30 Ιανουαρίου 2025
Δημοσίευση: 12:09'
Τελευταία ενημέρωση: 15:09'

Τίρανα: Τελευταίο αντίο στον μακαριστό Αναστάσιο – Μητσοτάκης: «Η τόλμη και η ελπίδα είναι η πυξίδα που οδηγούσε τον Αναστάσιο»

Ο Αναστάσιος θα ταφεί σε ειδική κρύπτη στον χώρο του καθεδρικού ναού Αναστάσεως του Χριστού στα Τίρανα, όπως ήταν και η επιθυμία του.

Δημοσίευση: 12:09’
Τελευταία ενημέρωση: 15:09’

Ο Αναστάσιος θα ταφεί σε ειδική κρύπτη στον χώρο του καθεδρικού ναού Αναστάσεως του Χριστού στα Τίρανα, όπως ήταν και η επιθυμία του.

Στην τελευταία του κατοικία οδηγείται το μεσημέρι ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος θα οδηγηθεί στην τελευταία του κατοικία, ενώ χιλιάδες ήταν οι πιστοί που απέτισαν φόρο τιμής στον μακαριστό ιεράρχη.

Πολιτικοί, προσωπικότητες, καθώς και κληρικοί θρησκευτικών κοινοτήτων φτάνουν στον Καθεδρικό Ναό της Αναστάσεως του Κυρίου στα Τίρανα. Ο Αναστάσιος θα ταφεί σε ειδική κρύπτη στον χώρο του καθεδρικού ναού Αναστάσεως του Χριστού στα Τίρανα, όπως ήταν και η επιθυμία του.

 

Στις 12 το μεσημέρι έφτασε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, ενώ Έλληνες πολιτικοί έχουν ταξιδέψει στην Αλβανία για να πουν το τελευταίο «αντίο» στον Αρχιεπίσκοπο Αναστάσιο. Ανάμεσά τους είναι ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Νίκος Ανδρουλάκης και ο πρώην υπουργός της Νέας Δημοκρατίας και πρώην επίτροπος Μετανάστευσης στην ΕΕ, Δημήτρης Αβραμόπουλος. Επίσης, αντιπροσωπεία του ΣΥΡΙΖΑ έφτασε στα Τίρανα για να αποτίσει φόρο τιμής στον Αρχιεπίσκοπο Αναστάσιο.

Κατά την εξόδιο ακολουθία θα μιλήσουν κατά σειρά ο Οικουμενικός Πατριάρχης, ο τοποτηρητής της Αρχιεπισκοπής Αλβανίας Μητροπολίτης Κορυτσάς Ιωάννης, ο συντονιστής του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών Επίσκοπος Heinrich Bedform-Strohm, ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Κυριάκος Μητσοτάκης και ο πρωθυπουργός της Αλβανίας Έντι Ράμα.

Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης για Αναστάσιο:

«Τολμούμε να ελπίζουμε». Στις τρεις αυτές λέξεις του συνοψίζεται, νομίζω, η ζωή και η δράση του ιεράρχη που αποχαιρετούμε σήμερα. Γιατί ακριβώς η τόλμη και η ελπίδα ήταν οι δύο πυξίδες που πάντα οδηγούσαν τον Αναστάσιο σε αυτή τη θαυμαστή διαδρομή του.

Μια διαδρομή σταθερά δίπλα στον άνθρωπο και στα δικαιώματά του, πότε ως ταπεινός ιεραπόστολος στην Αφρική των πεινασμένων παιδιών, πότε ως αθόρυβος συμπαραστάτης των φοιτητών στην Ελλάδα της δικτατορίας, και βέβαια, ως μέγας αναστηλωτής και επίμονος πρωτεργάτης της Ορθοδοξίας στην Αλβανία.

Σε αυτό το μεγαλείο μιας ξεχωριστής προσωπικότητας υποκλινόμαστε, γιατί ο Αρχιεπίσκοπος Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας ήταν ταυτόχρονα ένας διανοούμενος της πίστης, αλλά και ένας απλός υπηρέτης του πλησίον του. Με άλλα λόγια, ένα φωτεινό παράδειγμα σοφίας, αλλά και δράσης.

Η εκδημία του δημιουργεί ένα δυσαναπλήρωτο κενό, όχι μόνο στον τόπο του και στην ομογένειά μας, όχι μόνο σε όλα τα μέρη όπου χτυπά η καρδιά του Ελληνισμού, για τον οποίον υπήρξε επί δεκαετίες ένας αληθινός φάρος. Φάρος αγάπης και προσφοράς, ευγένειας και απλότητας, πειθούς και αποτελεσματικότητας. Φάρος της Ορθοδοξίας και της ορθόδοξης χριστιανικής βιωτής πίστης.

Οι περισσότεροι εδώ γνωρίζουν, βέβαια, καλά τι πέτυχε ο Αναστάσιος, από την πρώτη ώρα που έφτασε στην Αλβανία, το μακρινό 1991, σε μια ερημωμένη χώρα, ύστερα από το πέρασμα ενός αυταρχικού καθεστώτος, με τους χριστιανούς κυνηγημένους και τους ομογενείς μας στο περιθώριο.

Κι όμως, αντλώντας δύναμη από τη βαθιά πίστη του, θεμελίωσε την Ορθόδοξη Αυτοκέφαλη Εκκλησία, ίδρυσε 400 και πλέον ενορίες, έχτισε και ανοικοδόμησε εκατοντάδες ναούς, χειροτονώντας 145 νέους κληρικούς, ενώ παράλληλα ίδρυσε δεκάδες εκπαιδευτικά, υγειονομικά και φιλανθρωπικά ιδρύματα. Ένα μικρό, ίσως ένα μεγάλο θαύμα μέσα στα ερείπια.

«Μαζεύουμε τις πέτρες που μας πετούν όσοι πολεμούν το έργο μας», συνήθιζε να λέει, πάντα με το χαμόγελο στο πρόσωπό του, «και με αυτές χτίζουμε εκκλησίες και σχολεία». Το έλεγε και το εννοούσε.

Δεν είναι τυχαίο ότι σήμερα τον θρηνούν Έλληνες και Αλβανοί, αλλά παντού όπου υπάρχει άνθρωπος, ανεξάρτητα από θρησκεία, ανεξάρτητα από εθνική καταγωγή. Πάντα ο Αρχιεπίσκοπος υπήρξε πράγματι μια γέφυρα φιλίας ανάμεσα στους δύο λαούς μας και ένας κρίκος επικοινωνίας ανάμεσα στα δύο κράτη μας.

Θα μπορούσε, λοιπόν, δίκαια να αποκληθεί και «ο διπλωμάτης της αγάπης», σε μία αποστολή, μάλιστα, την οποία ο ίδιος υπηρέτησε με μέτρο και επίγνωση, όμως ταυτόχρονα και με έναν ανυποχώρητο δυναμισμό.

Είμαι από τους τυχερούς που γνώρισα και συνεργάστηκα στενά επί χρόνια με τον ιεράρχη μας και δεν θα κρύψω πως θεωρώ αυτή την εμπειρία όχι μόνο κατάθεση πολιτική αλλά και έναν πλούτο προσωπικό, καθώς ήταν «άγιος και σοφός», όπως τον είχε αποκαλέσει ο πατέρας μου.

Ένα πρόσωπο που σε κατακτούσε με τις γνώσεις του και ένας χαρακτήρας που χωρίς να το ομολογεί, χωρίς καν να προσπαθεί ιδιαίτερα, σε καλούσε με το ύφος του να γίνεις καλύτερος.

Εκεί, άλλωστε, συναντιόντουσαν και οι ρόλοι μας. Στη δυνατότητα, δηλαδή, να κατανοεί κανείς τα προβλήματα των πολλών, ιδίως των πιο αδύναμων, και παρά τις δυσκολίες να μάχεται για να βρουν τη λύση τους.

Για τις Ελληνίδες και τους Έλληνες και τους Ορθόδοξους στην Αλβανία και απανταχού της Γης, ο Αναστάσιος υπήρξε πηγή υπερηφάνειας, υπήρξε ακούραστος και ταπεινός υπηρέτης, προσφέροντας ελπίδα και πνευματική καθοδήγηση στο ελληνορθόδοξο ποίμνιο απανταχού της Γης.

Μέσα από τη θεολογική του σοφία αλλά και την ταπεινοφροσύνη του απέδειξε ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία μπορεί να είναι μια ζωντανή κοινότητα αγάπης και κοινωνικής μέριμνας που ενώνει τους λαούς. Γι’ αυτό και όλοι μας τώρα νιώθουμε μία βαθιά θλίψη δίπλα στο δέος αλλά και τη βαριά κληρονομιά που αφήνει.

Διότι ως ποιμένας έχτισε εκκλησίες, ενώ ως ταγός οικοδόμησε γέφυρες συνεργασίας μεταξύ λαών και θρησκειών. Έδειξε έτσι πως μπορεί να είσαι ταυτόχρονα και αυθεντικά Έλληνας, αλλά και αληθινά οικουμενικός.

Είθε το παράδειγμά του να συνεχίσει να μας εμπνέει και το έργο του να βρει ισάξιους συνεχιστές.

Τον αποχαιρετώ με το δικό του κάλεσμα με το οποίο και ξεκίνησα: «Τολμάμε να ελπίζουμε».

«Τολμούμε να ελπίζουμε». Στις τρεις αυτές λέξεις του συνοψίζεται, νομίζω, η ζωή και η δράση του ιεράρχη που αποχαιρετούμε σήμερα. Γιατί ακριβώς η τόλμη και η ελπίδα ήταν οι δύο πυξίδες που πάντα οδηγούσαν τον Αναστάσιο σε αυτή τη θαυμαστή διαδρομή του.

Μια διαδρομή σταθερά δίπλα στον άνθρωπο και στα δικαιώματά του, πότε ως ταπεινός ιεραπόστολος στην Αφρική των πεινασμένων παιδιών, πότε ως αθόρυβος συμπαραστάτης των φοιτητών στην Ελλάδα της δικτατορίας, και βέβαια, ως μέγας αναστηλωτής και επίμονος πρωτεργάτης της Ορθοδοξίας στην Αλβανία.

Σε αυτό το μεγαλείο μιας ξεχωριστής προσωπικότητας υποκλινόμαστε, γιατί ο Αρχιεπίσκοπος Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας ήταν ταυτόχρονα ένας διανοούμενος της πίστης, αλλά και ένας απλός υπηρέτης του πλησίον του. Με άλλα λόγια, ένα φωτεινό παράδειγμα σοφίας, αλλά και δράσης.

Η εκδημία του δημιουργεί ένα δυσαναπλήρωτο κενό, όχι μόνο στον τόπο του και στην ομογένειά μας, όχι μόνο σε όλα τα μέρη όπου χτυπά η καρδιά του Ελληνισμού, για τον οποίον υπήρξε επί δεκαετίες ένας αληθινός φάρος. Φάρος αγάπης και προσφοράς, ευγένειας και απλότητας, πειθούς και αποτελεσματικότητας. Φάρος της Ορθοδοξίας και της ορθόδοξης χριστιανικής βιωτής πίστης.

Οι περισσότεροι εδώ γνωρίζουν, βέβαια, καλά τι πέτυχε ο Αναστάσιος, από την πρώτη ώρα που έφτασε στην Αλβανία, το μακρινό 1991, σε μια ερημωμένη χώρα, ύστερα από το πέρασμα ενός αυταρχικού καθεστώτος, με τους χριστιανούς κυνηγημένους και τους ομογενείς μας στο περιθώριο.

Κι όμως, αντλώντας δύναμη από τη βαθιά πίστη του, θεμελίωσε την Ορθόδοξη Αυτοκέφαλη Εκκλησία, ίδρυσε 400 και πλέον ενορίες, έχτισε και ανοικοδόμησε εκατοντάδες ναούς, χειροτονώντας 145 νέους κληρικούς, ενώ παράλληλα ίδρυσε δεκάδες εκπαιδευτικά, υγειονομικά και φιλανθρωπικά ιδρύματα. Ένα μικρό, ίσως ένα μεγάλο θαύμα μέσα στα ερείπια.

«Μαζεύουμε τις πέτρες που μας πετούν όσοι πολεμούν το έργο μας», συνήθιζε να λέει, πάντα με το χαμόγελο στο πρόσωπό του, «και με αυτές χτίζουμε εκκλησίες και σχολεία». Το έλεγε και το εννοούσε.

Δεν είναι τυχαίο ότι σήμερα τον θρηνούν Έλληνες και Αλβανοί, αλλά παντού όπου υπάρχει άνθρωπος, ανεξάρτητα από θρησκεία, ανεξάρτητα από εθνική καταγωγή. Πάντα ο Αρχιεπίσκοπος υπήρξε πράγματι μια γέφυρα φιλίας ανάμεσα στους δύο λαούς μας και ένας κρίκος επικοινωνίας ανάμεσα στα δύο κράτη μας.

Θα μπορούσε, λοιπόν, δίκαια να αποκληθεί και «ο διπλωμάτης της αγάπης», σε μία αποστολή, μάλιστα, την οποία ο ίδιος υπηρέτησε με μέτρο και επίγνωση, όμως ταυτόχρονα και με έναν ανυποχώρητο δυναμισμό.

Είμαι από τους τυχερούς που γνώρισα και συνεργάστηκα στενά επί χρόνια με τον ιεράρχη μας και δεν θα κρύψω πως θεωρώ αυτή την εμπειρία όχι μόνο κατάθεση πολιτική αλλά και έναν πλούτο προσωπικό, καθώς ήταν «άγιος και σοφός», όπως τον είχε αποκαλέσει ο πατέρας μου.

Ένα πρόσωπο που σε κατακτούσε με τις γνώσεις του και ένας χαρακτήρας που χωρίς να το ομολογεί, χωρίς καν να προσπαθεί ιδιαίτερα, σε καλούσε με το ύφος του να γίνεις καλύτερος.

Εκεί, άλλωστε, συναντιόντουσαν και οι ρόλοι μας. Στη δυνατότητα, δηλαδή, να κατανοεί κανείς τα προβλήματα των πολλών, ιδίως των πιο αδύναμων, και παρά τις δυσκολίες να μάχεται για να βρουν τη λύση τους.

Για τις Ελληνίδες και τους Έλληνες και τους Ορθόδοξους στην Αλβανία και απανταχού της Γης, ο Αναστάσιος υπήρξε πηγή υπερηφάνειας, υπήρξε ακούραστος και ταπεινός υπηρέτης, προσφέροντας ελπίδα και πνευματική καθοδήγηση στο ελληνορθόδοξο ποίμνιο απανταχού της Γης.

Μέσα από τη θεολογική του σοφία αλλά και την ταπεινοφροσύνη του απέδειξε ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία μπορεί να είναι μια ζωντανή κοινότητα αγάπης και κοινωνικής μέριμνας που ενώνει τους λαούς. Γι’ αυτό και όλοι μας τώρα νιώθουμε μία βαθιά θλίψη δίπλα στο δέος αλλά και τη βαριά κληρονομιά που αφήνει.

Διότι ως ποιμένας έχτισε εκκλησίες, ενώ ως ταγός οικοδόμησε γέφυρες συνεργασίας μεταξύ λαών και θρησκειών. Έδειξε έτσι πως μπορεί να είσαι ταυτόχρονα και αυθεντικά Έλληνας, αλλά και αληθινά οικουμενικός.

Είθε το παράδειγμά του να συνεχίσει να μας εμπνέει και το έργο του να βρει ισάξιους συνεχιστές.

Τον αποχαιρετώ με το δικό του κάλεσμα με το οποίο και ξεκίνησα: «Τολμάμε να ελπίζουμε».

H ανιψιά του μακαριστού Αναστάσιου:
«Εκ μέρους της οικογένειάς μας, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για την αγάπη που περιβάλατε τον θείο μας. Ξέρετε πόσο αγάπησε τον λαό που έζησε για περίπου 30 χρόνια. Τον λαό της Αλβανίας. Αγάπη, προσφορά, δικαιοσύνη, αλήθεια, ταπεινοφροσύνη, αγώνας, θάρρος, ελπίδα. Αυτά τον διέκριναν. Ας προσπαθήσουμε να ακολουθήσουμε το παράδειγμά του».
Ο συντονιστής του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών Επίσκοπος Heinrich για Αναστάσιο:
«Αυτές τις τελευταίες ημέρες όπως και τώρα νιώσαμε πόσο τον αγαπήσαμε, πόσο τον αγάπησε και η Αλβανία. Τη χώρα που είχε μέσα στην καρδιά του. Ακούσαμε πόσο μεγάλο έργο έκανε. Για εμάς ήταν ένας τεράστιος ηγέτης και βαθύτατα θεολογικός ηγέτης με ευρύτατους ορίζοντες».
Τοποτηρητής της Αρχιεπισκοπής Αλβανίας Μητροπολίτης Κορυτσάς Ιωάννης για Αναστάσιο:
«Αγαπούσε όλους τους ανθρώπους, χωρίς καμία διάκριση».
O πρωθυπουργός της Αλβανίας Έντι Ράμα για Αναστάσιο:
«Η Αλβανική κοινότητα, η Αλβανική εκκλησία έχει σήμερα πένθος. Ο Αναστάσιος ως διάδοχος των Αποστόλων ήταν στην υπηρεσία της Αλβανίας. Τριάντα χρόνια ευλόγησε, εργάστηκε, για να αναστηλώσει την Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας. Μετά από 33 χρόνια τον αποχαιρετούμε ως Αναστάσιο της Αλβανίας».
Στον Καθεδρικό Ναό της Αναστάσεως του Κυρίου κατέφθασαν ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος με εκκλησιαστική αντιπροσωπεία, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Σωκράτης Φάμελλος και ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Νίκος Ανδρουλάκης, συνοδευόμενοι από αντιπροσωπείες των κομμάτων τους, αλλά και ο ευρωβουλευτής Φρέντι Μπελέρης.
Ο πρόεδρος του κόμματος ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ Σωκράτης Φάμελλος φτάνει στον Καθεδρικό Ναό της Αναστάσεως. ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΠΕ-ΜΠΕ/STR
Ο ευρωβουλευτής Ελλάδος Φρέντι Μπελέρης. ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΠΕ-ΜΠΕ/STRικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος. ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΠΕ-ΜΠΕ/STR

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΠΕ-ΜΠΕ/STR


TOP NEWS

uncached