9 Νοεμβρίου 2025
Δημοσίευση: 08:33'
Τελευταία ενημέρωση: 08:43'

«Με προσβάλλει μέχρι την ψυχή μου»: Η ιστορία πίσω από το ξέσπασμα της Τέιλορ το 1966 – Ο θυελλώδης έρωτας με τον Μπάρτον

Ο έρωτας που γεννήθηκε στα κινηματογραφικά πλατό μεταξύ της Ελίζαμπεθ Τέιλορ και του Ρίτσαρντ Μπάρτον, είχε κάποιες εκρηκτικές στιγμές.

Δημοσίευση: 08:33’
Τελευταία ενημέρωση: 08:43’
epa02649159 A black and white picture dated 10 February 1972 shows US-British actress Elizabeth Taylor (R) with her husband British actor Richard Burton during a cocktail party at Moulin Rouge night club in Budapest, Hungary during the first day of the shooting of their film ‘Bluebeard’. According to media reports on 23 March 2011, Taylor died of congestive heart failure at the age of 79 at Cedars-Sinai Hospital in Los Angeles, USA. EPA/ANDOR TORMAI HUNGARY OUT/BLACK AND WHITE ONLY

Ο έρωτας που γεννήθηκε στα κινηματογραφικά πλατό μεταξύ της Ελίζαμπεθ Τέιλορ και του Ρίτσαρντ Μπάρτον, είχε κάποιες εκρηκτικές στιγμές.

Ο λαμπερός γάμος του Ρίτσαρντ Μπάρτον και της Ελίζαμπεθ Τέιλορ ήταν μια πραγματική σαπουνόπερα που παιζόταν σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο Μπάρτον, που γεννήθηκε πριν από 100 χρόνια αυτόν τον μήνα, κατηγορήθηκε συχνά ότι πνίγηκε στο αλκοόλ και στις κακές επιλογές, σπαταλώντας το φυσικό του ταλέντο. Το 1966, σε μια συνέντευξη του ζευγαριού στο BBC, η Τέιλορ εξοργίστηκε και έσπευσε να υπερασπιστεί τον σύζυγό της.

Στο απόγειο της δόξας τους ως χολιγουντιανό υπερ-ζευγάρι, ο Ρίτσαρντ Μπάρτον και η Ελίζαμπεθ Τέιλορ έκαναν το ασυνήθιστο βήμα να αφήσουν για λίγο το σινεμά και να εμφανιστούν δωρεάν σε μια φοιτητική παράσταση του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, το 1966. Το έργο ήταν ο Δόκτωρ Φάουστους του Κρίστοφερ Μάρλοου, μια τραγωδία για έναν άντρα που πουλά την ψυχή του στον διάβολο. Ο δημοσιογράφος του BBC ρώτησε τον Μπάρτον αν είχε κάνει κάτι παρόμοιο, «πουλώντας» το ταλέντο του ως ο «πιθανώς σπουδαιότερος Βρετανός ηθοποιός του θεάτρου» για τα πλούτη του Χόλιγουντ.

Πριν ο Μπάρτον προλάβει να απαντήσει, η Τέιλορ πετάχτηκε εξαγριωμένη: «Συγγνώμη, Ρίτσαρντ. Αυτό με θυμώνει απίστευτα! Δεν έχει εγκαταλείψει το θέατρο! Αυτά είναι απόλυτες ανοησίες!». Ο Μπάρτον προσπάθησε να τη συγκρατήσει: «Ελίζαμπεθ, ηρέμησε», αλλά εκείνη συνέχισε: «Πέρυσι έπαιξε στο θέατρο εδώ στην Οξφόρδη. Στο Μπρόντγουεϊ, αυτό είναι θέατρο. Πώς μπορείτε να λέτε ότι το έχει εγκαταλείψει;».

EPA/ANDOR TORMAI HUNGARY OUT / BLACK AND WHITE ONLY

Δίπλα τους βρισκόταν ο καθηγητής της Οξφόρδης Νέβιλ Κόγκχιλ, ο οποίος δύο δεκαετίες νωρίτερα είχε ανακαλύψει το ταλέντο του νεαρού Μπάρτον όταν εκείνος σπούδαζε Αγγλική Λογοτεχνία. Ο «ένοχος» δημοσιογράφος ήταν ο κριτικός της Daily Mail Ντέιβιντ Λιούιν, ο οποίος – μάλλον απερίσκεπτα – συνέχισε να επιμένει. Ρώτησε την Τέιλορ αν θύμωσε τόσο επειδή θεωρούσε τον κινηματογράφο «λιγότερο δημιουργικό μέσο». Εκείνη απάντησε: «Θύμωσα γιατί είπατε ακριβώς τη φράση που ήξερα ότι ετοιμαζόσασταν να ξεστομίσετε: “πούλησε τον εαυτό του”. Και αυτό με προσβάλλει μέχρι την ψυχή μου». Ο Μπάρτον όμως φάνηκε ατάραχος: «Δεν με νοιάζει αν νομίζουν ότι “πουλήθηκα” ή όχι», είπε με αδιαφορία.

Αν πάντως «πήρε τα λεφτά και έφυγε», δύσκολα θα τον κατηγορούσε κανείς. Η πορεία του προς τη δόξα ήταν σχεδόν κυριολεκτικά μια ιστορία από τα ορυχεία στη λάμψη. Γεννημένος ως Ρίτσαρντ Γουόλτερ Τζένκινς στο φτωχό μεταλλευτικό χωριό Ποντρίντιφεν της Ουαλίας, στις 10 Νοεμβρίου 1925, ήταν το 12ο από 13 παιδιά. Λίγο πριν από τα δεύτερα γενέθλιά του, η μητέρα του πέθανε, αφήνοντας πίσω της νεογέννητο βρέφος. Με τον πατέρα του, συχνά απών, ο μικρός Ρίτσαρντ μεγάλωσε με τη μεγαλύτερη αδελφή του και τον άντρα της.

Ήταν έξυπνος και παθιασμένος με την υποκριτική. Ο δάσκαλός του, Φίλιπ Μπάρτον, δραματουργός και απογοητευμένος ηθοποιός, έγινε ο μέντοράς του. Στα 17 τον υιοθέτησε νομικά, και έτσι ο Ρίτσαρντ πήρε το επώνυμό του. Ως «Ρίτσαρντ Μπάρτον» πλέον, εξασφάλισε θέση στο φημισμένο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, όπου άρχισε να χτίζεται ο μύθος του: εκρηκτικό ταλέντο, γοητεία, γυναίκες και αλκοόλ. Το 1949 παντρεύτηκε την πρώτη του σύζυγο, τη Σύμπιλ, επίσης Ουαλή ηθοποιό, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά. Την ίδια χρονιά έπαιξε στο The Lady’s Not for Burning, που μεταφέρθηκε στο Μπρόντγουεϊ. Μέχρι το 1951 πρωταγωνιστούσε στο θέατρο του Σαίξπηρ στο Στράτφορντ και αργότερα στο Old Vic του Λονδίνου, αποκτώντας τη φήμη του επόμενου μεγάλου Άμλετ. Το Χόλιγουντ όμως τον καλούσε. Το 1952 έλαβε την πρώτη του υποψηφιότητα για Όσκαρ με το My Cousin Rachel και το 1953 μια ακόμη για το The Robe. Το 1961, όταν του προτάθηκε να παίξει στο Cleopatra, ζούσε ήδη ως φορολογικός εξόριστος στην Ελβετία και είχε εγκαταλείψει για πάντα το λονδρέζικο σανίδι.

EPA/KOEN SUYK

Τέιλορ – Μπάρτον: Το φλογερό ειδύλλιο που δημιούργησε σκάνδαλο

Όλα άλλαξαν όταν γνώρισε την Ελίζαμπεθ Τέιλορ στα γυρίσματα της Κλεοπάτρας —μιας υπερπαραγωγής που λίγο έλειψε να χρεοκοπήσει την 20th Century Fox. Ο Μπάρτον ήταν ακόμη παντρεμένος, ενώ η Τέιλορ βρισκόταν ήδη στον τέταρτο γάμο της με τον τραγουδιστή Έντι Φίσερ.

Η θυελλώδης σχέση τους στα γυρίσματα στη Ρώμη εξελίχθηκε σε διεθνές σκάνδαλο, τόσο μεγάλο που η εφημερίδα του Βατικανού, L’Osservatore Romano, την κατηγόρησε για «ερωτική αλητεία» και την αποκάλεσε «μια άπληστη βαμπ που διαλύει οικογένειες».

Όταν ο Μπάρτον ρωτήθηκε το 1974 αν συμφωνεί πως η καριέρα του χωρίζεται σε «πριν και μετά την Κλεοπάτρα», απάντησε: «Νομίζω πως η ζωή μου άλλαξε από μια γυναίκα που λεγόταν Ελίζαμπεθ Τέιλορ». Παντρεύτηκαν το 1964 και έγιναν το πιο πολυσυζητημένο ζευγάρι του πλανήτη —με υπερβολικά κοσμήματα, ιδιωτικά τζετ και γιοτ.

Κάποιοι θεώρησαν ότι αυτός ο τρόπος ζωής σήμαινε πως ο Μπάρτον είχε σπαταλήσει το ταλέντο του. Ο ίδιος παραδέχτηκε το 1967 ότι εκείνη η περίοδος «δεν ήταν η πιο ενδιαφέρουσα καλλιτεχνικά», αλλά τόνισε πως δεν τον ένοιαζαν οι κριτικές: «Αν ο κόσμος πληρώνει για να με δει στο θέατρο ή στον κινηματογράφο, αυτό είναι δική του ευθύνη, όχι δική μου». Ο Μπάρτον απέρριπτε την ιδέα ότι ο κινηματογράφος είναι «κατώτερη τέχνη». Όπως του είχε μάθει η Τέιλορ, η τέχνη του σινεμά απαιτούσε «οικονομία —φειδώ στη φωνή, στις κινήσεις, στα συναισθήματα».

«Όταν το πρόσωπό σου είναι 12 μέτρα ψηλό στην οθόνη», έλεγε, «πρέπει να προσέχεις πώς εκφράζεις κάθε συναίσθημα. Και η Ελίζαμπεθ είναι, φυσικά, η καλύτερη κινηματογραφική ηθοποιός στον κόσμο». Ο θυελλώδης γάμος τους τον έκανε διάσημο αλλά και διαβόητο. Στα ημερολόγιά του, που εκδόθηκαν το 2012, περιέγραφε την ένταση και την αγάπη τους. Για εκείνη τη συνέντευξη του BBC, έγραψε πως ο Λιούιν ήταν «ανόητος και ντροπιαστικός». Η Τέιλορ όμως «τον κατακεραύνωσε», τόσο στην τηλεόραση όσο και μετά. Δύο χρόνια αργότερα, ο Μπάρτον πανηγύριζε σχεδόν σαδιστικά το γεγονός ότι ο Λιούιν είχε χάσει τη δουλειά του: «Όλοι χάρηκαν με την “εξόντωσή” του από την Ελίζαμπεθ».

Ο ίδιος πάντως είχε πει τότε χαμογελώντας: «Είμαστε άνθρωποι υψηλού ταμπεραμέντου, όπως ίσως καταλάβατε από την Ελίζαμπεθ». Είχαν ομολογήσει ότι δεν άντεχαν να μείνουν χωριστά για πολύ. Ωστόσο, το 1974 ήρθε το διαζύγιο. Δεν άντεξαν ούτε χωριστά —επανασυνδέθηκαν και ξαναπαντρεύτηκαν 18 μήνες μετά. Αλλά μέσα σε τέσσερις μήνες χώρισαν οριστικά. Μέχρι το τέλος του 1976, και οι δύο είχαν ξαναπαντρευτεί άλλους ανθρώπους. Το 1982 χώρισαν και εκείνους. Το ίδιο έτος, ανακοίνωσαν επαγγελματική επανένωση στο Μπρόντγουεϊ με το έργο Private Lives.

Κατά τη διάρκεια της θεατρικής αυτής σεζόν, ο Μπάρτον παντρεύτηκε τη Σάλι Χέι, την τέταρτη σύζυγό του. Η Τέιλορ παντρεύτηκε ξανά το 1991 —για έβδομη φορά— τον εργάτη Λάρι Φόρτενσκι, τον οποίο γνώρισε σε κέντρο αποτοξίνωσης. Χώρισαν το 1996. Η Ελίζαμπεθ Τέιλορ πέθανε το 2012, σε ηλικία 79 ετών. Ο Ρίτσαρντ Μπάρτον είχε ήδη φύγει δεκαετίες νωρίτερα: το βράδυ της 4ης Αυγούστου 1984, πήγε για ύπνο νωρίς, παραπονούμενος για πονοκέφαλο. Δεν ξύπνησε ποτέ ξανά. Ήταν μόλις 58 ετών.

Πηγή: bbc


TOP NEWS

uncached