14 Ιουλίου 2021
Δημοσίευση: 04:12'
Τελευταία ενημέρωση: 21:04'

Ηλιούπολη – Σοκ από την κατάθεση της 18χρονης: «Μου έκλειναν 3-4 ραντεβού την ημέρα»

Η δικογραφία που σχηματίστηκε για την υπόθεση περιγράφει με λεπτομέρειες την αποφασιστική αντίδραση της σερβιτόρας στην Ηλιούπολη, η οποία ελευθέρωσε την 18χρονη από τον εφιάλτη που ζούσε από τον αστυνομικό και τον πατέρα της.

Δημοσίευση: 04:12’
Τελευταία ενημέρωση: 21:04’

Η δικογραφία που σχηματίστηκε για την υπόθεση περιγράφει με λεπτομέρειες την αποφασιστική αντίδραση της σερβιτόρας στην Ηλιούπολη, η οποία ελευθέρωσε την 18χρονη από τον εφιάλτη που ζούσε από τον αστυνομικό και τον πατέρα της.

Στη φυλακή οδηγήθηκαν ο πατέρας της 18χρονης και ο επίορκος αστυνομικός ο οποίος παρά το γεγονός ότι αρνήθηκαν τα πάντα δεν έπεισαν την ανακρίτρια. Η κοπέλα περιέγραψε με σοκαριστικές λεπτομέρειες τις φορές που όπως είπε, έπεσε θύμα βιασμού από τον ίδιο της τον πατέρα. Όπως είπε από τα 11 της χρόνια την βίασε περισσότερες από 30 φορές.

Η δικογραφία που σχηματίστηκε για την υπόθεση περιγράφει με λεπτομέρειες την αποφασιστική αντίδραση της σερβιτόρας στην Ηλιούπολη, η οποία ελευθέρωσε την 18χρονη από τον εφιάλτη που ζούσε από τον αστυνομικό και τον πατέρα της.

Όπως έγινε γνωστό από την πρώτη στιγμή, η 18χρονη, που φέρεται να υπήρξε θύμα βιασμού κατ’ εξακολούθηση από τον πατέρα της, από την ηλικία των 11 ετών και, στη συνέχεια, εξαναγκαζόταν να εκδίδεται από τον σύντροφό της αστυνομικό, ζήτησε βοήθεια σε καφέ της Ηλιούπολης.

Στη δικογραφία που περιλαμβάνει τις καταθέσεις των μαρτύρων της υπόθεση, σημειώνεται πως η σερβιτόρα παρατήρησε την περασμένη Πέμπτη το πρόσωπο της 18χρονης πρησμένο, σαν να την έχουν χτυπήσει.

Το θύμα εξήγησε με λεπτομέρειες πως ο 39χρονος αστυνομικός συνήθιζε να τη χτυπά με ένα κομμάτι ξύλο, όταν δεν την βίαζε, παρά την προσπάθειά της να αντισταθεί.

Την επόμενη ημέρα, η σερβιτόρα συνάντησε τη 18χρονη στο δρόμο προς το καφέ όπου εργαζόταν στην Ηλιούπολη και προσπάθησε να της μιλήσει. Αρχικά, η γυναίκα προσπάθησε να την αποφύγει, ωστόσο, λίγο αργότερα επέστρεψε στο καφέ κλαίγοντας.

Η 18χρονη περιέγραψε στη σερβιτόρα πως ο σύντροφός της, τη χτυπάει και την εκδίδει. Τότε, εκείνη κάλεσε τη γραμμή βοήθειας κακοποιημένων γυναικών (15900) και εν συνεχεία ειδοποίησε την Άμεση Δράση.

«Παγώνει» το αίμα η κατάθεση της 18χρονης

Η 18χρονη, κατέθεσε χαρακτηριστικά, «Πρώτη φορά με βίασε όταν ήμουν 11 χρονών. Μπήκε στο μπάνιο όταν έλειπαν η μάνα και ο αδερφός μου και άρχισε να με χαϊδεύει και να μου κλείνει το στόμα με το χέρι και μετά να με πηγαίνει στο κρεβάτι όπου με βίασε. Τελευταία φορά με βίασε όταν ήμουν 17 χρονών πριν από τα γενέθλια μου. Όσες φορές με βίασε που ήταν σίγουρα πάνω από 30».

Η 18χρονη υποστηρίζει πως ο πατέρας της την βίαζε όταν έλειπαν τα άλλα μέλη της οικογένειας, τα οποία δεν γνώριζαν όπως είπε το παραμικρό. Μάλιστα στην περίοδο της καραντίνας υποστηρίζει πως, «μετά λόγω του κορωνοιου ήταν συνέχεια η μητέρα και ο αδερφός μου στο σπίτι οπότε δεν μπορούσε να με βιάσει. Με τον πατέρα μου μαλώναμε συνέχεια και προσπάθησε να με διώξει από το σπιτι».

Τι ανέφερε στην κατάθεσή της

«Πριν ενάμιση μήνα περίπου γνώρισα τον αστυνομικό Δ. μέσω ενός κοινού γνωστού μας ο οποίος δουλεύει ως ντελιβεράς σε μία καφετέρια. Με τον Δ είχαμε ερωτική σχέση και τις πρώτες μέρες τα πηγαίναμε πολύ καλά και συγκατοικήσαμε μετά από μία βδομάδα περίπου αφού γνωριστήκαμε στο σπίτι του στην Ηλιούπολη. Εγώ ενημέρωσα τη μητέρα μου ότι θα πάω να μείνω μαζί του. Μετά από περίπου δύο εβδομάδες αφού πήγα στο σπίτι του, του είπα ότι ήθελα να βρω κάποια δουλειά για παράδειγμα σε καφετέρια. Αυτός όμως μου είπε ότι η μητέρα ενός φίλου του, του Γ. Λ. έχει οίκους ανοχής στην Αθήνα και ένα site για να κλείνεις ερωτικά ραντεβού με κοπέλες το κατονομάζει και μου πρότεινε να εργαστώ και εγώ για αυτήν. Ο Δ. και ο Λ. δουλεύουν χωρίς να φαίνονται για τη μητέρα του Λ., την οποία φωνάζουν στη δουλειά Μ. χωρίς να γνωρίζω ποιο είναι το πραγματικό της όνομα. Αυτοί ουσιαστικά είναι τα αφεντικά και κανονίζουν τις δουλειές και διαχειρίζονται το site (το κατονομάζει). Όταν μου έγινε η πρόταση από το Δ. να εργαστώ μαζί τους, εγώ αρχικά το αρνήθηκα όμως αυτός με απείλησε ότι θα με σκοτώσει και ότι θα κάνει κακό στην οικογένειά μου και έτσι εξαναγκάστηκα να δουλέψω μαζί τους» είπε στους αστυνομικούς.

Το νεαρό κορίτσι περιέγραψε με λεπτομέρειες μέρη που επισκέφθηκε, ξενοδοχεία αλλά και ραντεβού που είχε με πελάτες, λέγοντας πως της έκλειναν 3-4 ραντεβού την ημέρα.

«Ο Δ. μου είπε ότι θα πηγαίνω σε ραντεβού με διάφορα άτομα με τα οποία θα ερχόμαστε σε συνουσία και από τα χρήματα που θα δίνουν ως αντάλλαγμα, τα οποία ήταν συνήθως 160 €, εγώ θα έπαιρνα τα 80. Έτσι, ο Δ. έφτιαξε και δικό μου προφίλ στο site με ψεύτικα στοιχεία (τα αναφέρει) βάζοντας φωτογραφίες και βίντεο μου χωρίς να φαίνεται το πρόσωπό μου, ώστε να μπορούν οι πελάτες να κλείσουνε ραντεβού μαζί μου. Στο site αυτό, αναγράφονται δύο τηλέφωνα στα οποία απαντάει μια τηλεφωνήτρια η οποία κανονίζει τα ραντεβού με τις κοπέλες οι οποίες υπάρχουν στο site. Ακόμα ο Δ. μου είπε να διαγράψω τα προφίλ και τις φωτογραφίες μου στο ίνσταγκραμ και στο facebook καθώς και όλες τις επαφές μου στο κινητό εκτός της μητέρας μου, πράγμα το οποίο έκανα. Η διαδικασία που ακολουθούσαμε αφού έκλειναν ραντεβού οι πελάτες είχε ως εξής: Ερχόταν από το σπίτι του Δ. με ένα αυτοκίνητο χρώματος μπλε, ένα άτομο οποίος μου είπε ότι λεγόταν Γ. και ότι είναι στρατιωτικός. Αυτός με έπαιρνε με το αυτοκίνητο και με πήγαινε στα ραντεβού τα οποία γινόταν σε διάφορα ξενοδοχεία και σπίτια, με άφηνε εκεί και περίμενε απέξω στο αυτοκίνητο μέχρι να τελειώσω με το ραντεβού ώστε να με ξαναπάρει και να με πάει πίσω στο σπίτι του Δ. Εγώ ερχόμουν σε συνουσία με τα άτομα στα οποία με πήγαινε ο οδηγός, έπαιρνα τα λεφτά τα οποία μου έδιναν τα οποία ήταν 160 € την ώρα και τα έδινα στον Δ. μόλις γύρισα πίσω. Ο Δ. μόνο τις πρώτες δύο φορές μου έδωσε 50 € και τις υπόλοιπες φορές έπαιρνε όλα τα λεφτά που μου έδιναν οι πελάτες».

Το κορίτσι περιέγραψε στην κατάθεσή της και τους ξυλοδαρμούς που υπέστη, όταν προσπαθούσε να αρνηθεί να πάει σε πελάτες που της έκλειναν. «Εγώ δεν ήθελα να κάνω αυτή τη δουλειά και όταν το έλεγα στον Δ. αυτός με χτυπούσε σε όλα τα μέρη του σώματος μου με κλωτσιές και μπουνιές και συνέχισε να με απειλεί. Στο σπίτι του ερχόταν σε διάφορες ώρες και υπόλοιπες κοπέλες, τα προφίλ των οποίων είναι στο ίδιο site. Ο Δ. με χτυπούσε συνεχώς το χρονικό διάστημα που ήμουνα σπίτι του ακόμα και για τους πιο απλούς λόγους όπως ότι δεν έκανα σωστά τις δουλειές του σπιτιού. Στις αρχές με χτυπούσε με ένα κομμάτι ξύλο. Επίσης με βίαζε τον τελευταίο καιρό διότι εγώ δεν ήθελα να κάνω σεξ μαζί του και αυτός με απειλούσε ότι θα με σκοτώσει και με χτυπούσε εξαναγκάζοντάς με έτσι να κάνω σεξ μαζί του. Τελευταία φορά που με βίασε ήταν χθες το βράδυ και τελευταία φορά που με χτύπησε ήταν σήμερα το μεσημέρι. Επίσης με χτύπησε χθες και προχθές στο πρόσωπο και στα πόδια με κλωτσιές και μπουνιές, ενώ μου έκοψε τα μαλλιά και έχυσε επάνω μου ένα μπουκάλι στοματικό διάλυμα».

«Με έδειρε επειδή αρνήθηκα να κάνω ναρκωτικά»

Ειδική μνεία κάνει στην κατάθεση της και σε άτομο που φέρεται ότι προμήθευε με ναρκωτικές ουσίες τον κατηγορούμενο αστυνομικό. «Στο σπίτι ερχόταν κάποιες φορές και ένα άτομο που τον λένε Μ. ο οποίος είναι φίλος του Δ. και έχει καφετέρια στην Αργυρούπολη. Αυτός ο Μ. κάνει διακίνηση ναρκωτικών και έφερε ναρκωτικά στον Δ. και συγκεκριμένα κοκαΐνη. Ο Δ. τον πλήρωνε 50 €. Οι δυο τους έκαναν χρήση των ναρκωτικών ουσιών στο σπίτι ενώ κάποιες φορές κοκαΐνη έκαναν και κάποιες από τις κοπέλες. Εγώ δεν έκανα ποτέ χρήση ναρκωτικών και θέλω να πω ότι ο Δ. μία φορά με χτύπησε επειδή μου πρότεινε να κάνω κοκαΐνη και εγώ το αρνήθηκα».

Η αιχμαλωσία και η παρακολούθηση

Φυλακισμένη μέσα στο σπίτι του αστυνομικού φέρεται να ήταν η 18χρονη, καθώς εκείνος την κλείδωνε -όπως καταγγέλλει- και τις επέτρεπε να πηγαίνει μόνο σε συγκεκριμένα μέρη, ενώ είχε τη δυνατότητα να την ελέγχει ανά πάσα στιγμή.

«Μου είχε βάλει μια εφαρμογή στο κινητό μέσω της οποίας με άκουγε και έβλεπε κάθε στιγμή που ήμουν. Ακόμα ο Δ. δεν με άφηνε να βγω από το σπίτι του παρά μόνο για να πάω στο περίπτερο και για να πάρω καφέ σε μια καφετέρια δίπλα και μόνο όταν ήταν κι αυτός εκεί. Όταν έφευγε από το σπίτι κλείδωνε την πόρτα και με άφηνε μέσα. Η μάνα μου είχε έρθει δύο φορές στο σπίτι και την μία από αυτές μαζί με τον αδερφό μου. Αυτοί δεν γνώριζαν για όλη αυτήν την κατάσταση διότι εγώ δεν τους είχα πει τίποτα και όταν ερχόταν σπίτι ο Δ. το έπαιζε καλός και έκανε αστεία», κατέθεσε η 18χρονη, περιγράφοντας στη συνέχεια το τρόπο που κατάφερε να ξεφύγει από την «φυλακή» της.

«Σήμερα, ξύπνησα και πήγα να πάρω καφέ στην καφετέρια, όπου η κοπέλα που δουλεύει με ξέρει γιατί τον τελευταίο καιρό έπαιρνα καφέ συνέχεια από εκεί, με είδε που ήμουν χτυπημένη και μου είπε αν θέλω βοήθεια να πάω σε αυτήν. Εγώ πήρα τον καφέ γύρισα σπίτι και όταν με είδε ο Δ ξαφνικά και χωρίς λόγο άρχισε να φωνάζει, να με χτυπάει στα χέρια, στα πόδια και στο πρόσωπο, ενώ με απείλησε και με ένα όπλο λέγοντας μου θα σε σκοτώσω Και δεν θα ζήσεις. Τότε χτύπησε το κινητό του Δ και καθώς αυτός μίλαγε σε αυτό, εγώ κατάφερα να τρέξω προς την πόρτα και να βγω έξω. Έπειτα πήγα κατευθείαν στην κοπέλα η οποία μόλις της είπα τι έγινε ενημέρωσε την αστυνομία. Εγώ με την κοπέλα πήγαμε με το αυτοκίνητο της στην αστυνομία», περιέγραψε η 18χρονη.

Ο βιασμός από τον πατέρα της

Την τραγική παιδική της ηλικία, κατά την οποία βιάστηκε από τον πατέρα της, εξιστόρησε η νεαρή κοπέλα, υποστηρίζοντας ότι την βίασε πρώτη φορά στα 11 της χρόνια.

«Ο πατέρας μου με βίαζε από τότε που ήμουν 11 χρόνων μέχρι τα 17 μου χρόνια απειλώντας με ότι θα με διώξει από το σπίτι και δεν θα έχω να φάω» είπε το κορίτσι και συμπλήρωσε ότι την βίασε τελευταία φορά όταν ήταν 17 ετών πριν τα γενέθλια της. Για περισσότερες από 30 επιθέσεις και βιασμούς κάνει λόγο η 18χρονη, που περιέγραψε στους αστυνομικούς ότι ο πατέρας της την βίαζε όταν έλειπε η υπόλοιπη οικογένεια από το σπίτι, αλλά ο εφιάλτης της σταμάτησε λόγο καραντίνας, καθώς υποχρεωτικά ήταν όλη η οικογένεια εντός της οικίας και εκείνος δεν μπορούσε να δράσει. Σημειώνεται, ότι εκτός από τον αστυνομικό, η νεαρή καταγγέλλει κι ένα ακόμη πρόσωπο, τον D., ο οποίος επίσης την εξέδιδε σε φίλους του την περίοδο που ήταν ζευγάρι.

Αρνήθηκαν τα πάντα ο πατέρας και ο 39χρονος αστυνομικός

Ο πατέρας της 19χρονης στο απολογητικό του υπόμνημα δήλωσε αθώος και υποστήριξε ότι οι καταγγελίες της 19χρονης ότι την βίαζε από την ηλικία των 11 μέχρι των 17 ετών είναι «προϊόν άδηλων ψυχοσυναισθηματικών διεργασιών της φερόμενης ως παθούσης κόρης μου».

Ζήτησε μάλιστα την κατ’ αντιπαράσταση εξέταση του με την κόρη του, αλλά και την κλήση ως μάρτυρα του «δίδυμου αδελφού της που τυγχάνει αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας των οικογενειακών υποθέσεων», αλλά και της συζύγου του, προκειμένου να αποδειχθεί -όπως λέει- «η μία και μοναδική αλήθεια ότι υπήρξα αυστηρός γονέας με παραδοσιακές και ηθικές αρχές, αλλά όχι βιαστής, πατέρας ότι δούλευα σκληρά για την οικογένεια μου».

Μάλιστα, ζητά την εξέταση του από πραγματογνώμονα ψυχίατρο προκειμένου να διακριβωθεί το εάν είναι άτομο με παρεκκλίνουσα σεξουαλική συμπεριφορά.

Ο κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι δήλωσε την εξαφάνιση της κόρης του στο αστυνομικό τμήμα Αργυρουπόλεως, γνωρίζοντας ότι θα τον καταγγείλει για βιασμό, καθώς -όπως υποστηρίζει- τον είχε απειλήσει. «Είναι δεδομένο ότι είχα προστρέξει στο Αστυνομικό Τμήμα Αργυρουπόλεως για να δηλώσω την εξαφάνιση της κόρης μου διότι ανά τακτά χρονικά διαστήματα έφευγε από το σπίτι και η ίδια η κόρη μου Με είχε διαμηνύσει ότι σε περίπτωση που θα την ψάξω θα δηλώσει ότι την έχω βιάσει».

Ο ίδιος κατηγορεί τη σύζυγο του ότι του απέκρυπτε πληροφορίες για τη 19χρονη, υποστηρίζοντας ότι: «Η σύζυγός μου αν και γνώριζε τις κινήσεις της, φρόντιζε εντέχνως να με παραπλανά και να μου αποκρύψει την αλήθεια. Είχα εκφράσει πλειστάκις την ανησυχία μου για τις επαφές της με κάποιον D. και η σύζυγος μου με διαβεβαίωνε ότι πρέπει να διαχειριστεί το θέμα η λογοθεραπεύτρια – εκπαιδευτικός ειδικής αγωγής Ρ.Γ». Ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι δεν ήξερε πως η κόρη του είχε πέσει θύμα οργανωμένου κυκλώματος πορνείας, αφού «την υπεθαλπτε» η σύζυγος του, που -κατά τον ίδιο- γνώριζε καλά πρόσωπα και καταστάσεις.

Αναφερόμενος στην κατηγορία του βιασμού της κόρης του που του αποδίδεται, ο κατηγορούμενος διατύπωσε 4 ισχυρισμούς, προκειμένου να πείσει την ανακρίτρια ότι δεν έχει προβεί στην πράξη αυτή. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι:

Είναι αδιανόητο, πραγματικά και νομικά αδύνατο να βιάζεται η κόρη μου από τα 11 έτη και να μην έχει εξομολογηθεί το τραυματικό και κακοποιητικό γεγονός είτε στην μητέρα της, είτε στο δίδυμο αδερφό της είτε στη λογοθεραπεύτρια της, είτε σε κάποια φίλη της, είτε σε δημόσια αρχή ή δομή.

Τυγχάνει αδιανόητο το γεγονός να ενθυμείται τον βιασμό της από τον πατέρα της στα πλαίσια διερευνώμενης υπόθεσης για εμπορία ανθρώπων.

Είναι δεδομένο ότι ως πατέρας επιχειρούσα να έχω τον έλεγχο των εφήβων παιδιών μου, ετύγχανα αυστηρός αλλά ουδέποτε μετείλθα σωματικής βίας σε βάρος τους και ουδέποτε υπήρξα βιαστής, άλλως πατέρας – τέρας όπως παρουσιάζομαι.

Η εν λόγω καταγγελία είναι πασιφανώς εκβιαστική και εκπορεύεται από σκοτεινά κίνητρα Και θεωρώ ότι ο ρόλος της συζύγου μου τυγχάνει πολλαπλώς ύποπτος, αφού αυτή είχε στενές επαφές με τον προαγωγό της κόρης μου αστυνομικό και σε κάθε περίπτωση αν δεν υπεθαλπτε έκνομες ενέργειες, είχε γνώμης αυτών.

Στο τέλος του απολογητικού του υπομνήματος ο κατηγορούμενος ζητά να μην προφυλακιστεί και να αφεθεί ελεύθερος ή να του τεθούν περιοριστικοί όροι, καθώς -όπως λέει- «από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι συνιστώ παρούσα και δυναμική απειλή κατά της έννομης τάξης».

Από την πλευρά της, η μητέρα της 19χρονης δήλωσε πλήρη άγνοια για όσα εφιαλτικά ζούσε το παιδί της και στο σπίτι τους αλλά και στη συνέχεια στο διαμέρισμα κολαστήριο της Ηλιούπολης.

«Έχω μία κόρη την Δ., η οποία είναι δίδυμη με το γιο μου και μέχρι πριν περίπου ένα μήνα έμενε μαζί μας, αλλά μετά έφυγε και μένει στο σπίτι ενός παιδιού, με το οποίο έχει σχέση. Ξέρω ότι το παιδί αυτό το λένε (…), είναι πάνω από 30 χρονών, όπως μου έχει πει η κόρη μου και ότι είναι αστυνομικός» ανέφερε η μητέρα της 19χρονης και συμπλήρωσε «η κόρη μου έφυγε από το σπίτι πριν περίπου ένα μήνα, γιατί μάλωνε συνέχεια με τον πατέρα της. Ειδικά από την ηλικία των 16 χρονών και μετά μάλλον συνέχεια, σε καθημερινή σχεδόν βάση. Και τα δύο παιδιά μάλωναν με τον πατέρα τους, αλλά ειδικά η κόρη μου μάλωνε συνεχώς».

Αναφερόμενη στον χαρακτήρα του συζύγου της αλλά και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαβιώναν, η μητέρα της 19χρονης είπε: «Ο σύζυγος μου ήταν απότομος και πολύ αυστηρός με τα παιδιά, κυρίως από μία εγχείρηση που έκανε πριν 8-9 χρόνια και μετά. Από τότε έγινε πολύ αυστηρός, τους φώναζε συνέχεια και γι’ αυτό το λόγο μάλωνα και εγώ συνέχεια μαζί του. Γενικά είχαμε πολλά προβλήματα στο σπίτι και η κόρη μου, πριν ένα μήνα δεν άντεξε άλλο και έφυγε. Για να καταλάβετε πόσα προβλήματα υπήρχαν, κάποια στιγμή του είχα πει να πάει να δει ένα ψυχολόγο και αυτός μου έλεγε ότι δεν είναι τρελός και ότι εμείς πρέπει να πάμε να μας δει γιατρός».

Η γυναίκα υποστήριξε ότι επισκέφθηκε η ίδια τον παθολόγο του συζύγου της, ο οποίος της έδωσε ένα αγχολυτικό χάπι, το οποίο -όπως εξήγησε- άρχισε να παίρνει αλλά η κατάσταση δεν άλλαξε. «Τον τελευταίο καιρό ο άντρας μου με ρωτούσε συνέχεια που είναι η κόρη μας, αλλά εκείνη μου είχε ζητήσει να μην του πω τίποτα και να μην του πω που μένει» ανέφερε στην κατάθεση της και περιέγραψε τι συνέβη την ημέρα που αποκαλύφθηκε η ιστορία.

Μάλιστα, εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι η μητέρα της 19χρονης ήταν μπροστά στη σύλληψη του 39χρονου αστυνομικού. Συγκεκριμένα, στην κατάθεση της περιγράφει «στις 10 Ιουλίου με πήρε τηλέφωνο η κόρη μου από ένα κινητό που δεν ήξερα και μου είπε ότι το δικό της έχει χαλάσει και με καλεί από το σύντροφό της. Μου είπε ότι είναι καλά και δε μιλήσαμε πολύ ώρα. Μετά από λίγη ώρα με πήρε τηλέφωνο από το ίδιο κινητό ο σύντροφός της και μου είπε ότι η κόρη μου έφυγε από το σπίτι και δεν ξέρει που έχει πάει κι αν μπορώ να πάω από κει να μιλήσουμε. Εγώ αγχώθηκα, πήρα ένα ταξί και πήγα στο σπίτι του όπου με περίμενε μόνος και μου είπε ότι μαλώσανε και της έδωσε ένα χαστούκι και εκείνη έφυγε απ’ το σπίτι. Τον ρώτησα γιατί το έκανε αυτό και μου είπε ότι νευρίασε, γιατί την είδα με δύο νεαρούς έξω από το σπίτι».

Όπως ανέφερε η μητέρα της 19χρονης δε γνώριζε για τον εφιάλτη που βίωνε δίπλα στο 39χρονο αστυνομικό. «Η κόρη μου δε μου έχει πει κάτι όλο αυτό τον καιρό για την σχέση της με τον συγκεκριμένο άντρα. Δεν ξέρω αν περνούσε καλά ή οχι. Αν και προσπαθώ να είμαι κοντά της, αυτή πολλές φορές είναι κλειστή και δε μου έλεγε τι την απασχολεί. Της έλεγα να έρθεις σπίτι, ότι όλα θα πάνε καλά και θα ξεπεραστούν τα προβλήματα και οι τσακωμοί με τον πατέρα της, αλλά αυτή δεν το συζητούσε καν να γυρίσει και δεν ήθελε να δει τον πατέρα της και να ξέρει που βρίσκεται αυτός» ανέφερε στην κατάθεση της.


TOP NEWS

uncached