22 Φεβρουαρίου 2026
Δημοσίευση: 05:30'

Νέα έρευνα: Πώς η διγλωσσία συνδέει συναισθηματικά μητέρες και παιδιά

Μελέτη του Πανεπιστημίου του Νότιγχαμ αποδεικνύει ότι ο εγκεφαλικός συγχρονισμός παραμένει ισχυρός, ανεξάρτητα από τη γλώσσα επικοινωνίας.

Επιμέλεια: Γιάννης Μαρκούτης
Δημοσίευση: 05:30’
Επισυνάπτεται φωτογραφία από την έρευνα (Copyright: Frontiers in Cognition)
Επισυνάπτεται φωτογραφία από την έρευνα (Copyright: Frontiers in Cognition)
Επιμέλεια: Γιάννης Μαρκούτης

Μελέτη του Πανεπιστημίου του Νότιγχαμ αποδεικνύει ότι ο εγκεφαλικός συγχρονισμός παραμένει ισχυρός, ανεξάρτητα από τη γλώσσα επικοινωνίας.

Σε μια εποχή όπου οι πολυπολιτισμικές κοινωνίες και η παγκοσμιοποίηση αποτελούν καθημερινότητα, το ποσοστό των παιδιών που μεγαλώνουν με δύο ή περισσότερες μητρικές γλώσσες αυξάνεται ραγδαία. Με αφορμή αυτό το δεδομένο, μια νέα, καινοτόμα έρευνα από το Πανεπιστήμιο του Νότιγχαμ, με επικεφαλής την Ελληνίδα ερευνήτρια Ευστρατία Παπουτσέλου, έρχεται να ρίξει φως στον τρόπο με τον οποίο η διγλωσσία επηρεάζει τον δεσμό μεταξύ μητέρας και παιδιού.

Το επίκεντρο της μελέτης δεν ήταν οι λέξεις που ανταλλάσσουν τα μέλη της οικογένειας, αλλά το πώς συγχρονίζεται η λειτουργία του εγκεφάλου τους κατά τη διάρκεια της αλληλεπίδρασης.

Τι είναι ο εγκεφαλικός συγχρονισμός

Ο εγκεφαλικός συγχρονισμός αναφέρεται στην ταυτόχρονη δραστηριότητα των νευρωνικών δικτύων στους εγκεφάλους ανθρώπων που επικοινωνούν. Αποτελεί βασικό συστατικό για την υγιή συναισθηματική σύνδεση μεταξύ γονέων και παιδιών. «Ο εγκεφαλικός συγχρονισμός είναι σχεδόν σαν μουσικά όργανα που παίζουν μαζί. Δεν είναι ότι παίζουν τον ίδιο ρυθμό, αλλά ότι στο τέλος συγχρονίζονται και προκύπτει κάτι το οποίο βγάζει νόημα», εξηγεί γλαφυρά στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η κ. Παπουτσέλου, η οποία κατάγεται από τη Λέσβο και έχει εξειδικευτεί στις νευροεπιστήμες.

Η απόφαση για τη διεξαγωγή της έρευνας προέκυψε από μια σημαντική διαπίστωση: Παρότι το ποσοστό των δίγλωσσων οικογενειών στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εκτοξευτεί (από 8% το 2014 σε 15,6% το 2023), τα δίγλωσσα παιδιά συχνά αποκλείονται από τις επιστημονικές μελέτες.

Η μέθοδος και τα ευρήματα

Στην έρευνα συμμετείχαν 15 ζεύγη μητέρων-παιδιών που κατοικούν στη Βρετανία. Οι μητέρες είχαν διαφορετικές μητρικές γλώσσες, ενώ τα παιδιά (ηλικίας 3-4 ετών) μεγάλωναν σε ένα αμιγώς δίγλωσσο περιβάλλον. Οι ερευνητές επέλεξαν τη συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα, καθώς θεωρείται κρίσιμη για τη γλωσσική ανάπτυξη.

Χρησιμοποιώντας τη σύγχρονη μέθοδο του hyperscanning (ταυτόχρονη μέτρηση εγκεφαλικής δραστηριότητας μέσω ειδικών οπτικών αισθητήρων), η επιστημονική ομάδα κατέγραψε τους εγκεφάλους των συμμετεχόντων ενώ έπαιζαν ελεύθερα με τρεις τρόπους:

  1. Μιλώντας στη μητρική γλώσσα της μητέρας.

  2. Επικοινωνώντας στα αγγλικά.

  3. Παίζοντας χωριστά, σε διαφορετικούς χώρους.

Τα αποτελέσματα, τα οποία δημοσιεύθηκαν στο έγκριτο περιοδικό «Frontiers in Cognition», ήταν εντυπωσιακά. Έδειξαν ότι το παιχνίδι μεταξύ μητέρας και παιδιού δημιουργεί ισχυρό εγκεφαλικό συγχρονισμό ανεξάρτητα από τη γλώσσα που χρησιμοποιείται.

«Είναι ένα σημαντικό εύρημα, διότι υποδηλώνει ότι η χρήση μιας δεύτερης γλώσσας δεν διαταράσσει τη σύνδεση μεταξύ των εγκεφάλων, η οποία είναι ζωτικής σημασίας για τη δημιουργία δεσμών», τονίζει η Ελληνίδα ερευνήτρια. Ο συγχρονισμός μάλιστα καταγράφηκε ως ιδιαίτερα έντονος στον προμετωπιαίο φλοιό, δηλαδή στο κέντρο του εγκεφάλου που σχετίζεται με τη λήψη αποφάσεων και τα συναισθήματα.

Η ομάδα της κ. Παπουτσέλου σχεδιάζει ήδη τα επόμενα βήματά της, επεκτείνοντας την έρευνα σε οικογένειες με διαφορετικά επίπεδα γλωσσικής επάρκειας, αλλά και στη μελέτη της αλληλεπίδρασης μητέρων με παιδιά που φέρουν κοχλιακά εμφυτεύματα.

Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση:

https://www.frontiersin.org/journals/cognition/articles/10.3389/fcogn.2025.1695132/full?utm_campaign=fullarticle&utm_medium=referral&utm_source=inshorts

fcogn-4-1695132

TOP NEWS

uncached