Το κάστρο του Στουρνάρα και οι δραχμικές σκιές – Ο Καραμανλής μιλά, το Μαξίμου ακούει και ο Σαμαράς περιμένει – Το κόμμα του Τσίπρα ξαναχτυπά: Μετά τους φόρους στους πολλούς, σειρά έχουν οι πισίνες και τα κότερα
Ο Καραμανλής μιλά, το Μαξίμου ακούει και ο Σαμαράς περιμένει
Ο Καραμανλής μιλά, το Μαξίμου ακούει και ο Σαμαράς περιμένει
Στο δώμα της Τράπεζας της Ελλάδος, με την Ακρόπολη απέναντι και την ιστορία από κάτω, ο Γιάννης Στουρνάρας δεν σήκωσε απλώς ποτήρι για την τρίτη του θητεία και το δεύτερο εγγόνι. Σήκωσε και το βάρος μιας περιόδου που κάποιοι θα ήθελαν να ξεχαστεί, αλλά η οικονομική μνήμη είναι πιο πεισματάρα από την πολιτική προπαγάνδα.
Η πρώτη του θητεία, λέει, ήταν «η δύσκολη». Και πώς να μην ήταν, όταν το 2015 η χώρα έπαιζε κορώνα-γράμματα την παραμονή της στο ευρώ, ενώ κάποιοι ανακάλυπταν στην πράξη τι σημαίνει κεντρική τράπεζα, legal tender, παράλληλο νόμισμα και capital controls. Με απλά λόγια, έκαναν σεμινάριο οικονομικής πραγματικότητας πάνω στο κορμί της χώρας.
Ο Στουρνάρας δεν είπε πολλά για την επιστροφή Τσίπρα. Δεν χρειαζόταν. Μερικές φορές η σιωπή ενός κεντρικού τραπεζίτη είναι πιο εύγλωττη από δέκα πολιτικές αναλύσεις. Αρκέστηκε να θυμίσει ότι οι θυσίες των προηγούμενων ετών δεν πρέπει να πεταχτούν στα σκουπίδια από νέες «ταρζανιές». Κι αυτό από μόνο του είναι πολιτικό μήνυμα, έστω κι αν δεν φορούσε κομματική γραβάτα.
Το ενδιαφέρον είναι ότι ο ίδιος δηλώνει πως το κάστρο του είναι η Τράπεζα της Ελλάδος. Όχι το Μαξίμου, όχι κάποια υπηρεσιακή καρέκλα, όχι κάποιο σενάριο τύπου Παπαδήμου. Το κάστρο του είναι εκεί όπου το 2015 δόθηκε μια μάχη που λίγοι είδαν και πολλοί παρίσταναν ότι δεν κατάλαβαν.
Και κάπως έτσι, ανάμεσα σε ευχές για εγγόνια, τρίτες θητείες και θέα στην Ακρόπολη, ακούστηκε ξανά το πραγματικό διακύβευμα: σταθερότητα, μεταρρυθμίσεις, δημοσιονομική σοβαρότητα. Τα βαρετά, δηλαδή. Αυτά που δεν κάνουν ωραία συνθήματα, αλλά κρατούν μια χώρα όρθια.
Γιατί στην Ελλάδα έχουμε μάθει να θαυμάζουμε τους πολιτικούς ακροβάτες. Μόνο που συνήθως, όταν αυτοί πέφτουν από το σχοινί, τον λογαριασμό δεν τον πληρώνουν οι ίδιοι. Τον πληρώνει η χώρα.
Ο Καραμανλής μιλά, το Μαξίμου ακούει και ο Σαμαράς περιμένει
Υπάρχει μια παλιά πολιτική αλήθεια στη Νέα Δημοκρατία. Όταν ο Κώστας Καραμανλής μιλάει, ακόμη και χωρίς να κατονομάζει κανέναν, όλοι ψάχνουν να βρουν ποιον εννοεί. Και όταν δεν μιλάει, η σιωπή του αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία.
Οι τελευταίες παρεμβάσεις του πρώην πρωθυπουργού έχουν προκαλέσει μεγαλύτερη κινητικότητα στο εσωτερικό της γαλάζιας παράταξης απ’ όση παραδέχονται δημόσια τα στελέχη της. Δεν υπάρχουν φωνές, δεν υπάρχουν καταγγελίες, δεν υπάρχουν προσωπικές επιθέσεις. Υπάρχει όμως κάτι ίσως πιο επικίνδυνο πολιτικά: η σταθερή υπενθύμιση ότι υπάρχει και μια άλλη Νέα Δημοκρατία. Μια Νέα Δημοκρατία που δίνει μεγαλύτερη έμφαση στα εθνικά θέματα, στην κοινωνική συνοχή, στους θεσμούς και στην παραδοσιακή κομματική βάση.
Το πρόβλημα για το Μαξίμου δεν είναι ότι ο Καραμανλής οργανώνει εσωκομματικό μέτωπο. Δεν το κάνει. Το πρόβλημα είναι ότι κάθε δημόσια τοποθέτησή του λειτουργεί ως πολιτικός μαγνήτης για ένα ακροατήριο που αισθάνεται ολοένα και πιο μακριά από τη σημερινή ηγετική ομάδα.
Και κάπου εδώ εμφανίζεται η μεγάλη μεταβλητή της εξίσωσης: ο Αντώνης Σαμαράς. Στο κυβερνητικό στρατόπεδο γνωρίζουν ότι μια ενδεχόμενη πολιτική κίνηση του Μεσσήνιου δεν θα κριθεί μόνο από το ποσοστό που μπορεί να καταγράψει. Θα κριθεί κυρίως από το τι θα κάνει ο Καραμανλής. Ή ακόμη περισσότερο από το τι δεν θα κάνει.
Γιατί αν ο πρώην πρωθυπουργός επιλέξει την ουδετερότητα, αρκετοί θα τη διαβάσουν ως ανοχή. Αν επιλέξει τη σιωπή, κάποιοι θα τη μεταφράσουν ως μήνυμα. Και αν επιλέξει να συνεχίσει να κρατά αποστάσεις από τις επιλογές του Μαξίμου, τότε η συζήτηση για τη συσπείρωση της παραδοσιακής γαλάζιας βάσης θα γίνει ακόμη πιο δύσκολη.
Δεν είναι τυχαίο ότι το τελευταίο διάστημα πληθαίνουν οι εισηγήσεις για μια προσπάθεια επαναπροσέγγισης. Ούτε είναι τυχαίο ότι η κυβέρνηση επενδύει πολιτικά στη Βόρεια Ελλάδα, εκεί όπου το καραμανλικό αποτύπωμα παραμένει ισχυρό και όπου οι πιέσεις από τα δεξιά γίνονται όλο και πιο αισθητές.
Η αλήθεια είναι ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν έχει απέναντί του έναν εσωκομματικό αντίπαλο. Έχει απέναντί του μια πολιτική παρακαταθήκη που εξακολουθεί να επηρεάζει χιλιάδες ψηφοφόρους της παράταξης.
Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα. Διότι οι εκλογές κερδίζονται με συσπείρωση. Και η συσπείρωση δεν χτίζεται μόνο με υπουργούς, δημοσκοπήσεις και επικοινωνιακές καμπάνιες. Χτίζεται και με σύμβολα.
Ο Κώστας Καραμανλής παραμένει ένα από τα ισχυρότερα σύμβολα της Νέας Δημοκρατίας. Και όσο οι αποστάσεις παραμένουν, τόσο το Μαξίμου θα συνεχίζει να παρακολουθεί κάθε του λέξη. Αλλά ακόμη περισσότερο κάθε του παύση.
Τρεις πρώην πρωθυπουργοί και ένας πονοκέφαλος στο Μαξίμου
Στην Πειραιώς μιλούν για ενότητα. Στο παρασκήνιο όμως μετρούν συσχετισμούς, τηλέφωνα που δεν απαντώνται, παλιές σχέσεις που πάγωσαν και πρώην πρωθυπουργούς που εξακολουθούν να επηρεάζουν τις εσωκομματικές ισορροπίες περισσότερο από αρκετούς εν ενεργεία υπουργούς.
Το μεγαλύτερο άγχος δεν κρύβεται πλέον. Ονομάζεται Αντώνης Σαμαράς.
Οι γέφυρες με τον πρώην πρωθυπουργό μοιάζουν καμένες. Πρόσωπα που για χρόνια ανήκαν στον στενό του κύκλο παραδέχονται ότι οι δίαυλοι επικοινωνίας έχουν ουσιαστικά διακοπεί. Και όταν άνθρωποι που συμμετείχαν στον πυρήνα της σαμαρικής περιόδου αρχίζουν να μιλούν δημόσια για τον κίνδυνο δημιουργίας νέου κόμματος, τότε στην πραγματικότητα περιγράφουν μια ανησυχία που ήδη κυκλοφορεί στα ανώτερα κλιμάκια της Νέας Δημοκρατίας.
Το πρόβλημα για το Μαξίμου δεν είναι μόνο εκλογικό. Είναι βαθύτερα πολιτικό. Ένα ενδεχόμενο κόμμα Σαμαρά δεν θα διεκδικήσει απλώς ποσοστά. Θα διεκδικήσει κομμάτι της ψυχής της παραδοσιακής Νέας Δημοκρατίας.
Γι’ αυτό και το δεύτερο μέτωπο αφορά τον Κώστα Καραμανλή.
Εκεί η προσέγγιση γίνεται σχεδόν χειρουργικά. Με απόλυτη προσοχή, χωρίς διαρροές, χωρίς δημόσιες κινήσεις. Όχι επειδή υπάρχει βεβαιότητα επιτυχίας, αλλά ακριβώς επειδή υπάρχει φόβος αποτυχίας. Στην κυβέρνηση γνωρίζουν ότι μια αρνητική απάντηση ή ακόμη χειρότερα μια δημόσια απόσταση του Καραμανλή θα δημιουργούσε περισσότερα προβλήματα απ’ όσα θα έλυνε.
Και κάπως έτσι ο πρώην πρωθυπουργός μετατρέπεται ξανά σε κεντρικό παράγοντα του πολιτικού παιχνιδιού χωρίς να κάνει απολύτως τίποτα. Μόνο με την παρουσία του. Ή με τη σιωπή του.
Στον αντίποδα βρίσκεται ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης. Ίσως ο μόνος πρώην πρόεδρος της παράταξης με τον οποίο η σημερινή ηγεσία μπορεί να συνομιλεί χωρίς δεύτερες σκέψεις και χωρίς πολιτικές παγίδες. Οι κινήσεις επαναπροσέγγισης δεν είναι τυχαίες. Η Πειραιώς αναζητεί πρόσωπα που λειτουργούν ενωτικά σε μια περίοδο που οι φυγόκεντρες τάσεις πολλαπλασιάζονται.
Το παράδοξο είναι ότι η Νέα Δημοκρατία εμφανίζεται δημοσκοπικά πρώτη και πολιτικά κυρίαρχη, αλλά ταυτόχρονα συζητά περισσότερο για τους πρώην παρά για τους νυν.
Ο Σαμαράς απασχολεί επειδή μπορεί να κινηθεί. Ο Καραμανλής επειδή δεν κινείται. Και ο Μεϊμαράκης επειδή μπορεί να βοηθήσει να κρατηθούν οι ισορροπίες.
Κάποτε έλεγαν ότι τα μεγάλα προβλήματα μιας παράταξης ξεκινούν όταν αποκτά πολλούς αρχηγούς. Στη Νέα Δημοκρατία το πρόβλημα είναι διαφορετικό. Οι πρώην εξακολουθούν να έχουν τόσο πολιτικό βάρος, ώστε κάθε τους κίνηση, κάθε τους λέξη και κάθε τους σιωπή να προκαλεί περισσότερη συζήτηση από πολλές κυβερνητικές πρωτοβουλίες.
Και αυτό εξηγεί γιατί πίσω από τα χαμόγελα της «πανστρατιάς», στην Πειραιώς κοιτάζουν συνεχώς προς τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις. Γιατί γνωρίζουν ότι οι επόμενες εκλογές δεν θα κριθούν μόνο από τους αντιπάλους της ΝΔ. Μπορεί να κριθούν και από τις σκιές του ίδιου της του παρελθόντος.
Κότερα, πισίνες και επαναστατικός ΕΝΦΙΑ
Κάθε φορά που το νέο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα πάει να πείσει ότι εκπροσωπεί το μέλλον, κάποιο στέλεχός του καταφέρνει να μας στείλει κατευθείαν πίσω στη δεκαετία των μνημονίων και της φορολογικής φαντασίας.
Αυτή τη φορά η συζήτηση δεν αφορά τους πλούσιους. Αφορά τους… υπερπλούσιους. Και πώς τους αναγνωρίζεις; Πολύ απλό. Αν έχεις πισίνα, είσαι ύποπτος. Αν έχεις κότερο, είσαι πολύ ύποπτος. Αν το κότερο πηγαίνει και γρήγορα, τότε είσαι σχεδόν εχθρός του λαού.
Μετά τον Χάρη Αθανασιάδη, που υπολόγισε ότι η φορολόγηση της υπερπολυτελούς διαβίωσης θα φέρει 600 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο στα κρατικά ταμεία, ήρθε και η Μαριζέτα Αντωνοπούλου να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Μια πισίνα είναι υπερπλούτος. Τα κότερα που πηγαίνουν γρήγορα είναι υπερπλούτος. Αναμένουμε τώρα την επιστημονική επιτροπή του κόμματος να μας εξηγήσει ποια ακριβώς ταχύτητα θεωρείται κοινωνικά αποδεκτή για ένα σκάφος. Μέχρι τους 15 κόμβους είσαι προοδευτικός, από τους 20 και πάνω σε περιμένει η εφορία;
Το πρόβλημα δεν είναι η συζήτηση για τη φορολόγηση του πλούτου. Αυτή γίνεται σε όλο τον κόσμο. Το πρόβλημα είναι ότι στο νέο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα μοιάζουν να πιστεύουν ότι η οικονομική πολιτική είναι ένα παιχνίδι όπου κάθε μέρα βάζεις στο στόχαστρο και ένα καινούργιο αντικείμενο. Χθες τα μερίσματα, σήμερα οι πισίνες, αύριο τα τζακούζι, μεθαύριο οι ξαπλώστρες με θέα στο ηλιοβασίλεμα.
Η ειρωνεία είναι ότι όλα αυτά τα λένε άνθρωποι που πολιτικά προέρχονται από έναν χώρο που κυβέρνησε τη χώρα και φόρτωσε τη μεσαία τάξη με φόρους κάθε είδους. Τώρα επιστρέφουν με το ίδιο εγχειρίδιο, απλώς με πιο σύγχρονα παραδείγματα.
Και κάπου εδώ γεννιέται ένα αθώο ερώτημα. Αν φορολογηθούν τα γρήγορα κότερα, τι θα γίνει με τα πούρα στα καταστρώματα; Θα υπάρχει ειδικός φόρος καπνού για πρώην πρωθυπουργούς; Ή εκεί θα ισχύσει κάποια κοινωνικά ευαίσθητη εξαίρεση;
Γιατί στο τέλος της ημέρας, όταν ένα κόμμα συζητά περισσότερο για πισίνες και κότερα παρά για επενδύσεις, μισθούς και ανάπτυξη, κινδυνεύει να δώσει την εντύπωση ότι δεν ψάχνει τρόπο να μεγαλώσει την οικονομική πίτα. Ψάχνει απλώς ποιος κάθεται στις ακριβές ξαπλώστρες γύρω της.
ολες οι ειδησεις
- ΣΥΡΙΖΑ: Η μάχη της πολιτικής επιβίωσης μετά την εκλογή Δούρου – Αυτόνομη πορεία απέναντι στον Τσίπρα – Τα στοιχήματα, οι κόκκινες γραμμές και ο κίνδυνος της… εξαφάνισης
- Παραδόθηκε μόνος του 66χρονος για τον βιασμό της συντρόφου του
- Νέες δυνατότητες για το MyStreet
- Οι έξι αποφάσεις που καθορίζουν το μέλλον μιας επιχείρησης
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr