10 Ιανουαρίου 2026
Δημοσίευση: 10:04'

Ο «Ψηλός» και ο «Κοντός»: Το θρυλικό δίδυμο που τάραξε τις Ελληνικές τράπεζες στη δεκαετία του ’90

Η ιστορία ξεκινά το χειμώνα του 1993, όταν η Αθήνα βιώνει μια πρωτοφανή έκρηξη ληστειών σε τράπεζες. Τ

Επιμέλεια: Δημήτρης Καΐμάς
Δημοσίευση: 10:04’
Επιμέλεια: Δημήτρης Καΐμάς

Η ιστορία ξεκινά το χειμώνα του 1993, όταν η Αθήνα βιώνει μια πρωτοφανή έκρηξη ληστειών σε τράπεζες. Τ

Δεκαπέντε ένοπλες ληστείες σε δεκατέσσερις μήνες, λεία 73 εκατομμύρια δραχμές και μια επικήρυξη-ρεκόρ των 30 εκατομμυρίων έκαναν το δίδυμο των ληστών σύμβολο μιας εποχής που οι τράπεζες ήταν εύκολος στόχος και το έγκλημα απέκτησε ανεπιθύμητη λάμψη.

Η ιστορία ξεκινά το χειμώνα του 1993, όταν η Αθήνα βιώνει μια πρωτοφανή έκρηξη ληστειών σε τράπεζες. Τα πρωτόγονα μέτρα ασφαλείας, η έλλειψη πορτών εγκλωβισμού και τα μόλις εγκατεστημένα κλειστά κυκλώματα καμερών δημιουργούν το ιδανικό περιβάλλον για όσους τολμούν να πάρουν το νόμο στα χέρια τους. Ανάμεσά τους, ένα αταίριαστο εμφανισιακά δίδυμο γράφει τη δική του ιστορία, γίνεται σύνθημα στα γήπεδα του Παναθηναϊκού, τραγούδι και σκετσάκι στην εκπομπή του Ζουγανέλη.

Το αχτύπητο δίδυμο: Προφίλ των δραστών

Ο Φλώρος-Θεόδωρος Βασιλακάκης, 46 ετών, ύψους 1,60 μέτρων, είναι ο «Κοντός». Οικογενειάρχης με δύο παιδιά, γυμνασμένος και ευκίνητος, είχε στο παρελθόν δική του επιχείρηση κατασκευής και πώλησης επίπλων που όμως χρεοκόπησε. Τα υπέρογκα χρέη στην εφορία και οι απειλές από τοκογλύφους τον οδήγησαν, όπως ο ίδιος θα ισχυριστεί αργότερα, στον κόσμο του εγκλήματος.

Ο συνεργός του, Μάριος Χατζής, είναι μόλις 24 ετών, ύψους 1,80 μέτρων. Άνεργος, με άτσαλο βάδισμα, είναι το νούμερο δύο του δίδυμου, αυτός που θα ακολουθήσει τον εγκέφαλο της σπείρας στις τολμηρές επιδρομές. Η αντίθεση στο ύψος τους είναι τόσο έντονη που οι μαρτυρίες υπαλλήλων και πελατών δεν αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας: «Ένας ψηλός κι ένας κοντός ήταν», λένε όλοι.​ 

Η σειρά των χτυπημάτων: Χρονικό των ληστειών

Η πρώτη τους ληστεία σημειώνεται την παραμονή των Χριστουγέννων του 1993, στις 24 Δεκεμβρίου, στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο της οδού Πατησίων 316. Με την απειλή όπλου, ο Κοντός απειλεί τον διευθυντή και το δίδυμο αποκομίζει 4.391.000 δραχμές. Είναι η πρώτη επιτυχία που θα ανοίξει την όρεξη και για τις επόμενες.

Τον Ιανουάριο του 1994 χτυπούν το υποκατάστημα της Εθνικής Στεγαστικής Τράπεζας και αρπάζουν 2.000.000 δραχμές. Λίγο αργότερα, τον Φεβρουάριο-Μάρτιο, στροφή στο Παλαιό Φάληρο: η Ιονική Τράπεζα τους χαρίζει 5.400.000 δραχμές.

Από το Δεκέμβριο του 1993 μέχρι τον Φεβρουάριο του 1995, το δίδυμο ολοκληρώνει 15 ένοπλες ληστείες σε υποκαταστήματα τραπεζών της Αττικής. Η συνολική λεία φτάνει τα 73 έως 75 εκατομμύρια δραχμές (περίπου 214.000-220.000 ευρώ), ποσό αστρονομικό για την εποχή.

Το σχέδιο της επίθεσης: Modus Operandi

Η προετοιμασία είναι σχεδόν τελετουργική. Ο Κοντός επιλέγει τον στόχο και την προηγούμενη ημέρα τα δύο μέλη του δίδυμου κλέβουν δύο μηχανάκια – τα μελλοντικά οχήματα διαφυγής τους. Φορούν πάντα γυαλιά ηλίου και τζόκεϊ, ενώ στα χέρια τους κρατούν από ένα πιστόλι 45άρι.

Η εκτέλεση ακολουθεί αμετάβλητο σενάριο: πρώτος εισβάλλει ο Ψηλός, που λόγω ύψους δημιουργεί μεγαλύτερη εντύπωση. Κατευθύνεται στον διευθυντή και τον σημαδεύει απειλητικά. Πίσω του ακολουθεί ο Κοντός, που με κοφτές εντολές κατευθύνεται απευθείας στον ταμεία. Η χαρακτηριστική φράση του που θα μείνει στις μαρτυρίες: «Let’s go, ρε. Άντε quickly». Διαφεύγουν με τα κλεμμένα μηχανάκια, τα οποία παρατούν αμέσως μετά, πολύ πριν οι αστυνομικοί τα εντοπίσουν.

Τα χρήματα και οι επιλογές

Τι έκαναν με τη λεία τους; Ο Κοντός χρησιμοποιεί 7 εκατομμύρια δραχμές για να εξοφλήσει χρέη στην εφορία και να ηρεμήσει τους τοκογλύφους που τον πνίγουν. Το υπόλοιπο το «σπαταλά» στη νυχτερινή ζωή και στον ιππόδρομο, όπου η τύχη δεν του χαμογελά πάντα.

Ο Ψηλός είναι πιο συντηρητικός. Αγοράζει μια μονοκατοικία στον Ταύρο για 8.500.000 δραχμές, πληρώνοντας μετρητά και εντυπωσιάζοντας τον ιδιοκτήτη. Νοικιάζει ισόγειο κατάστημα για να το μετατρέψει σε μαγαζί με ηλεκτρονικά παιχνίδια, ενώ κάθε εβδομάδα δίνει 30.000 δραχμές στους διαζευγμένους γονείς του. Κάποια χρήματα τα καταθέτει – παράδοξα – σε τράπεζες.

Η επικήρυξη και το καρφί

Η Ένωση Ελληνικών Τραπεζών, απελπισμένη από την αδυναμία της Αστυνομίας να τους συλλάβει, λαμβάνει πρωτοφανή απόφαση: επικηρύσσει το δίδυμο με 30 εκατομμύρια δραχμές. Είναι η πρώτη φορά στην ιστορία της Ελλάδας που δίνεται αμοιβή για τη σύλληψη ληστών. Το κίνητρο αυτό θα αποδειχθεί καθοριστικό.

Τον Φεβρουάριο του 1995, έναν μήνα μετά την τελευταία τους ληστεία στην Ιονική Τράπεζα της Λεωφόρου Συγγρού, κάποιος από το περιβάλλον τους δίνει πολύτιμες πληροφορίες στις αρχές. Με τη βοήθεια των καμερών ασφαλείας, οι αστυνομικοί εντοπίζουν πρώτα τον Κοντό και τον συλλαμβάνουν. Στο σπίτι του βρίσκουν 7 εκατομμύρια δραχμές. Αρχικά αρνείται τα πάντα, αλλά γρήγορα «σπάει» και προδίδει τον συνεργό του. Ο Ψηλός συλλαμβάνεται αμέσως μετά.

Στο εδώλιο: Η δίκη και οι απολογίες

Στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων της Αθήνας, η ατμόσφαιρα είναι βαριά. Ο «κοντός», με αίσθημα ευθύνης ή ίσως ενοχής, αναλαμβάνει όλες τις ευθύνες και προσπαθεί να «καλύψει» τον νεαρό συνεργό του:

«Δρούσαμε κατά τέτοιον τρόπο ώστε να μην κάνουμε κακό σε κανέναν άνθρωπο. Γι’ αυτό διάλεξα συνεργάτη μου τον Χατζή, που αγαπούσε τον άνθρωπο. Άλλωστε, όταν του πρότεινα να συνεργαστούμε είχε ενδοιασμούς. Εγώ φέρω τη μεγαλύτερη ευθύνη».

Ο Ψηλός, από την πλευρά του, επικαλείται ψυχολογικά προβλήματα: «Η πρώτη τράπεζα που ληστέψαμε ήταν μικρή. Μου φάνηκε εύκολο. Εγώ ήθελα τότε να σταματήσουμε. Αλλά ο Βασιλακάκης μού έλεγε ότι αφού ήταν εύκολο να συνεχίσουμε για να μαζέψουμε και άλλα χρήματα, να κάνουμε δική μας δουλειά και να γίνουμε πλούσιοι».

Το δικαστήριο δεν τους αναγνωρίζει κανένα ελαφρυντικό. Η απόφαση είναι αυστηρή: 24 χρόνια κάθειρξη ο καθένας και 200.000 δραχμές χρηματική ποινή. Στο Εφετείο, το 1998, η ποινή μειώνεται ελάχιστα σε 23 χρόνια κάθειρξη, αλλά και πάλι χωρίς ελαφρυντικά.

Η επιστροφή του κοντού

Τον Αύγουστο του 2003 ο «κοντός» αποφυλακίζεται. Ανοίγει κατάστημα με μικροέπιπλα στον Πειραιά και φαίνεται να προσπαθεί να ξεκινήσει μια νέα, νόμιμη ζωή. Όμως δύο χρόνια αργότερα, στις 19 Ιουλίου 2005, ο πειρασμός αποδεικνύεται ανυπέρβλητος.

Ο Βασιλακάκης εισβάλλει στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στην Πλατεία Ελευθερωτών στο Χαλάνδρι, φορώντας κράνος και κρατώντας πιστόλι. Αρπάζει 14.000 ευρώ. Αυτή τη φορά όμως στέκεται άτυχος – και ερασιτέχνης. Χρησιμοποιεί το δικό του αυτοκίνητο για τη διαφυγή, κάτι που κανένας έμπειρος ληστής δεν θα έκανε. Οι υπάλληλοι τον ακολουθούν διακριτικά, παίρνουν τον αριθμό κυκλοφορίας και ειδοποιούν την Αστυνομία. Η σύλληψή του είναι θέμα λεπτών.

Ο ψηλός, αντίθετα, δεν φαίνεται να έχει απασχολήσει ξανά τις αρχές μέχρι σήμερα.

Ο «Ψηλός» και ο «Κοντός» δεν ήταν απλά εγκληματίες. Έγιναν σύμβολα μιας εποχής, ονόματα που μπήκαν στον λαϊκό πολιτισμό. Η δημοφιλία τους ξεπέρασε το αστυνομικό ρεπορτάζ: έγιναν σκετσάκι στην εκπομπή του Ζουγανέλη, τραγούδι του Γιώργου Δημητριάδη, ακόμα και σύνθημα στα γήπεδα του Παναθηναϊκού. Το αταίριαστο δίδυμο, με το χιούμορ που εκπέμπει η αντίθεσή του, αποκτά μύθο.


TOP NEWS

uncached