28 Ιανουαρίου 2026
Δημοσίευση: 09:31'

Τραμπ: Η σκιά του πλανάται πάνω από τη συμφωνία εμπορίου Ινδίας–ΕΕ

Οι δασμοί του Τραμπ μπορεί να επιτάχυναν τη συμφωνία που υπογράφηκε στο Νέο Δελχί, αλλά δεν είναι ο μόνος λόγος που αυτή επετεύχθη.

Δημοσίευση: 09:31’
EPA/HARISH TYAGI

Οι δασμοί του Τραμπ μπορεί να επιτάχυναν τη συμφωνία που υπογράφηκε στο Νέο Δελχί, αλλά δεν είναι ο μόνος λόγος που αυτή επετεύχθη.

Η εμπορική συμφωνία μεταξύ της Ινδίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης αφορά τόσο τη γεωπολιτική όσο και τις διαηπειρωτικές επιχειρηματικές σχέσεις. Η ΕΕ είναι ήδη ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Ινδίας, με το εμπόριο αγαθών να φτάνει τα 142,3 δισ. δολάρια (104,07 δισ. λίρες) το 2024, ποσό που αντιστοιχεί στο 11,5% του συνολικού εμπορίου της χώρας της Νότιας Ασίας. Η Ινδία είναι ο ένατος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της ΕΕ. Πρόκειται για εντυπωσιακά μεγέθη που αντικατοπτρίζουν ισχυρές σχέσεις. Κι όμως, οι εμπορικές διαπραγματεύσεις είχαν κολλήσει για δύο δεκαετίες.

Αυτό εγείρει το ερώτημα: τι άλλαξε τώρα; Η απάντηση βρίσκεται στο ταχέως μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό τοπίο και στην απρόβλεπτη στάση της αμερικανικής κυβέρνησης υπό τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. Ο ηγέτης των ΗΠΑ έχει χρησιμοποιήσει τους δασμούς ως διαπραγματευτικό όπλο σε ορισμένες συνομιλίες, αλλά συχνά τους αξιοποιεί για να τιμωρεί χώρες – ακόμη και εταίρους – που δεν ευθυγραμμίζονται με την κοσμοθεωρία του.

Οι ΗΠΑ έχουν επιβάλει δασμούς 50% σε ινδικά προϊόντα, στους οποίους περιλαμβάνεται και ποινή 25% λόγω της άρνησης του Νέου Δελχί να σταματήσει να αγοράζει πετρέλαιο από τη Ρωσία. Ορισμένες χώρες της ΕΕ αντιμετώπισαν πρόσφατα νέες απειλές για δασμούς από τον Τραμπ, καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος ενοχλήθηκε από την άρνησή τους να αποδεχθούν την προτεινόμενη εξαγορά της Γροιλανδίας. Αργότερα απέσυρε την απειλή, όμως ειδικοί λένε ότι αυτό αναστάτωσε την ΕΕ.

Η ΕΕ και η Ινδία δεν είναι οι μόνες που προσπαθούν να μειώσουν την εξάρτησή τους από τις ΗΠΑ. Η συμφωνία ελεύθερου εμπορίου στο Νέο Δελχί επιτεύχθηκε εν μέσω ενός κύματος χωρών που συνάπτουν συμφωνίες και εξομαλύνουν σχέσεις, προσπαθώντας να προσαρμοστούν στην παγκόσμια απρόβλεπτη κατάσταση. Το σύμφωνο ΕΕ–Ινδίας – η έβδομη εμπορική συμφωνία που ολοκλήρωσε πρόσφατα η Ινδία – έρχεται μετά τη συμφωνία των Βρυξελλών με το νοτιοαμερικανικό εμπορικό μπλοκ Mercosur νωρίτερα αυτόν τον μήνα, έπειτα από 25 χρόνια διαπραγματεύσεων. Ειδικοί λένε ότι και εδώ ο παράγοντας Τραμπ συνέβαλε στην επιτάχυνση, αν και η συμφωνία αντιμετωπίζει πλέον νομικές προκλήσεις στην Ευρώπη.

Ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ – που προειδοποίησε την περασμένη εβδομάδα για «ρήγμα» στη μεταπολεμική διεθνή τάξη – μόλις επέστρεψε από επίσκεψη στην Κίνα, όπου επανακαθόρισε τις σχέσεις, ενισχύοντας το εμπόριο και προκαλώντας την οργή του Τραμπ και νέες απειλές για δασμούς 100%. Ο Κάρνεϊ αναμένεται επίσης να ταξιδέψει σύντομα στην Ινδία, με το εμπόριο ψηλά στην ατζέντα. Ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ κατευθύνεται αυτή την εβδομάδα στο Πεκίνο, συνοδευόμενος από δεκάδες Βρετανούς επιχειρηματίες, μετά από χρόνια τεταμένων σχέσεων με την Κίνα.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η συμφωνία εμπορίου Ινδίας–ΕΕ, η οποία ακόμη χρειάζεται επικύρωση, αποκτά αυξημένη γεωπολιτική σημασία, καθώς πετυχαίνει περισσότερα από απλά εμπορικά αποτελέσματα – τόσο για τις Βρυξέλλες όσο και για το Νέο Δελχί. Στέλνει ένα μήνυμα στον Τραμπ ότι οι παγκόσμιες δυνάμεις έχουν αρχίσει να αναζητούν τρόπους συνεργασίας για να προστατευτούν από την κυβέρνησή του.

«Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι ο παράγοντας Τραμπ έδωσε πολύ ισχυρή ώθηση στη συμφωνία, επειδή τόσο η Ινδία όσο και η ΕΕ αντιμετωπίζουν αιφνιδιαστικούς δασμούς από τις ΗΠΑ, τους οποίους δεν περίμεναν ποτέ», δήλωσε ο Μάικλ Κούγκελμαν, ανώτερος ερευνητής για τη Νότια Ασία στο Atlantic Council. Πρόσθεσε ότι ο Τραμπ είναι βασικός λόγος για τον οποίο η ΕΕ και η Ινδία κατάφεραν να ξεπεράσουν τις περισσότερες διαφορές τους και να αφήσουν άλυτα ζητήματα για μελλοντικές διαπραγματεύσεις.

Ο Ινδός πρωθυπουργός Ναρέντρα Μόντι και η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν χαρακτήρισαν τη συμφωνία της Τρίτης «τη μητέρα όλων των συμφωνιών». «Πρόκειται για την ιστορία δύο γιγάντων – της δεύτερης και της τέταρτης μεγαλύτερης οικονομίας στον κόσμο – δύο γιγάντων που επιλέγουν τη συνεργασία σε ένα πραγματικό σχήμα αμοιβαίου οφέλους, στέλνοντας ένα ισχυρό μήνυμα ότι η συνεργασία είναι η καλύτερη απάντηση στις παγκόσμιες προκλήσεις», δήλωσε η φον ντερ Λάιεν, στεκόμενη δίπλα στον Μόντι μετά την ανταλλαγή των συμφωνιών.

«Συνδυάζοντας αυτές τις δυνάμεις, μειώνουμε τις στρατηγικές εξαρτήσεις σε μια εποχή όπου το εμπόριο γίνεται όλο και περισσότερο όπλο… Δεν κάνουμε μόνο τις οικονομίες μας ισχυρότερες – προσφέρουμε και ασφάλεια στους πολίτες μας σε έναν ολοένα και πιο ανασφαλή κόσμο». Ο Μόντι δήλωσε ότι η παγκόσμια τάξη βρίσκεται σε «μεγάλη αναταραχή» και ότι η εμπορική συμφωνία θα ενισχύσει τις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες. «Αυτό σημαίνει ότι δεν πρόκειται απλώς για μια εμπορική συμφωνία. Είναι ένα νέο σχέδιο για κοινή ευημερία», είπε.

Οι δύο ηγέτες μπορεί να μην είχαν σκοπό να ενοχλήσουν την κυβέρνηση Τραμπ, όμως φαίνεται πως ακριβώς αυτό έκαναν. Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ δήλωσε στο ABC News την Κυριακή ότι η ΕΕ «χρηματοδοτεί τον πόλεμο εναντίον του εαυτού της» υπογράφοντας εμπορική συμφωνία με το Νέο Δελχί. Αναφερόταν στις αγορές ρωσικού αργού πετρελαίου από την Ινδία, τις οποίες Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν συχνά χαρακτηρίσει ως έμμεση χρηματοδότηση του πολέμου της Μόσχας στην Ουκρανία. Η Ινδία το έχει διαψεύσει κατηγορηματικά, υποστηρίζοντας ότι οι αγορές ρωσικού πετρελαίου εξασφαλίζουν την ενεργειακή κάλυψη εκατομμυρίων πολιτών της.

Οι δοκιμασμένες στο χρόνο σχέσεις Νέου Δελχί–Μόσχας είναι επίσης ο λόγος που η Ινδία ήταν απρόθυμη να διακόψει απότομα τις επιχειρηματικές σχέσεις με τη Ρωσία. Παραδοσιακά βασίζεται στη Μόσχα για στρατιωτικό εξοπλισμό, όμως η σημερινή συμφωνία θα τη βοηθήσει να ενισχύσει τους ήδη ισχυρούς αμυντικούς δεσμούς με τη Γαλλία, καθώς επιδιώκει να διαφοροποιήσει τις εισαγωγές αμυντικού υλικού και από άλλα ευρωπαϊκά κράτη.

Η συμφωνία με την Ινδία δίνει επίσης στην ΕΕ πρόσβαση σε μια ακόμη τεράστια αγορά και μπορεί να τη βοηθήσει να μειώσει την εξάρτησή της από την Κίνα στο μέλλον. «Η Ινδία θα δει αυτή τη συνεργασία ως έναν τρόπο να αντιμετωπίσει την κυριαρχία της Κίνας στο παγκόσμιο εμπόριο, κάτι που αρχικά σκόπευε να κάνει με τις ΗΠΑ. Όμως τώρα το πλαίσιο είναι διαφορετικό. Η ΕΕ, αντίστοιχα, βλέπει την Ινδία ως έναν χρήσιμο εταίρο στις δικές της προσπάθειες να περιορίσει την Κίνα», πρόσθεσε ο Κούγκελμαν.

Ωστόσο, αξίζει να θυμόμαστε ότι πίσω από τους εντυπωσιακούς τίτλους, υπάρχει ακόμη πολλή δουλειά να γίνει τόσο για την Ινδία όσο και για την ΕΕ. Αν και οι διαπραγματεύσεις έχουν ολοκληρωθεί, η επίσημη υπογραφή της συμφωνίας θα χρειαστεί πολύ χρόνο. Νομικοί εμπειρογνώμονες και από τις δύο πλευρές θα χρειαστούν μήνες για να οριστικοποιήσουν το κείμενο και στη συνέχεια θα πρέπει να επικυρωθεί από τα κράτη-μέλη και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο – μια διαδικασία που, όπως λένε οι ειδικοί, δεν θα είναι καθόλου εύκολη, όπως δείχνει και το παράδειγμα της συμφωνίας Mercosur.

Ο Μαρκ Λίνσκοτ, ανώτερος σύμβουλος εμπορίου στη Στρατηγική Εταιρική Σχέση ΗΠΑ–Ινδίας, έγραψε στο LinkedIn ότι εξακολουθούν να υπάρχουν ζητήματα προς επίλυση, όπως η πνευματική ιδιοκτησία, η γεωργία και οι εκπομπές άνθρακα. Παρόλα αυτά, επιχειρηματικές ενώσεις στην Ευρώπη και ινδικές βιομηχανίες που έχουν πληγεί σοβαρά από τους αμερικανικούς δασμούς έχουν υποδεχθεί θετικά τη συμφωνία, καθώς αυξάνει την πρόσβαση στις αγορές και προς τις δύο κατευθύνσεις.

Ο Φρέντρικ Πέρσον, πρόεδρος της BusinessEurope, που εκπροσωπεί επιχειρηματικούς φορείς σε όλη την ΕΕ, δήλωσε ότι πρόκειται για ένα σημαντικό «πρώτο βήμα». Πρόσθεσε όμως: «Η εφαρμογή θα είναι το κλειδί για την απελευθέρωση του πλήρους δυναμικού της συμφωνίας». Οι δασμοί του Τραμπ μπορεί να επιτάχυναν τη συμφωνία που υπογράφηκε στο Νέο Δελχί, αλλά δεν είναι ο μόνος λόγος που αυτή επετεύχθη. Τόσο η ΕΕ όσο και η Ινδία επανεκκίνησαν σοβαρές διαπραγματεύσεις το 2022, με στόχο την όσο το δυνατόν ταχύτερη επίτευξη συμφωνίας.

Η συμφωνία με την ΕΕ ενισχύει επίσης το ανανεωμένο ενδιαφέρον της Ινδίας για την υπογραφή περισσότερων συμφωνιών ελεύθερου εμπορίου (FTA) με χώρες και μπλοκ και για το άνοιγμα της τεράστιας, παραδοσιακά προστατευμένης αγοράς της. Η ΕΕ είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Ινδίας – οπότε δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι το μέγεθος της συμφωνίας είναι πολύ μεγαλύτερο από άλλες FTAs, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης με το Ηνωμένο Βασίλειο.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Ινδία δεν θα θελήσει να εγκαταλείψει τις εμπορικές διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση Τραμπ, καθώς οι ΗΠΑ παραμένουν μια ζωτικής σημασίας και ιδιαίτερα σημαντική αγορά για τη χώρα. Ούτε η ΕΕ θα ήθελε να δυσαρεστήσει την Ουάσινγκτον. Όμως, αν αυτή η συμφωνία βοηθήσει και τις δύο πλευρές να αποκτήσουν μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ σε μελλοντικές συνομιλίες με τον Τραμπ, θα την αποδεχθούν με ευχαρίστηση. Το πώς θα αντιδράσει ο Τραμπ σε αυτό, είναι αδύνατο να προβλεφθεί.


TOP NEWS

uncached