10 Αυγούστου 2025
Δημοσίευση: 12:46'
Τελευταία ενημέρωση: 13:03'

Πολιτικό αδιέξοδο και οι κινήσεις Μητσοτάκη που θα κρίνουν την τρίτη θητεία

Το «επιτελικό κράτος» του Κυριάκου Μητσοτάκη που πλασαρίστηκε ως η εγγύηση αποτελεσματικότητας, απέτυχε πολιτικά.

Δημοσίευση: 12:46’
Τελευταία ενημέρωση: 13:03’
(ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ/EUROKINISSI)

Το «επιτελικό κράτος» του Κυριάκου Μητσοτάκη που πλασαρίστηκε ως η εγγύηση αποτελεσματικότητας, απέτυχε πολιτικά.

Η δεύτερη κυβερνητική θητεία είναι πάντα ναρκοπέδιο. Από τη μεταπολίτευση και μετά, καμία κυβέρνηση δεν κατάφερε να το περάσει αλώβητη για να φτάσει σε τρίτη συνεχόμενη εκλογική νίκη. Η φθορά είναι αναπόφευκτη, τα εσωτερικά αδιέξοδα βαθαίνουν και η κοινωνία κουράζεται.

Σήμερα, η κυβέρνηση Μητσοτάκη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα εκρηκτικό μείγμα:

  • Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, που ξεγυμνώνει μηχανισμούς και ροκανίζει το ηθικό πλεονέκτημα.
  • Η ακρίβεια, που στραγγαλίζει τα νοικοκυριά.
  • Η εγκληματικότητα, που ενισχύει το αίσθημα ανασφάλειας.
  • Το κυκλοφοριακό και οι διαλυμένες συγκοινωνίες, που καταρρακώνουν την καθημερινότητα.
  • Η κατάρρευση των νοσοκομείων, με ράντζα στους διαδρόμους, εφημερίες-εφιάλτες και γιατρούς που εγκαταλείπουν το ΕΣΥ.

Και μέσα σε όλα, ο Άκης Σκέρτσος – ο άνθρωπος των “μπλε φακέλων” για την παρακολούθηση του κυβερνητικού έργου – παραμένει ακλόνητος. Αυτοί οι φάκελοι, αντί για εργαλείο αποτελεσματικότητας, άφησαν τουλάχιστον δύο βαθιές πολιτικές πληγές: την τραγωδία των Τεμπών και το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Δύο υποθέσεις που ανάγκασαν τον ίδιο τον Πρωθυπουργό να παραδεχτεί δημόσια: “Αποτύχαμε”. Και μόνο για τη διαχείρισή τους, ο κ. Σκέρτσος θα έπρεπε να έχει απομακρυνθεί προ πολλού.

Η φθορά είναι εμφανής. Το “επιτελικό κράτος” που πλασαρίστηκε ως η εγγύηση αποτελεσματικότητας, απέτυχε πολιτικά. Όχι μόνο γιατί έβαλε τον ίδιο τον Πρωθυπουργό στο κάδρο των ευθυνών, αλλά και γιατί άφησε στο απυρόβλητο τους βασικούς αρχιτέκτονες της αποτυχίας – Σκέρτσο και Γεραπετρίτη αλλά και τους Υπουργούς που είχαν την ευθύνη στους δικούς τους τομείς.

Το αφήγημα του “επιτελικού κράτους” κατέρρευσε. Η υπερσυγκέντρωση εξουσίας στο Μαξίμου δεν έφερε ενιαία πολιτική φωνή, αλλά πολλαπλά κέντρα που δρουν παράλληλα, συχνά αντικρουόμενα. Η διακυβέρνηση μιας χώρας δεν είναι λογιστικό φύλλο – είναι πολιτική πράξη και πολιτική διαχείριση κρίσεων.

Η κυβέρνηση, παρότι “δεν αρέσει” πλέον – όπως έλεγε κάποτε η Μελίνα Μερκούρη στον Ανδρέα Παπανδρέου – εξακολουθεί να διασώζεται από την ανυπαρξία δομημένης αντιπολίτευσης και ηγετικής φυσιογνωμίας απέναντι στον Μητσοτάκη. Ωστόσο, η στρατηγική “μοιράζω λεφτά” δεν μπορεί να είναι η λύση. Η ριζική αλλαγή του τρόπου διακυβέρνησης είναι μονόδρομος.

Στην εποχή του Κώστα Σημίτη, η προσπάθεια διάσωσης μέσω παροχών δεν είχε αποτέλεσμα και αναγκάστηκε στην παράδοση του “δαχτυλιδιού” στον Γιώργο Παπανδρέου που απλώς μετρίασε το μέγεθός της ήττας. Σήμερα, η εικόνα είναι διαφορετική: η Νέα Δημοκρατία έχει υπερδιπλάσιο ποσοστό από την αξιωματική αντιπολίτευση και ο Κυριάκος Μητσοτάκης προηγείται άνετα στην καταλληλότητα για πρωθυπουργός, κυρίως λόγω της ανυπαρξίας μιας οργανωμένης, πειστικής αντιπολίτευσης.

Το σενάριο ενός νέου κόμματος από τον Αλέξη Τσίπρα δύσκολα μπορεί να μετατραπεί σε κυβερνητική πρόταση. Ο πρώην πρωθυπουργός αποχώρησε αφήνοντας τον ΣΥΡΙΖΑ στο 17% και δεν έπεισε ποτέ ότι διαθέτει εναλλακτική λύση εξουσίας και θα επιστρέψει σήμερα με απλώς, ένα διψήφιο ποσοστό;

Ο Αλέξης Τσίπρας δεν μπορεί να εμφανιστεί σήμερα ως εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης, γιατί η ίδια η πολιτική του διαδρομή μετά το 2019 τον αποδυναμώνει. Δεν είναι μόνο ότι αποχώρησε αφήνοντας τον ΣΥΡΙΖΑ καθηλωμένο στο 17%· είναι ότι η αποχώρηση αυτή δεν συνοδεύτηκε από καμία αυτοκριτική και καμία ουσιαστική πρόταση για το μέλλον. Οι παρασκηνιακές του κινήσεις, μεθοδικά σχεδιασμένες, λειτούργησαν ως θρυαλλίδα διάλυσης του κόμματος που ο ίδιος “ίδρυσε” και οδήγησε στην εξουσία. Η – με κάθε πολιτικό και ηθικό μέτρο – αντιδημοκρατική απομάκρυνση του Στέφανου Κασσελάκη, που εξελέγη από τη βάση, αποτέλεσε κορύφωση μιας εσωκομματικής εκκαθάρισης με μοναδικό στόχο την πλήρη επαναφορά του παλιού συστήματος ισορροπιών υπό τον δικό του έλεγχο.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ιδέα ενός νέου κόμματος μοιάζει με προσωπική πολιτική άσκηση και όχι με σχέδιο διακυβέρνησης. Χωρίς πειστικό πρόγραμμα, χωρίς πρόσωπα που να εμπνέουν και με ένα πολιτικό παρελθόν που θυμίζει σε πολλούς αυταρχικές πρακτικές και κλειστά παρασκήνια, ο Τσίπρας δεν μπορεί να υπερβεί τα όρια ενός διψήφιου ποσοστού. Η εικόνα του πολιτικού που επιστρέφει, έχοντας πρώτα υπονομεύσει το ίδιο του το κόμμα, δεν πείθει τους πολίτες ότι μπορεί να ενώσει και να κυβερνήσει – και αυτό, όσο κι αν προσπαθήσει να το καλύψει με επικοινωνία, στήριξη ισχυρών συμφερόντων και ημερίδες του ιδρύματος του, θα παραμένει το ανυπέρβλητο εμπόδιο στην πορεία του.

Η κυβέρνηση σήμερα δεν “αρέσει”, αλλά στέκεται χάρη στην ανυπαρξία οργανωμένης, πειστικής αντιπολίτευσης. Αυτό όμως δεν μπορεί να αποτελεί στρατηγική επιβίωσης. Δεν μπορεί να πορεύεται άλλο με όπλο την αδυναμία των αντιπάλων. Αν θέλει να αποφύγει τον εκλογικό κατήφορο, ο Πρωθυπουργός οφείλει να προκαλέσει πολιτικό σοκ:

  • Να ξηλώσει και να ανασυντάξει το Μαξίμου.
  • Να προχωρήσει σε βαθύ, ριζοσπαστικό ανασχηματισμό.
  • Να αλλάξει πορεία σε φορολογία, Υγεία, Ασφάλεια και Κοινωνική Πολιτική.

Αν δεν το πράξει, η αλλαγή ηγεσίας εν κινήσει θα πάψει να είναι σενάριο και θα γίνει αναγκαστική επιλογή. Και τότε, η συζήτηση δεν θα αφορά τη διαχείριση μιας ήττας, αλλά την πιθανότητα – έστω και παράδοξα – μιας τρίτης κυβερνητικής θητείας για τη Νέα Δημοκρατία…


TOP NEWS

uncached