13 Φεβρουαρίου 2017
Δημοσίευση: 16:11'
Τελευταία ενημέρωση: 03:51'

Σε στρατηγική αμηχανία η κυβέρνηση – Εξαιρετικά δύσκολη η πολιτική διαχείριση των μέτρων

«Η στάση των δανειστών θυμίζει τη συμπεριφορά της Αντάντ στην ηττημένη Γερμανία» 

Δημοσίευση: 16:11’
Τελευταία ενημέρωση: 03:51’

«Η στάση των δανειστών θυμίζει τη συμπεριφορά της Αντάντ στην ηττημένη Γερμανία» 

Το τελεσίγραφο των δανειστών για προληπτική ψήφιση νέων μέτρων φέρνει τον Αλέξη Τσίπρα ενώπιον ενός διλήμματος του οποίου και οι δύο επιλογές είναι εξαιρετικά δύσκολες. Η κυβέρνηση είτε αποδέχεται τα μέτρα του ΔΝΤ και διαρρηγνύει σχέσεις πολιτικής εκπροσώπησης με λαϊκά στρώματα, είτε αρνείται το τελεσίγραφο των δανειστών, με αποτέλεσμα να τιναχτεί στον αέρα η συμμετοχή της Ελλάδας στο Πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης, πάνω στην οποία έχει δομηθεί o κυβερνητικός σχεδιασμός. Η στρατηγική αμηχανία της κυβέρνησης εκφράστηκε και στη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής το Σαββατοκύριακο, τα μέλη της οποίας εμφανίστηκαν πιο «μουδιασμένα» από κάθε άλλη φορά.

Παράλογες οι απαιτήσεις των δανειστών

Η κυβέρνηση χαρακτηρίζει παράλογες τις απαιτήσεις των δανειστών. Κυβερνητικά στελέχη δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό με τέσσερα βασικά επιχειρήματα:

  • Οι δανειστές ζητάνε μέτρα που δεν περιλαμβάνονται στη μνημονιακή συμφωνία του 2015.
  • Τα μέτρα απορρέουν από εκτιμήσεις του ΔΝΤ οι οποίες όμως ανατρέπονται από τις πραγματικές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας. Η έκθεση της Κομισιόν ήρθε σήμερα να επιβεβαιώσει τους κυβερνητικούς ισχυρισμούς, αφού οι υπολογισμοί της σχεδόν συμπίπτουν με τους αντίστοιχους της κυβέρνησης.
  • Ζητούνται νέα σκληρά μέτρα λιτότητας χωρίς να λαμβάνεται υπ’ όψη η, κατά γενική ομολογία, πρωτοφανής δημοσιονομική προσαρμογή που έχει πετύχει η Ελλάδα από το 2010.
  • Τα μέτρα που απαιτούν οι δανειστές (όπως η μείωση του αφορολόγητου και των συντάξεων) στρέφονται εναντίον των πιο αδύναμων οικονομικά.

Αν και δεν ομολογείται ούτε από τους Ευρωπαίους ούτε από τους Έλληνες αξιωματούχους, η Ελλάδα αντιμετωπίζεται ως ευρωπαϊκή χώρα δεύτερης κατηγορίας. Η βασική δικαιολογία που προτάσσεται για την επιβολή των νέων μέτρων είναι ότι πρέπει να παραμείνει το ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα διότι σε περίπτωσης αποχώρησής του θα υπάρξει πολιτικό κόστος για τις κυβερνήσεις της Γερμανίας και της Ολλανδίας. Για το ανθρώπινο κόστος που θα καταβάλει η ελληνική κοινωνία, επιδεικνύεται όμως αδιαφορία. Διακεκριμένος Ευρωπαίος οικονομολόγος είπε στο newpost ότι η συμπεριφορά των δανειστών έναντι της Ελλάδας «θυμίζει τη στάση των συμμάχων της Αντάντ απέναντι στην ηττημένη Γερμανία μετά τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο.»

Η πολιτική διαχείριση των μέτρων

Στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ παραδέχονταν στο περιθώριο της συνεδρίασης της Κεντρικής Επιτροπής, ότι «η πολιτική διαχείριση των μέτρων του ΔΝΤ είναι εξαιρετικά δύσκολη, αν όχι αδύνατη.» Πέραν του ότι μια ελληνική κυβέρνηση καλείται για πολλοστή φορά τα τελευταία χρόνια να επιμηκύνει το σπιράλ της λιτότητας, τα νέα μέτρα στρέφονται ενάντια στα πολιτικά ακροατήρια του ΣΥΡΙΖΑ.

Το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα κέρδισε τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015 υποσχόμενο ότι θα προστατέψει τους αδυνάτους από τα βάρη του τρίτου Μνημονίου –η περίφημη «ταξική μεροληψία του κ. Τσακαλώτου». Όμως τα νέα μέτρα κινούνται στην αντίθετη κατεύθυνση. Είναι χαρακτηριστική η αποστροφή από τη συνέντευξη του Δημήτρη Τζανακόπουλου στο newpost: «Η μείωση του αφορολόγητου αντίθετα στρέφεται κατά δικαίων και αδίκων και δεν μπορεί να επιλύσει ένα πραγματικό πρόβλημα που αφορά κυρίως τις φορολογικές διαδικασίες και τον φοροελεγκτικό μηχανισμό.»

Στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ εκφράζουν ανοιχτά το φόβο ότι ο νέος κύκλος μέτρων μπορεί να αποκόψει οριστικά το κυβερνών κόμμα από τα λαϊκά στρώματα.

Ο χρόνος τρέχει σε βάρος της κυβέρνησης

Εξαιρετικά δύσκολη όμως δεν είναι μόνο η αποδοχή των μέτρων, αλλά και η απόρριψή τους. Ο κυβερνητικός σχεδιασμός έχει οικοδομηθεί γύρω από τη συμμετοχή της Ελλάδας στο Πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης (QE) του Μάριο Ντράγκι. Το QE δεν θα σημάνει μόνο τη σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος και την παροχή περίπου 700 εκατομμυρίων φτηνού χρήματος στην πραγματική οικονομία. Αυτό που το οικονομικό επιτελείο της εκτιμά ως πιο σημαντικό, είναι ότι η συμμετοχή στο QE θεωρείται αναγκαία προϋπόθεση για την έξοδο της Ελλάδας στις χρηματαγορές το καλοκαίρι του 2018, καθώς και για την προσέλκυση μεγάλων επενδύσεων από το εξωτερικό. Χωρίς το QE δεν γίνεται να επιτευχθούν οι μνημονιακοί στόχοι για το πλεόνασμα και την ανάπτυξη.

Αν η αξιολόγηση καθυστερήσει, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζαστη συνεδρίασή της στις 9 Μαρτίου δεν θα εντάξει την Ελλάδα στην ποσοτική χαλάρωση. Σύμφωνα με παράγοντα των χρηματαγορών, σε μια τέτοια περίπτωση «μπαίνουμε ξανά στη φάση της αβεβαιότητας. Η έξοδος στις αγορές γίνεται πολύ πιο δύσκολη κι ερχόμαστε πιο κοντά στο 4ο Μνημόνιο.» Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Γιάννης Στουρνάρας ο οποίος μιλώντας στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής, υπογράμμισε ότι «δεν υπάρχει ορθολογική επιλογή μεταξύ ολοκλήρωσης της αξιολόγησης τώρα ή αργότερα». Αργότερα ίσως θα είναι πολύ αργά.»

Από τη στιγμή που το σενάριο της ρήξης έχει αποκλειστεί (ο Πάνος Σκουρλέτης σε συνέντευξή του στην Εφημερίδα των Συντακτών τη χαρακτηρίζει «λάθος, αφελή και επιζήμια για τη χώρα»), ο φόβος των κυβερνητικών στελεχών είναι ότι η καθυστέρηση της συμφωνίας μπορεί να οδηγηθεί στην αποδοχή των μέτρων, αλλά αφού θα έχει χαθεί το QE.

Μουδιασμένη Κεντρική Επιτροπή

Η στρατηγική αμηχανία του ΣΥΡΙΖΑ εκφράστηκε στη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής το περασμένο Σαββατοκύριακο. Στα μέλη του οργάνου ήταν εμφανές το πολιτικό «μούδιασμα». Οι ρητορικές «κορώνες» ήταν λιγοστές, ενώ ο προβληματισμός περίσσευε.

Πέρα από τη σαφή διαφοροποίηση του Νίκου Φίλη, δεν πέρασε απαρατήρητο ότι δεν πήραν το λόγο κορυφαία στελέχη όπως ο Νίκος Βούτσης και ο Πάνος Σκουρλέτης. Ενδεικτική της πολιτικής πίεσης που ασκείται στα κυβερνητικά επιτελεία ήταν η τοποθέτηση του Ευκλείδη Τσακαλώτου. Ο υπουργός Οικονομικών, μεταξύ άλλων, είπε ότι «η διαπραγματευτική ομάδα δεν έχει λάβει λευκή επιταγή και πάντοτε το πλαίσιο της διαπραγμάτευσης απορρέει από συλλογικές αποφάσεις.»

Όλα δείχνουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται σε ένα σημείο καμπής. Όμως τα περιθώρια ελιγμών του Αλέξη Τσίπρα, τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό, είναι εξαιρετικά περιορισμένα.


TOP NEWS

uncached