Η ιστορική ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου στη Βουλή: «Η ειρήνη ήταν πάντοτε κατάκτηση, ποτέ αυτονόητη» (Βίντεο)
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης είχε μιλήσει για πρώτη φορά στην Ολομέλεια της Βουλής, στις 24 Μαϊου του 1999 επί προεδρίας Απόστολου Κακλαμάνη.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης είχε μιλήσει για πρώτη φορά στην Ολομέλεια της Βουλής, στις 24 Μαϊου του 1999 επί προεδρίας Απόστολου Κακλαμάνη.
Δείτε την ιστορική ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχη κκ. Βαρθολομαίο, κατά την οποία απευθύνθηκε στο Σώμα της Ολομέλειας της Βουλής, των Ελλήνων.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης είχε μιλήσει για πρώτη φορά στην Ολομέλεια της Βουλής, στις 24 Μαϊου του 1999 επί προεδρίας Απόστολου Κακλαμάνη.
Η ιστορικής σημασίας συνεδρίαση πραγματοποιήθηκε παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας, κ. Κωνσταντίνου Τασούλα.
Όλη η ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου
«Όσα θα ακούσετε εν συνεχεία εξοχότατοι, απηχούν και εκφράζουν το πνεύμα του οικουμενικού Πατριαρχείου, την ακλόνητον πιστότητά του εις την παράδοσιν της Ορθοδοξίας, και την ανίστακτον μέριμνά του δια τον άνθρωπον και την δημιουργία. Θαυμάζομεν το αρχαίων ελληνικών πνεύμα, το οποίον εδώρησεν εις την ανθρωπότητα την ελευθερίαν και την δημοκρατία. Τον λόγον ως διάλογον, την επιστήμην, την παιδείαν και τον ανθρωπισμόν, τας βάσεις δηλαδή του πολιτισμού, και χαίρομεν όταν ακούομεν και δει από ξένους ότι η εμφάνισις του φιλοσοφικού στοχασμού εις την αρχαίαν Ελλάδα είναι δια τον πολιτισμόν ό,τι η μεγάλη έκρηξις δια την γέννησιν του σύμπαντος. Συγχρονισμόν αισθανόμεθα και απέναντι εις την χαρακτηριστήσαν ως θαύμα σύζευξιν ελληνικού και χριστιανικού πνεύματος. Ό,τι υψηλότερον και πολυτιμότερον είχεν ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός, ενσωματώθη εις τον κορμόν της θεολογίας και της ζωής της Εκκλησίας.
Αποτελεί βαθείαν εμπειρίαν και ακλόνητον πεποίθησίν μας ότι η ανεκτίμητος παρακαταθήκη της ελληνικής αρχαιότητος, ενεπλουτίστη, απέκτησε βαθύτερον κοινωνικόν περιεχόμενον, παγκοσμιότητα και πνοήν αιωνιότητος, εντός του χριστιανικού πνευματικού πλαισίου. Το θαύμα της δημιουργικής συναντήσεως ελληνισμού και χριστιανισμού συνετελέσθη χάρις εις την δύναμιν της ελληνικής γλώσσης, της μητρικής γλώσσης του πνεύματος. Της γλώσσης του Ομήρου, των τραγικών και των φιλοσόφων, της Καινής Διαθήκης, των πατέρων της Εκκλησίας, και της εκκλησιαστικής υμνολογίας. Η γλώσσα μας ουσιαστικώς φιλοσοφική, στοχαστική και ποιητική, κατευθύνει τον νουν και τις σκέψειν πάντοτε προς το βάθος των πραγμάτων, προς το ουσιώδες και το καθολικόν, προς την αλήθειαν η οποία όπως έλεγεν ο Δημόκριτος ευρίσκεται εν βυθώ. Δεν είναι τυχαίο ότι η ελληνική γλώσσα και η ορθόδοξος πίστης ανήκουν εις τον πυρήνα της πνευματικής και πολιτισμικής ιδιοπροσωπίας του γένους μας.
Εάν εις την ιστορικήν πορείαν του δεν έσβησε ποτέ ο λύχνος του αρχαίου ελληνικού πνεύματος, τούτο οφείλεται μεγάλως εις το γεγονός ότι οι πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας ετοποθέτουν ευθαρσώς τον λύχνον αυτόν επί την λυχνίαν. Εις περιόδους δυστήνους, η Εκκλησία ίδρυσε σχολεία και ακαδημίες, διέσωσε την γλώσσαν μας εις την λατρευτικήν της ζωήν, μαρτυρούσα την αξίαν της συνοχής και της ενότητος της δια την ιδιοπροσωπίαν μας. Η Εκκλησία η οποία εσφράγισεν ανεξίτηλα την διαδρομήν του γένους, καλείται και σήμερα να λειτουργεί ως θετική πρόκλησις εν Χριστώ ζωής και ελευθερίας, δια της Ορθοδοξίας της πίστεως, της δοξολογικής λατρείας του Θεού, και της ορθής αντιλήψεως περί του ανθρώπου. Η εικόνα την οποίαν έχουμε δια τον άνθρωπον δια την προέλευσιν και τον προορισμόν του, δια την θέσιν του εις τον κόσμον, δια το νόημα της ζωής του, δια την ελευθερίαν και την ευδαιμονίαν του, καθορίζει την στάσιν μας απέναντί του. Εάν βλέπουμε τον άνθρωπον ως μηχανήν ή ως απλήν βιολογικήν οντότητα, τότε λίαν ευχερώς τον μετατρέπομεν εις αντικείμενον ή τον υποτιμώμεν.
Εάν τον προσεγγίζομεν ως πρόσωπον, με απόλυτον και αναφαίρετον αξιοπρέπειαν, τότε η συμπεριφορά μας απέναντί του καθίσταται όλος διαφορετική. Η ανθρωπίνη αξία και ο απόλυτος σεβασμός της δεν είναι δυνατόν να θεμελιωθούν επί μιας νατουραλιστικής θεωρήσεως του ανθρώπου. Έχουμε ανάγκην πνευματικού προσανατολισμού, ο οποίος μας εμπλουτίζει υπαρξιακώς, και τρέφει το ηθικόν μας αισθητήριο. Όλοι γνωρίζομεν ότι ο λεγόμενος ηθικός ανθρωπισμός τοποθετεί τον άνθρωπον εις την κορυφήν της ιεραρχίας των αξιών. Όμως, η πείρα των αιώνων δεικνύει ότι και τα ανθρωπιστικά ιδεώδη απαιτούν πνευματικόν θεμέλιον και στήριγμα πέραν του απλώς ανθρωπίνου. Εν τη εννοία ταύτη, πιστεύουμεν ότι δια την προστασίαν της ανθρωπίνης αξιοπρεπείας, δεν είναι αρκετός ο προσανατολισμός γενικώς προς τον άνθρωπον. Το προοίμιον του Συντάγματος της Ελλάδος εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος εις αυτήν την αλήθειαν παραπέμπει. Η υποτίμησις των πνευματικών αξιών δεν προωθεί ούτε τον σεβασμόν του ανθρωπίνου προσώπου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων του, ούτε την προστασίαν της φύσεως, ούτε τον αγώνα δια την ελευθερίαν και την κοινωνικήν δικαιοσύνην. Αντιθέτως, η πίστης εις τον Θεόν της αγάπης και της ειρήνης, αποτελεί πηγήν εμπνεύσεως, οξύνει το αισθητήριόν μας δια το δέον και το πρακτέον. Και ενισχύει την ανθρωπίνην προσπάθειαν ακόμη και όταν αυτή ευρίσκεται ενώπιον της επιλύτων προβλημάτων και ανυπερβλήτων εμποδίων.
Αυτή υπήρξε και παραμένει η πηγή μαρτυρίας και η ταυτότης της αποστολής του οικουμενικού θρόνου ως πνευματικού θεσμού, συμφώνως και προς το σοφός λεχθέν. Το γεγονός ότι το πολίτευμα ημών εν ουρανοίς υπάρχει, δεν αναιρεί, αλλά ενδυναμώνει την μαρτυρίαν ημών εν τω κόσμω. Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον ηγωνίσθη και αγωνίζεται κατά της φαλκιδεύσεως του ανθρωπίνου προσώπου εις τας ποικίλας όψεις της. Στιγματίζει τον ρατσισμόν, τας διακρίσεις, και τας συγχρόνους μορφάς δουλείας. Ανθίσταται εις τας δυνάμεις και τας τάσεις, αι οποίαι υποσκάπτουν την κοινωνικήν συνοχήν και την ειρήνην. Και καταστρέφουν την δημιουργίαν του Θεού, προάγει τον διάλογον με τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον, με τας άλλας θρησκείας, και με τον σύγχρονον πολιτισμόν. Η ένστασις ότι αυτή η παρέμβασις εμπλέκει την Εκκλησίαν εις την αμφισημίαν των ανθρωπίνων πραγμάτων, ότι η χριστιανική μαρτυρία μετατρέπεται εις πολιτικήν πράξιν, στερείται θεολογικής βάσεως, και είναι ένδειξις εξασθενήσεως του αισθητηρίου δια την σημασίαν των ιστορικών εξελίξεων, αι οποίαι αγγίζουν τον άνθρωπον εις το βάθος της υπάρξεώς του. Δεν υπάρχει τέλος της ιστορίας. Τέλος της ανάγκης και της ευθύνης διαχειρίσεως των απροβλέπτων κατά την έκτασίν των, αλλά αβεβαίων εξελίξεων πολώσεων και ανακατατάξεων.
Σαφεστάτη είναι επ’ αυτού η διακήρυξις της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία ως γνωστόν συνήλθε προ δεκαετίας ακριβώς εις την Κρήτην, και η οποία λέγει: «Ο λόγος της Εκκλησίας υπήρξε πάντοτε διακριτός και θα παραμείνει εις το διηνεκές μία οφειλετική παρέμβασις υπέρ του ανθρώπου». Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον είναι η πρώτη Εκκλησία, η οποία ανέδειξεν ακριβώς ως έκφρασιν της πνευματικής ταυτότητος και μαρτυρίας της τω οίκω φιλικόν μήνυμα του χριστιανισμού. Κατανόησε και προέβαλε την εκκλησιαστικήν ζωήν ως εφαρμοσμένην οικολογίαν. Το ενδιαφέρον της Μεγάλης Εκκλησίας δια το φυσικόν περιβάλλον δεν υπήρξεν απλώς μία περιστασιακή αντίδρασις εις την σοβούσαν οικολογικήν κρίσιν, αυτή ήτο μόνον η αφορμή, όχι η αιτία, δια να αναπτύξει επικαίρως τας οικοφιλικάς της παραδόσεις. Αι προσπάθειαι του οικουμενικού θρόνου συνέβαλλον εις την ένταξιν της οικολογικής θεματικής εις τους διαχριστιανικούς και διαθρησκειακούς διαλόγους, και απετέλεσαν έναυσμα δια την θεολογίαν να μελετήσει τας πνευματικάς θρησκευτικάς και ηθικάς ρίζας και διαστάσεις του περιβαλλοντικού ζητήματος. Εξαρχής προσεγγίσαμεν την οικολογικήν κρίσιν ως κοινωνικόν πρόβλημα, και ανεδείξαμεν την αλληλουχίαν περιβαλλοντικών, κοινωνικών και οικονομικών θεμάτων. Ετονίσαμεν ότι το κυρίαρχον πρότυπον οικονομικής αναπτύξεως ανήκει εις τα κύρια αίτια της οικολογικής κρίσεως. Επαναλαμβάνομαι και ενώπιον σας, εξοχότατοι και αγαπητοί, αυτό το οποίον λέγομεν συχνάκις. Η οικονομική δραστηριότης, η οποία δεν σέβεται τον οίκο της ζωής, το φυσικόν περιβάλλον, δεν είναι οικονομία, αλλά οικοανομία. Δεν έχομεν μέλλον χωρίς την ολικήν στροφήν προς μίαν οικολογικήν οικονομία. Η οικονομική ζωή και οι κοινωνικοί αγώνες οφείλουν να υπηρετούν τον άνθρωπον και τα ζωτικάς ανάγκας του, και την ακεραιότητα της δημιουργίας, στόχους οι οποίοι δύνανται να επιτευχθούν μόνον εις περιβάλλον ειρήνης και σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου.
Ποτέ εις την ιστορίαν της ανθρωπότητος η ειρήνη δεν υπήρξεν αυτονόητος κατάστασις, αλλά ήτο πάντοτε κατάκτησις αποτέλεσμα εμπνευσμένων πρωτοβουλιών γενναιότητος, και αυτοθυσίας, απορρίψεως της βίας ως μέσου λύσεως διαφορών, διαρκής αγών δια την δικαιοσύνην και την προστασίαν της ιερότητος του ανθρωπίνου προσώπου. Επί της βάσεως αυτής ασκείται σήμερα κριτική εις τας θρησκείας, επειδή αντί να λειτουργούν ως δυνάμεις ειρηνοποιίας, τροφοδοτούν συχνάκις τον φανατισμόν και την βίαν εν ονόματι του Θεού. Ημείς προσωπικώς εν ακλονήτω πεποιθήσει ότι η ειρήνη των λαών και των πολιτισμών είναι ανέφικτος άνευ της ειρήνης μεταξύ των θρησκειών, και της ευρυτέρας συμβολής των εις τον παγκόσμιον αγώνα δια την ειρήνην, επαινούμεν και στηρίζομεν πάσαν ειλικρινή ειρηνευτικήν πρωτοβουλίαν, αγωνιζόμεθα δε αδιαλείπτως δια την διαθρησκειακήν συνεργασίαν, και την ανάδειξιν και την άσκησιν του ειρηνοποιητικού ρόλου των θρησκειών. Θεωρούμεν τον φονταμενταλισμόν έκπτωσιν του θρησκευτικού βιώματος, και ουδόλως εν συμφυές με την πίστην φαινόμενον. Η γνησία πίστης είναι ο αυστηρότερος κριτής του θρησκευτικού φανατισμού και της μισαλλοδοξίας. Το περί ειρήνης κήρυγμα της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας δεν είναι ουτοπικόν και ρητορικόν. Γνωρίζομεν καλώς, ότι ο δημόσιος λόγος κυριαρχείται διεθνώς υπό θεωρήσεων γεωπολιτικών και γεωοικονομικών, υπό αναλύσεων του λεγομένου συσχετισμού των δυνάμεων, υπό προσεγγίσεων όπως αποκαλούνται πραγματιστικών. Είναι γεγονός ότι η σύγχρονος εκδοχή της λεγομένης real politic έχει κατισχύσει πλήρως του διεθνούς δικαίου, και αυτού τούτου του καταστατικού χάρτου του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, ο οποίος διέπεται υπό της γενικής αρχής της ειρηνικής επιλύσεως των διαφορών.
Ο περί ειρήνης ορθόδοξος λόγος υπερβαίνει προδήλως την ιστορίαν ως λόγος σωτηριολογικός, αλλά η ιστορία εκβάλλει εκ των σπλάχνων και των πληγών της διδάγματα εύγλωτα και εναργή. Η ανθρωπότης έχει ανάγκην μιας σταθεράς συναινέσεως η επί ενός κορμού κοινών θεμελιωδών αξιών, η οποία θα λειτουργεί παρά τας πολιτικάς, κοινωνικάς, θρησκευτικάς και πολιτισμικάς διαφοροποιήσεις και εντάσεις, ως βάσης δια την συμβίωσιν και την σύμπραξιν των ανθρώπων δια των κοινών καλών».
Το πρόγραμμα
Ο Πρόεδρος της Βουλής, απένειμε στον προκαθήμενο της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, με έδρα την Κωνσταντινούπολη, το Χρυσό Μετάλλιο της Βουλής των Ελλήνων, ενώ μετά το πέρας της Ειδικής Συνεδρίασης της Ολομέλειας της Βουλής παρατίθεται προς τιμήν του επίσημο γεύμα.
Ο Παναγιώτατος συμπληρώνει φέτος 35 έτη Πατριαρχικής θητείας και 65 έτη ιερατικής αποστολής.
Την Πέμπτη, 7 Μαΐου, στις 17.30, ο Πρόεδρος της Βουλής, κ. Νικήτας Κακλαμάνης, θα απευθύνει χαιρετισμό στην εκδήλωση με τίτλο «Διαχρονία και Οικουμενικότητα: Το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως στον Σύγχρονο Κόσμο», που θα πραγματοποιηθεί προς τιμήν του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου, στο Θέατρο Παλλάς, με τη συνδιοργάνωση της εθελοντικής Ομάδας «Ρωμηών Πράξεις».
Δείτε την ιστορική ομιλία:
Ο δήμος Αθηναίων τίμησε τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο με το μετάλλιο για την Προστασία της Περιβαλλοντικής Κληρονομιάς
Με μετάλλιο για τη διαχρονική προσφορά του στην «Προστασία της Περιβαλλοντικής Κληρονομιάς», τίμησε τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο ο δήμος Αθηναίων. Ο Παναγιώτατος έφτασε στο Δημαρχιακό Μέγαρο μαζί με τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο, τη Δευτέρα 4/05, λίγη ώρα μετά τη μεταξύ τους συνάντηση, κατά την επίσκεψή του νωρίτερα στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών.
Τον υποδέχθηκε ο δήμαρχος Αθηναίων, Χάρης Δούκας, με τη φιλαρμονική του δήμου να αποδίδει τιμές. Ο κ. Δούκας εξήρε το έργο του Οικουμενικού Πατριάρχη για την ανάδειξη παγκοσμίως της σημασίας της προστασίας του περιβάλλοντος.
«Τιμούμε σήμερα τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο για τη διαρκή και ουσιαστική συμβολή του στην προστασία της περιβαλλοντικής κληρονομιάς, ως έκφραση πολιτισμού, μνήμης και ανθρώπινης δημιουργίας, ζωντανό κομμάτι του παρόντος και θεμέλιο του μέλλοντος σ’ έναν κόσμο που αλλάζει με ταχύτητα. Η ανάγκη να προστατεύουμε αυτή τη μνήμη γίνεται πιο επιτακτική από ποτέ», ανέφερε μεταξύ άλλων ο κ. Δούκας, ο οποίος τόνισε ακόμη: «Ο Παναγιώτατος έχει αναδείξει με μοναδικό τρόπο τη βαθιά σύνδεση μεταξύ πολιτισμού, περιβάλλοντος και ανθρώπου. Με συνέπεια και διορατικότητα, έχει υπερασπιστεί, όχι μόνο τα μνημεία της πίστης και της ιστορίας, αλλά και το φυσικό περιβάλλον. Ξεχωριστή σημασία έχουν οι πρωτοβουλίες διαθρησκευτικού διαλόγου του Παναγιώτατου, όπου η προστασία της πολιτιστικής και φυσικής κληρονομιάς τίθεται ως κοινός τόπος συνεργασίας μεταξύ διαφορετικών θρησκειών και πολιτισμών. Αυτές οι δράσεις συγκροτούν ένα ενιαίο όραμα, που όλοι συμμεριζόμαστε. Η πολιτιστική κληρονομιά και το περιβάλλον είναι αλληλένδετες εκφράσεις της ανθρώπινης παρουσίας στον κόσμο. Γι’ αυτό και η διεθνής κοινότητα τον αποκαλεί «Πράσινο Πατριάρχη», γιατί με το παράδειγμά του, τη δράση του, μετέτρεψε μια ηθική αρχή σε παγκόσμιο κίνημα συνείδησης».
Ο κ.κ. Βαρθολομαίος ανέφερε πως «η αδιαφορία για την προστασία του περιβάλλοντος είναι αδιαφορία για τον Θεό και τις εντολές του» και αμέσως μετά ανέφερε μεταξύ άλλων: «Συνιστά αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα ότι το φυσικό περιβάλλον απειλείται στην εποχή μας, όσο ποτέ άλλοτε κατά το παρελθόν. Έχει γραφεί ότι σήμερα εκτυλίσσεται ένας Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος ενάντια στη φύση. Στην εποχή μας η ανθρωπότητα έχει να επιδείξει εντυπωσιακές κατακτήσεις στον χώρο της επιστήμης, της τεχνολογίας, της οικονομικής ζωής και σε άλλους τομείς, όμως δεν δικαιούται να υπερηφανεύεται για τη στάση της απέναντι στη φύση. Δυστυχώς γνωρίζουμε, αλλά δρούμε ως να μην γνωρίζαμε».
Στη συνέχεια είπε: «Οι πρωτοβουλίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος είναι ευρύτατα γνωστές. Καυχώμεθα για το γεγονός ότι πρώτη η Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία ανέδειξε τις οικοφιλικές αρχές και παραδόσεις του χριστιανισμού. Η οικολογική μαρτυρία της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως ενέπνευσε Κοινοβούλια, πολιτικούς ηγέτες, πανεπιστήμια, οικολογικές οργανώσεις, άλλες εκκλησίες και θρησκείες. Έδωσε το έναυσμα στη θεολογία να μελετήσει τις πνευματικές και ηθικές διαστάσεις του οικολογικού προβλήματος, να προβάλλει το οικοφιλικό περιεχόμενο της χριστιανικής κοσμολογίας και ανθρωπολογίας, την ευχαριστιακή χρήση της Δημιουργίας, το οικολογικό μήνυμα του ασκητισμού κ.ά.. Ολόκληρη η ζωή της Εκκλησίας, η πίστη, η θεία λατρεία, ο κοινοτικός τρόπος του βίου, έχουν οικολογική υφή και αναφορά, είναι έμπρακτη οικολογία».
Όπως πρόσθεσε, «οι Ιερές Μητροπόλεις, Αρχιεπισκοπές, Ενορίες, Ιερές Μονές, εφάρμοσαν και συνεχίζουν να αναπτύσσουν ποικίλες δράσεις για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, προγράμματα οικολογικής παιδείας και άλλες σχετικές πρωτοβουλίες. Όλα αυτά συνέβαλλαν στην ένταξη της οικολογικής θεματικής στους οικουμενικούς διαλόγους και στο πλαίσιο της διαθρησκειακής εργασίας».
Μετά την ολοκλήρωση της συζήτησης, στο γραφείο του δημάρχου ακολούθησε η ανταλλαγή δώρων, ενώ κατά την τελετή, η χορωδία του δήμου Αθηναίων έψαλλε το «Χριστός Ανέστη».
Η συγκεκριμένη τιμητική διάκριση απονέμεται σε εξέχουσες προσωπικότητες, θεσμούς ή οργανισμούς, που έχουν επιδείξει καινοτόμο έργο και πλούσια δράση στους τομείς της περιβαλλοντικής προστασίας, της βιώσιμης ανάπτυξης, της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής και γενικότερα της προώθησης πράσινων πρωτοβουλιών.
Το μετάλλιο για την Προστασία της Περιβαλλοντικής Κληρονομιάς του δήμου Αθηναίων, έχει φιλοτεχνηθεί από την Ελευθερία Παπαδουράκη, τελειόφοιτη της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών της Αθήνας. Αποτυπώνει με σύγχρονη, λιτή, εικαστική γλώσσα, τη συνύπαρξη του αστικού και του φυσικού τοπίου, μέσα από γεωμετρικές φόρμες που συνθέτουν μια αρμονική εικόνα πόλης και φύσης. Το κυκλικό του σχήμα παραπέμπει στην έννοια της συνέχειας και της ισορροπίας, ενώ τα ανάγλυφα στοιχεία του, φυτικά μοτίβα, αρχιτεκτονικές γραμμές και κυματισμοί, συμβολίζουν τη βιώσιμη ανάπτυξη και τη διαρκή ροή της ζωής. Κατασκευασμένο ως μοναδικό έργο, λειτουργεί όχι μόνο ως τιμητική διάκριση, αλλά και ως σύμβολο της ανάγκης προστασίας του περιβάλλοντος, εκφράζοντας τη δέσμευση για ένα πιο πράσινο και ανθεκτικό μέλλον.
Επίσκεψη του Οικουμενικού Πατριάρχη στον Αρχιεπίσκοπο

Με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο συναντήθηκε σήμερα ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος στην Αρχιεπισκοπή Αθηνων(ΦΩΤΟ ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΟΝΗΣ//ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗ ΑΘΗΝΩΝ)
Τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώνυμο επισκέφθηκε χθες το απόγευμα στις 18.00 ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, στην έδρα της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών.
Τον Προκαθήμενο της Ορθοδοξίας υποδέχθηκαν ο πρωτοσύγκελος της Αρχιεπισκοπής, επίσκοπος Χριστουπόλεως Βαρνάβας, ο επίσκοπος Ταλαντίου Θεολόγος, ο γενικός αρχιερατικός επίτροπος, πρωτοπρεσβύτερος π. Εμμανουήλ Παπαμικρούλης, κληρικοί και Διευθυντές Υπηρεσιών της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών.
Τον Οικουμενικό Πατριάρχη συνόδευαν, μεταξύ άλλων, ο μητροπολίτης Λαοδικείας κ. Θεοδώρητος, διευθυντής του Γραφείου Εκπροσωπήσεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Αθήνα και ο μητροπολίτης Κώου και Νισύρου Ναθαναήλ.
Κατά την προσφώνησή του, ο Αρχιεπίσκοπος χαρακτήρισε την παρουσία του Οικουμενικού Πατριάρχη «ιδιαίτερη ευλογία και πηγή πνευματικής χαράς», ενώ τόνισε ότι η επίσκεψή του στην Αθήνα επιβεβαιώνει τους άρρηκτους δεσμούς μεταξύ της Μητρός Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως και της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Παράλληλα, επισήμανε τη σημασία της συχνότερης επικοινωνίας και ανταλλαγής απόψεων για τα μεγάλα ζητήματα που απασχολούν την Εκκλησία και την κοινωνία.
Από την πλευρά του, ο Οικουμενικός Πατριάρχης εξέφρασε τη χαρά του για την παρουσία του στην Ελλάδα και ιδιαίτερα στην Αθήνα, στο πλαίσιο ενός ιδιαίτερα απαιτητικού και πλούσιου προγράμματος.
Σε αναφορά του στη μακρόχρονη σχέση του με τον Αρχιεπίσκοπο, υπογράμμισε ότι «Στα τόσα χρόνια έχουμε χτίσει μια σχέση αλληλοσυμπλήρωσης, στηρίζοντας ο ένας τον άλλον».
Παράλληλα, ανέδειξε τον ρόλο του Οικουμενικού Θρόνου ως σταθερού σημείου αναφοράς και πνευματικής καθοδήγησης, ιδιαίτερα σε μια περίοδο διεθνών προκλήσεων και αβεβαιότητας, ενώ επισήμανε την ανάγκη διαλόγου, συνεργασίας και ελπίδας.
Μάλιστα, ανέφερε ότι αναμένει την έγκριση για την επαναλειτουργία λατρευτικών χώρων στην Καππαδοκία, «εκεί όπου κάποτε άνθησε η ρωμιοσύνη».
Τέλος, εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του για τη θερμή υποδοχή, και υπογράμμισε ότι τέτοιες συναντήσεις ενισχύουν το πνεύμα αδελφοσύνης και τη μαρτυρία της Εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο.
Μετά τη συνάντηση, οι δύο Προκαθήμενοι μετέβησαν στον Δήμο Αθηναίων, όπου πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία του Δήμου η τελετή απονομής της τιμητικής διάκρισης «Προστασία της Περιβαλλοντικής Κληρονομιάς» στον Οικουμενικό Πατριάρχη.
ολες οι ειδησεις
- Μαξίμου σε «λειτουργία μπλακάουτ»: Aνάψτε κάνα φως… ΟΠΕΚΕΠΕ, υποκλοπές… – Δείτε το βίντεο
- Η αλήθεια πίσω από το διαζύγιο της Σίας Κοσιώνη με τον ΣΚΑΪ – Ο Κουφοντίνας και ο Χατζηνικολάου
- Δημοσκόπηση Opinion Poll: Ποιοι «κοιτούν» Τσίπρα, ποιοι Σαμαρά, ποιοι Καρυστιανού και τι λέει το νέο τοπίο για τον Μητσοτάκη
- Ferto ή δώστο; Ο Akylas εξηγεί σε βίντεο τι θέλει πραγματικά
Ακολουθήστε το Newpost.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr

