότι η διαφθορά δεν είναι παρέκκλιση από τον κανόνα. Είναι, συχνά, ο ίδιος ο κανόνας — όταν ο νόμος γίνεται το άλλοθί της.


TOP NEWS

uncached