15 Μαΐου 2026
Δημοσίευση: 12:19'

Ο επίσημος τραγουδιστής των ανακτόρων

O Γιάννης Βογιατζής γεννήθηκε στις 20 Δεκεμβρίου 1934, και μεγάλωσε στο Παγκράτι, ακριβώς απέναντι από το Άλσος.

Δημοσίευση: 12:19’

O Γιάννης Βογιατζής γεννήθηκε στις 20 Δεκεμβρίου 1934, και μεγάλωσε στο Παγκράτι, ακριβώς απέναντι από το Άλσος.

Από το 1958 μέχρι το 1962 ήταν ο επίσημος τραγουδιστής των ανακτόρων και πραγματικά αν ήθελε να ανοίξει το στόμα του και να μιλήσει, θα μας έλεγε απίστευτες ιστορίες από το παλάτι, την Φρειδερίκη και τον γιο της τον πρίγκιπα διάδοχο. Για μια πενταετία τους έζησε από κοντά.

Ο Γιάννης Βογιατζής πέθανε σαν σήμερα 15 Μαΐου το 2023 – και ήταν απ’ αυτούς τους καλλιτέχνες που ξεκίνησε την καριέρα του στο τραγούδι εντελώς τυχαία. Ήταν πιτσιρικάς όταν βρέθηκε σε ένα θέατρο όπου γινόταν διαγωνισμός τραγουδιού και τότε… ή καλύτερα ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή.

Γεννήθηκε στις 20 Δεκεμβρίου 1934, και μεγάλωσε στο Παγκράτι, ακριβώς απέναντι από το Άλσος. Η μητέρα του καταγόταν από την Ίμβρο κι ο πατέρας του από το Αιτωλικό, ο οποίος πέθανε λίγο μετά την κήρυξη του πολέμου το 1941, όταν ο μικρός Γιάννης ήταν μόλις επτά ετών. Έντεκα χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα το 1952 μπήκε το τραγούδι στη ζωή του.

Εκείνη την περίοδο είχε μόλις τελειώσει την τελευταία τάξη του γυμνασίου κι ετοιμαζόταν να δώσει για να μπει στη Σχολή Ευελπίδων προκειμένου να ακολουθήσει το δρόμο του πατέρα του, να γίνει στρατιωτικός. Ήταν καλοκαιράκι και βρέθηκε στο θεατράκι του Άλσους Παγκρατίου, όπου εκείνο το βράδυ ο γνωστός μουσικός της εποχής Ζοζέφ Κορίνθιος διοργάνωνε βραδιά ταλέντων. Ο νικητής θα κέρδιζε ένα ρολόι και θα εμφανιζόταν στο Άλσος όλο το καλοκαίρι. Ο Βογιατζής μέχρι τότε τραγουδούσε μόνο ερασιτεχνικά, αλλά δεν είχε καθόλου τη λαχτάρα να γίνει τραγουδιστής. Κάποια στιγμή ένας φίλος του του είπε: «Αν βγεις να τραγουδήσεις, θα σου δώσω δύο τσιγάρα Pall Mall».

Έγινε φίρμα για 2 τσιγάρα

Ο Γιάννης Βογιατζής δέχτηκε χωρίς να σκεφτεί καν ούτε το ρολόι ούτε την ευκαιρία που του δινόταν να ασχοληθεί με το τραγούδι. Ανέβηκε στη σκηνή για τα δύο τσιγάρα Pall Mall. Όταν τραγούδησε, ο Ζοζέφ Κορίνθιος, οι διοργανωτές, το κοινό… όλοι έμειναν με το στόμα ανοικτό. Έπεσε το θέατρο από τα χειροκροτήματα. Τελικά όπως ήταν φυσικό, κέρδισε το διαγωνισμό και τον κράτησαν για όλο το καλοκαίρι. Έπαιρνε 36 δραχμές κάθε βράδυ, που ήταν μια γερή ανάσα στα οικονομικά του – αν υπολογίσουμε ότι από το Εργοστάσιο Λιπασμάτων στο οποίο δούλευε την ημέρα, έπαιρνε 26 δραχμές. Δεν σταμάτησε βλέπετε την πρωινή του δουλειά, παρά μόνο όταν άρχισαν να τον αναγνωρίζουν και όταν άρχισε να σαρώνει τα βραβεία στα Φεστιβάλ. Τότε αποφάσισε να την παρατήσει.

Τραγούδησε σε όλα τα νυχτερινά κέντρα διασκέδασης της εποχής, συνεργάστηκε με τους μεγαλύτερους συνθέτες, έγινε ο επίσημος τροβαδούρος των ανακτόρων, η μία επιτυχία διαδεχόταν την άλλη…. αναδεικνύοντας τον ως βασιλιά του ελαφρού τραγουδιού. Η συνεργασία του με τον Μίμη Πλέσσα και τα τραγούδια που είπε ντουέτο με την Τζένη Βάνου ήταν το τελικό στάδιο της λαμπερής καριέρας.

Ξαφνικά όμως αντιμετώπισε προβλήματα με τις φωνητικές του χορδές. Λόγω του ότι ήταν άπειρος, δεν είχε πάρει μαθήματα, συν ότι δούλευε πολύ και την κούραζε την φωνή του, απέκτησε πολύποδες και αναγκάστηκε να κάνει επεμβάσεις. Σήμερα οι επεμβάσεις αυτού του τύπου είναι ένα τίποτα, τότε όμως ήταν ρίσκο. Και η φωνή του Γιάννη Βογιατζή δεν επανήλθε σε αυτό που ήταν.

Ο ύμνος του Παναθηναϊκού

Τα τελευταία χρόνια ο Γιάννης Βογιατζής ήταν μόνιμος κάτοικος Κερατέας, ασχολούνταν καθημερινά με το αγρόκτημά του και τα μποστάνια του. Και όταν του έκαναν κάποια πρόταση για να εμφανιστεί το έκανε πολύ επιλεκτικά. Το 2007 παντρεύτηκε τη γυναίκα του με θρησκευτικό γάμο μετά από 28 χρόνια πολιτικού γάμου και μετά από συνολικά 44 χρόνια σχέσης. Παρόντες στον γάμο και οι δύο γιοι τους.

Αν στην κουβέντα τον ρωτούσες ποια θεωρούσε την καλύτερη στιγμή της καριέρας του, απαντούσε.. “Όταν τραγούδησα τον ύμνο του Παναθηναϊκού”. Σε μια συνέντευξη του είχε πει:

«Το 1962 παρακολουθούσαμε έναν αγώνα του Παναθηναϊκού με τον Γιώργο Μουζάκη και τον Γιώργο Oικονομίδη. O πρώτος είχε γράψει τη μουσική του ύμνου και ο δεύτερος τους στίχους. Κάποια στιγμή γυρνάει ο Μουζάκης και μου λέει: «Βρε Γιάννη, θα μας πεις τον ύμνο;» Δέχτηκα. O ύμνος βέβαια είχε ήδη τραγουδηθεί τη δεκαετία του 1950 από τον Λέο Λέανδρο, τον πατέρα της Βίκυς, ωστόσο, έμελλε να ακουστεί πιο πολύ με τη δική μου φωνή»


TOP NEWS

uncached