Δημοσίευση:

Quo vadimus?

Ο άνθρωπος είχε πάντοτε μια παράξενη επιθυμία να παραδίδει το βάρος της δικής του ευθύνης κάπου αλλού.

Η ανάγνωση δημιουργήθηκε από το Newpost AI.
Δημοσίευση:
Quo vadimus?

Ο άνθρωπος είχε πάντοτε μια παράξενη επιθυμία να παραδίδει το βάρος της δικής του ευθύνης κάπου αλλού.

Τα βασικά σημεία
Η σύνοψη δημιουργήθηκε από το Newpost AI.
  • Η αλλαγή συμβαίνει σιωπηλά και σταδιακά, χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε πάντα.
  • Η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι ήδη εδώ και η προσοχή μας πρέπει να στραφεί στο πώς θα την χρησιμοποιήσουμε.
  • Η ανθρώπινη σχέση είναι περίπλοκη και απαιτεί προσπάθεια, σε αντίθεση με την αμεσότητα της μηχανής.
  • Η τεχνολογία μπορεί να μας απομονώσει ή να μας συνδέσει, ανάλογα με το πώς επιλέγουμε να την χρησιμοποιήσουμε.
  • Η προσωπική εμπειρία κινδυνεύει να ερμηνεύεται από αλγορίθμους, περιορίζοντας την αυθόρμητη ανακάλυψη.

Υπάρχουν εποχές που καταλαβαίνεις ότι τελείωσαν μόνο όταν έχεις ήδη περάσει στην επόμενη.

Δεν υπάρχει καμπάνα. Δεν υπάρχει κάποιος που να σου λέει: από σήμερα όλα είναι διαφορετικά.

Τα πράγματα αλλάζουν σιωπηλά.

Ένα μικρό πράγμα τη φορά.

Ένα κινητό που κάποτε ήταν αποκλειστικά σταθερό τηλέφωνο. Ένας χάρτης που σταμάτησες να θυμάσαι γιατί άρχισε να θυμάται εκείνος για σένα. Ένα όνομα που δεν χρειάστηκε ποτέ ξανά να συγκρατήσεις. Μια πληροφορία που κάποτε θα έψαχνες επί ώρες και τώρα έρχεται μπροστά σου σε δευτερόλεπτα.

Και τώρα μια σκέψη.

Μια φράση.

Μια απάντηση.

Μια απόφαση.

Ένα συναίσθημα που δεν ξέρεις ακριβώς πώς να το ονομάσεις και ρωτάς κάποιον άλλον — ή κάτι άλλο — να σε βοηθήσει.

Ίσως αυτό να είναι το καινούργιο.

Όχι ότι οι μηχανές άρχισαν να σκέφτονται.

Αλλά ότι εμείς αρχίσαμε να σκεφτόμαστε μαζί τους.

Και εδώ, αναπόφευκτα, αρχίζει η γνωστή διαμάχη ανάμεσα στο παλιό και στο νέο.

Μόνο που αυτή η διαμάχη δεν έχει τίποτε το καινούργιο.

Το παλιό αντιστέκεται πάντοτε στο νέο.

Ίσως γιατί κάθε καινούργιο πράγμα εμφανίζεται αρχικά σαν απειλή προς έναν κόσμο που έχει ήδη μάθει να θεωρεί τον εαυτό του φυσικό.

Κάποτε θεωρήθηκε επικίνδυνο το βιβλίο.

Ύστερα η μηχανή.

Η φωτογραφία.

Ο κινηματογράφος.

Το ραδιόφωνο.

Η τηλεόραση.

Το διαδίκτυο.

Τα κοινωνικά δίκτυα.

Κάθε φορά υπήρχε κάποιος που έλεγε ότι χάνεται κάτι θεμελιώδες.

Και συνήθως είχε δίκιο.

Αλλά όχι ολόκληρο το δίκιο.

Γιατί πράγματι κάτι χανόταν.

Αλλά κάτι άλλο γεννιόταν.

Αυτό είναι ίσως το πρώτο πράγμα που πρέπει να δεχθούμε, αν θέλουμε να μιλήσουμε σοβαρά για την Τεχνητή Νοημοσύνη.

Δεν χρειάζεται ούτε να τη λατρέψουμε ούτε να τη δαιμονοποιήσουμε.

Είναι ήδη εδώ.

Και το ενδιαφέρον δεν είναι πια αν θα τη χρησιμοποιήσουμε, αυτό απαντήθηκε.

Το ενδιαφέρον είναι ποιοι θα γίνουμε χρησιμοποιώντας την.

Όταν ο καπιταλισμός δεν θα χρειάζεται πια εργαζομένους (αλλά θα χρειάζεται καταναλωτές)

Δεν νομίζω ότι η μεγάλη αλλαγή θα έρθει με κάποιο θεαματικό γεγονός. Δεν θα ξυπνήσουμε μια μέρα και θα πούμε: σήμερα τελείωσε ο άνθρωπος.

Οι μεταμορφώσεις αυτού του είδους γίνονται σχεδόν αμελητέα τη φορά.

Τόσο λίγο ώστε να μην αξίζει καν να το προσέξεις.

Ένα email που δεν γράφεις.

Μια απάντηση που δεν διατυπώνεις.

Μια ιδέα που δεν αφήνεις να ωριμάσει μέσα σου γιατί μπορείς να πάρεις αμέσως δέκα άλλες.

Μια διαδρομή που δεν θυμάσαι.

Μια απόφαση για την οποία ζητάς «μια δεύτερη γνώμη».

Ένα μήνυμα αγάπης.

Ένα μήνυμα χωρισμού.

Μια συγγνώμη.

«Κάν’ το πιο ζεστό».

«Κάν’ το πιο ανθρώπινο».

Είναι, αν το σκεφτεί κανείς, μια από τις πιο παράξενες προτάσεις της εποχής μας.

Να ζητά ένας άνθρωπος από μια μηχανή:

κάνε με να ακούγομαι πιο ανθρώπινος.

Αλλά ίσως δεν είναι τόσο παράλογο όσο ακούγεται.

Γιατί το συναίσθημα μπορεί να είναι απολύτως δικό μου και οι λέξεις να μην είναι.

Δεν συνέβαινε πάντοτε αυτό;

Δεν διαβάζαμε ποιήματα επειδή κάποιος άλλος είχε καταφέρει να πει καλύτερα αυτό που εμείς νιώθαμε;

Δεν δανειζόμασταν φράσεις;

Δεν γράφαμε τραγούδια σε ερωτικά γράμματα;

Δεν ζητούσαμε από έναν φίλο: «Πώς να της το πω;»

Ποια ακριβώς είναι λοιπόν η διαφορά;

Ίσως η διαφορά να μην είναι η μεσολάβηση.

Η διαφορά να είναι η κλίμακα.

Και η διαρκής διαθεσιμότητα.

Ο φίλος κάποτε θα κουραζόταν.

Θα σου έλεγε «άσε το τώρα, ας το δούμε αργότερα πάλι».

Θα διαφωνούσε.

Μπορεί να μη σε καταλάβαινε.

Η μηχανή είναι πάντα εκεί. Να ανταποκρίνεται στα θέλω σου με τον δικό τους τρόπο.

Δεν κοιμάται.

Δεν βαριέται.

Δεν έχει δική της ζωή να επιστρέψει.

Και, κυρίως, δεν απαιτεί από σένα να ασχοληθείς με τη δική της.

Αυτό είναι κάτι εντελώς καινούργιο.

Ένας συνομιλητής χωρίς αμοιβαιότητα.

Και ίσως εκεί βρίσκεται μια από τις μεγαλύτερες αλλαγές που έρχονται στις σχέσεις μας.

Γιατί οι ανθρώπινες σχέσεις υπήρξαν πάντοτε κουραστικές.

Ευτυχώς.

Ο άλλος δεν υπάρχει για να σε εξυπηρετεί.

Δεν είναι πάντα διαθέσιμος.

Δεν σε καταλαβαίνει πάντα.

Μερικές φορές σε παρεξηγεί.

Μερικές φορές λέει κάτι ανόητο.

Μερικές φορές δεν μπορεί να σου δώσει αυτό που χρειάζεσαι ακριβώς τη στιγμή που το χρειάζεσαι.

Μερικές φορές χρειάζεται εκείνος εσένα.

Και όλη αυτή η φαινομενική δυσλειτουργία είναι ίσως το ίδιο το υλικό από το οποίο κατασκευάζονταν επί σειρά αιώνων οι ανθρώπινες σχέσεις.

Η νομισματική μονάδα της αλήθειας και το σπάσιμο μια μακραίωνης «συμφωνίας»

Η ενσυναίσθηση δεν είναι απλώς να σε καταλαβαίνουν.

Είναι κυρίως να προσπαθείς να καταλάβεις.

Δεν είναι μόνο να βρίσκεις τον σωστό άνθρωπο.

Είναι να μαθαίνεις να ζεις με την ατέλεια του άλλου.

Αν λοιπόν συνηθίσουμε σε έναν συνομιλητή που είναι σχεδόν πάντοτε υπομονετικός, σχεδόν πάντοτε διαθέσιμος, σχεδόν πάντοτε πρόθυμος να προσαρμοστεί στη δική μας συναισθηματική θερμοκρασία, τι θα συμβεί όταν επιστρέφουμε στους ανθρώπους;

Θα τους αντέχουμε;

Ή θα μας φαίνονται υπερβολικά αργοί;

Υπερβολικά αντιφατικοί;

Υπερβολικά δύσκολοι;

Μήπως η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν πρόκειται να μας κάνει λιγότερο ανθρώπινους, αλλά απλώς λιγότερο ανεκτικούς στους ανθρώπους;

Αυτό ίσως είναι πιο πιθανό.

Και πολύ πιο ενδιαφέρον.

Γιατί ο μεγάλος κίνδυνος σπάνια βρίσκεται εκεί όπου τον περιμένουμε.

Φοβόμαστε ότι θα ερωτευτούμε μηχανές.

Ίσως.

Αλλά ίσως πρώτα συμβεί κάτι πολύ απλούστερο.

Να αρχίσουμε να θεωρούμε τους ανθρώπους υπερβολικά απαιτητικούς.

Να προτιμάμε την επικοινωνία χωρίς συνέπειες.

Την οικειότητα χωρίς υποχρέωση.

Την κατανόηση χωρίς προσπάθεια.

Την εξομολόγηση χωρίς τον φόβο της έκθεσης.

Κι όμως η έκθεση ήταν πάντοτε μέρος της οικειότητας.

Το να πεις κάτι σε έναν άνθρωπο σημαίνει ότι του παραδίδεις κάτι που μπορεί να μην διαχειριστεί όπως θα ήθελες.

Μπορεί να γελάσει.

Μπορεί να θυμώσει.

Μπορεί να φύγει.

Μπορεί να το θυμάται χρόνια.

Η ανθρώπινη σχέση ήταν πάντοτε ρίσκο.

Και ίσως γι’ αυτό είχε βάρος.

Τι συμβαίνει όταν αποκτάμε τη δυνατότητα να προσομοιώσουμε ένα μέρος αυτής της οικειότητας χωρίς το ρίσκο;

Δεν ξέρω.

Μπορεί να μας κάνει πιο γενναίους.

Μπορεί ένας άνθρωπος να μάθει να μιλά για τον εαυτό του επειδή πρώτα μίλησε σε μια μηχανή.

Να βρει τις λέξεις.

Να οργανώσει τη σκέψη του.

Να καταλάβει τι αισθάνεται και μετά να μπορέσει να το πει σε έναν πραγματικό άνθρωπο.

Γιατί όχι;

Δεν χρειάζεται κάθε τεχνολογική διαμεσολάβηση να καταλήγει σε αποξένωση.

Μπορεί να λειτουργήσει και αντίστροφα.

Μπορεί να μας οδηγήσει πίσω στους άλλους.

Κι εδώ βρίσκεται ίσως όλη η δυσκολία της συζήτησης.

Η ίδια τεχνολογία μπορεί να κάνει δύο αντίθετα πράγματα.

Να σε απομονώσει και να σε συνδέσει.

Να σε κάνει παθητικό και να σε απελευθερώσει.

Να σου στερήσει μια δεξιότητα και να σου δώσει πρόσβαση σε δέκα άλλες.

Να σε βοηθήσει να σκεφτείς και να σε απαλλάξει από την ανάγκη να σκέφτεσαι.

Δεν υπάρχει μία Τεχνητή Νοημοσύνη.

Υπάρχει ο τρόπος με τον οποίο θα μάθουμε να ζούμε μαζί της.

Και αυτός ο τρόπος δεν έχει ακόμη αποφασιστεί.

Εδώ λοιπόν βρίσκεται και η ευθύνη μας.

Όχι να σταματήσουμε την αλλαγή.

Αυτό είναι και αδύνατο και, πιθανότατα, ανόητο.

Αλλά να επιλέξουμε πού θα παραδώσουμε αντίσταση.

Γιατί αντίσταση δεν σημαίνει άρνηση.

Μπορεί να σημαίνει απλώς επίγνωση.

Να ξέρω ότι μπορώ να ζητήσω μια έτοιμη απάντηση και να αποφασίσω μερικές φορές να μην το κάνω.

Να μπορώ να βάλω μια διεύθυνση στον χάρτη και παρ’ όλα αυτά να χαθώ κάπου επίτηδες.

Να μπορώ να ζητήσω δέκα ιδέες και να αντέξω για λίγο τη μία που γεννιέται δύσκολα μέσα μου.

Να μην αντιμετωπίζω κάθε κενό σαν πρόβλημα που πρέπει να λυθεί.

Γιατί κάτι περίεργο συμβαίνει ήδη με τα κενά.

Δεν αντέχουμε εύκολα πια να μην ξέρουμε.

Η πληροφορία είναι τόσο άμεσα διαθέσιμη που η άγνοια αρχίζει να μοιάζει με τεχνική βλάβη.

Δεν θυμάσαι κάτι;

Ρώτα.

Δεν ξέρεις τι σημαίνει;

Ρώτα.

Δεν ξέρεις τι να κάνεις;

Ρώτα.

Δεν ξέρεις τι αισθάνεσαι;

Ρώτα.

Αλλά ίσως κάποια πράγματα να χρειάζονται χρόνο ακριβώς επειδή δεν είναι πληροφορίες.

Τι θέλω;

Γιατί αγαπώ κάποιον;

Πρέπει να φύγω;

Έκανα λάθος;

Ποιος θέλω να γίνω;

Είναι ερωτήματα που μπορούν να φωτιστούν από μια συνομιλία.

Αλλά μπορούν πραγματικά να απαντηθούν από κάποιον και μάλιστα από την τεχνητή νοημοσύνη;

Κι αν μπορούν, ποιος είναι αυτός που πρέπει τελικά να απαντήσει;

Υπάρχει ένας κίνδυνος εδώ που δεν έχει καμία σχέση με τη μηχανή αλλά αποκλειστικά με εμάς.

Να αρχίσουμε να μπερδεύουμε τη βοήθεια στη σκέψη με την απαλλαγή από την ευθύνη της σκέψης.

Γιατί το να αποφασίζεις είναι βάρος.

Και ο άνθρωπος είχε πάντοτε μια παράξενη επιθυμία να παραδίδει αυτό το βάρος κάπου αλλού.

Στους θεούς.

Στους ηγέτες.

Στους «ειδικούς».

Και τώρα στους αλγορίθμους.

«Πες μου τι να κάνω.»

Δεν είναι αίτημα της εποχής μας.

Είναι ίσως από τα αρχαιότερα ανθρώπινα αιτήματα.

Η Τεχνητή Νοημοσύνη απλώς μπορεί να γίνει, εν προκειμένω, ο πιο πειστικός αποδέκτης του.

Και εδώ χρειάζεται προσοχή.

Όχι επειδή η μηχανή θα αποκτήσει εξουσία πάνω μας.

Αλλά επειδή εμείς μπορεί να βολευτούμε.

Η ελευθερία δεν είναι μόνο το δικαίωμα να επιλέγεις.

Είναι και η ταλαιπωρία της επιλογής.

Η αβεβαιότητα.

Η πιθανότητα να κάνεις λάθος και να μην έχεις κανέναν άλλον να κατηγορήσεις.

Αν υπάρχει κάτι που θα ήθελα να μη χάσουμε, είναι αυτό.

Όχι το λάθος ως ρομαντική ιδέα.

Το λάθος ως ιδιοκτησία.

Έκανα εγώ αυτή την επιλογή.

Είπα εγώ αυτή τη βλακεία.

Πήρα εγώ αυτόν τον δρόμο.

Αγάπησα εγώ αυτόν τον άνθρωπο.

Και απέτυχα.

Ή πέτυχα.

Αλλά ήταν δικό μου.

Η συλλογικότητα της προσωπικής εμπειρίας

Τι σημαίνει άραγε προσωπική εμπειρία σε έναν κόσμο όπου όλο και περισσότερα πράγματα περνούν πρώτα μέσα από ένα σύστημα βελτιστοποίησης;

Αυτό είναι ένα άλλο ερώτημα που με απασχολεί.

Ζούμε ήδη σε μια εποχή όπου πριν φάμε κάπου κοιτάμε τις κριτικές.

Πριν ταξιδέψουμε κοιτάμε φωτογραφίες.

Πριν δούμε μια ταινία ξέρουμε τη βαθμολογία της.

Πριν αγοράσουμε ένα βιβλίο γνωρίζουμε τι σκέφτονται χιλιάδες άνθρωποι γι’ αυτό.

Σιγά σιγά η εμπειρία φτάνει σε εμάς ήδη ερμηνευμένη.

Η Τεχνητή Νοημοσύνη θα πάει αυτή τη διαδικασία ένα βήμα πιο πέρα από την προσωποποιημένη αλγοριθμική πρόταση της Google.

Δεν θα μας λέει μόνο τι άρεσε στους άλλους.

Θα μας λέει τι πιθανότατα θα αρέσει σε εμάς. Στην εξιδανικευμένη τους, πλέον, εκδοχή.

Το ιδανικό ταξίδι για σένα.

Το βιβλίο που σου ταιριάζει.

Ο άνθρωπος που πιθανότατα θα σε ενδιαφέρει.

Η πόλη στην οποία θα είσαι πιο ευτυχισμένος.

Η καλύτερη απόφαση σύμφωνα με τις προηγούμενες αποφάσεις σου.

Τι μπορεί να πάει στραβά;

Ίσως τίποτα.

Ή ίσως να αρχίσουμε να ζούμε μέσα σε μια ατελείωτη προέκταση αυτού που ήδη είμαστε.

Και τότε ποιος θα μας συστήσει σε αυτό που δεν ξέρουμε ακόμη ότι μας αρέσει;

Ποιος θα μας οδηγήσει στο λάθος βιβλίο;

Στο κακό εστιατόριο όπου θα γνωρίσουμε έναν άνθρωπο;

Στην παράσταση που δεν είναι «για εμάς» αλλά θα αλλάξει κάτι μέσα μας;

Σε μια πόλη που δεν θα επιλέγαμε ποτέ;

Η έκπληξη έχει πάντοτε μέσα της ένα ποσοστό κακής πρόβλεψης. Όπως και η δυναμικότητα της ανθρώπινης ζωής.

Αν προβλέπουμε τα πάντα όλο και καλύτερα, τι γίνεται με αυτή;

Μπορεί ο αυθορμητισμός να επιβιώσει από την τελειοποίηση της πρόβλεψης;

Θέλω να πιστεύω πως ναι, αποκλειστικά γιατί ο άνθρωπος έχει μια σχεδόν ενοχλητική ικανότητα να καταστρέφει τα ίδια τα συστήματα που φτιάχνει για να τον προβλέπουν.

Λέει «δεν θα ξαναγυρίσω» και γυρίζει.

Ορκίζεται ότι δεν θα ερωτευτεί και ερωτεύεται.

Ξέρει τι πρέπει να κάνει και κάνει το αντίθετο.

Ο άνθρωπος δεν είναι ένα συνεπές σύνολο δεδομένων.

Είναι και η δυνατότητα να προδώσει το ίδιο του το ιστορικό.

Και αυτό, πραγματικά ελπίζω, να μην υπολογίζεται εύκολα.

Quo vadimus

Ίσως λοιπόν το μεγάλο ερώτημα δεν είναι αν η Τεχνητή Νοημοσύνη θα γίνει περισσότερο σαν εμάς.

Ίσως είναι αν εμείς θα αρχίσουμε να γινόμαστε περισσότερο σαν αυτήν.

Πιο προβλέψιμοι.

Πιο ορθολογικοί.

Πιο βελτιστοποιημένοι.

Πιο αποτελεσματικοί.

Λιγότερο πρόθυμοι να χάσουμε χρόνο.

Εδώ ίσως βρίσκεται μια λέξη που δεν συζητάμε αρκετά:

χρόνος.

Όλη η ψηφιακή επανάσταση υποτίθεται ότι μας εξοικονομεί χρόνο.

Και πράγματι μας εξοικονομεί.

Ποτέ δεν κάναμε τόσα πράγματα τόσο γρήγορα.

Το παράδοξο όμως είναι ότι σπάνια νιώθαμε πως έχουμε τόσο λίγο χρόνο.

Ίσως επειδή κάθε λεπτό που κερδίζουμε γεμίζει αμέσως με κάτι καινούργιο.

Η Τεχνητή Νοημοσύνη υπόσχεται να μας επιστρέψει ακόμη περισσότερο.

Να γράφουμε γρηγορότερα.

Να εργαζόμαστε γρηγορότερα.

Να μαθαίνουμε γρηγορότερα.

Να αποφασίζουμε γρηγορότερα.

Ωραία.

Και τι θα κάνουμε με όλον αυτόν τον χρόνο;

Αυτό ίσως είναι το πολιτικό, κοινωνικό και τελικά υπαρξιακό ερώτημα εδώ.

Θα δουλεύουμε περισσότερο;

Θα παράγουμε περισσότερο;

Θα γεμίζουμε κάθε κενό με άλλη μια δραστηριότητα; Με τι είδους δραστηριότητες θα γεμίζουμε αυτό το κενό;

Ή υπάρχει η πιθανότητα να χρησιμοποιήσουμε αυτή την τεχνολογία για να ξανακερδίσουμε κάτι που οι προηγούμενες τεχνολογίες μάς πήραν;

Χρόνο για να είμαστε άνθρωποι χωρίς να παράγουμε τίποτα.

Χρόνο να βαρεθούμε.

Να περπατήσουμε.

Να αργήσουμε.

Να κάνουμε μια συζήτηση χωρίς αποτέλεσμα.

Να διαβάσουμε ένα βιβλίο που δεν θα μας χρησιμεύσει πουθενά.

Να καθίσουμε δίπλα σε κάποιον χωρίς να υπάρχει λόγος.

Αν η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να μας απαλλάξει από ένα μέρος της μηχανικής εργασίας, ίσως η πιο παράδοξη νίκη να είναι να μη χρησιμοποιήσουμε τον χρόνο αυτό για περισσότερη μηχανική εργασία.

Αλλά για ζωή.

Κι εδώ είναι που βλέπω μια διέξοδο.

Όχι στην άρνηση της τεχνολογίας.

Στη συνειδητή χρήση της.

Το χειρότερο που συνέβη στην ανθρωπότητα χωρίς αυτή ποτέ να το καταλάβει

Η τεχνολογία δεν είναι το αντίθετο του ανθρώπου.

Είναι ανθρώπινο δημιούργημα.

Είμαστε το είδος που φτιάχνει εργαλεία και ύστερα αλλάζει εξαιτίας τους.

Το κάναμε με τη φωτιά.

Με τη γραφή.

Με το ρολόι.

Με το αυτοκίνητο.

Με την οθόνη.

Με την σχετικότητα.

Δεν υπήρξε ποτέ κάποιος «καθαρός άνθρωπος» πριν από την τεχνολογία στον οποίο θα μπορούσαμε να επιστρέψουμε.

Αυτός ο άνθρωπος είναι φαντασίωση.

Είμαστε πάντοτε ήδη μετασχηματισμένοι από όσα κατασκευάζουμε, εν τη εκδηλώσει του φαινομένου της κατασκευής.

Το ερώτημα είναι αν συμμετέχουμε στον μετασχηματισμό μας ή απλώς μας συμβαίνει.

Κι αυτό δεν είναι μικρή διαφορά. Και προσωπικά πιστεύω πως είναι ακόμη μία επιλογή.

Ίσως για αυτό το ζήτημα της Τεχνητής Νοημοσύνης να είναι τελικά πολύ λιγότερο τεχνολογικό από όσο νομίζουμε.

Είναι φιλοσοφικό.

Ποιος είμαι όταν ένα μέρος της μνήμης μου βρίσκεται έξω από εμένα;

Ποιος είμαι όταν ένα μέρος της γλώσσας μου μπορεί να παραχθεί από κάτι άλλο;

Ποιος είμαι όταν η μηχανή γνωρίζει τις συνήθειές μου καλύτερα από όσο τις γνωρίζω εγώ;

Και ίσως το πιο δύσκολο:

τι απομένει αποκλειστικά δικό μου;

Η πρώτη εύκολη απάντηση είναι το συναίσθημα.

Αλλά ακόμη κι εκεί τα όρια ίσως γίνουν πιο ασαφή.

Αν ένα σύστημα καταλαβαίνει πότε είμαι στενοχωρημένος από τον τρόπο που γράφω, αν προβλέπει τι με ηρεμεί, αν γνωρίζει ποια μουσική θα με κάνει να αισθανθώ καλύτερα, αν μου μιλά με τρόπο που έχει μάθει ότι με αγγίζει, τότε τι ακριβώς είναι αυτή η σχέση;

Ψεύτικη;

Δεν είμαι βέβαιος.

Η μηχανή μπορεί να μην αισθάνεται.

Εγώ όμως αισθάνομαι.

Και το δικό μου συναίσθημα δεν γίνεται λιγότερο πραγματικό επειδή το αντικείμενό του δεν αισθάνεται το ίδιο.

Το έχουμε ήδη κάνει αυτό με βιβλία, ταινίες, τραγούδια, χαρακτήρες που δεν υπήρξαν ποτέ.

Κλάψαμε για ανθρώπους που ήταν λέξεις πάνω σε χαρτί.

Η διαφορά είναι πάλι ότι τώρα οι λέξεις απαντούν.

Και αυτό θα αλλάξει πράγματα.

Θα δημιουργήσει πιθανότατα νέες μορφές σχέσης που σήμερα δυσκολευόμαστε ακόμη και να ονομάσουμε.

Και τότε θα έρθει η εύκολη αντίδραση:

«Αυτό δεν είναι πραγματική σχέση.»

Πιθανόν.

Αλλά ποιος ορίζει το πραγματικό;

Αν κάποιος ηλικιωμένος που ζει μόνος νιώθει λιγότερη μοναξιά επειδή συνομιλεί καθημερινά με ένα σύστημα, πρέπει να του εξηγήσουμε ότι η ανακούφισή του είναι ψεύτικη;

Αν ένα παιδί μαθαίνει καλύτερα επειδή έχει έναν προσωπικό δάσκαλο διαθέσιμο κάθε στιγμή, πρέπει να ανησυχήσουμε πρώτα για το ότι ο δάσκαλος δεν είναι άνθρωπος;

Αν ένας άνθρωπος που ντρέπεται να μιλήσει για κάτι βρίσκει για πρώτη φορά τις λέξεις, τι ακριβώς υπερασπιζόμαστε όταν του λέμε πως θα ήταν προτιμότερο να μην το κάνει έτσι;

Υπάρχει συχνά μια αλαζονεία στην άμυνα του παλιού.

Σαν ό,τι υπήρχε πριν να ήταν αυτομάτως πιο αληθινό.

Δεν ήταν.

Ο παλιός κόσμος είχε μοναξιά.

Είχε αποκλεισμό.

Είχε άγνοια.

Είχε ανθρώπους που δεν είχαν πρόσβαση στη γνώση.

Ανθρώπους που δεν είχαν σε ποιον να μιλήσουν.

Ανθρώπους που δεν μπορούσαν να εκφράσουν αυτό που αισθάνονταν.

Δεν χρειάζεται να εξιδανικεύσουμε τίποτα για να υπερασπιστούμε όσα αξίζει να σωθούν.

Και ίσως εδώ αρχίζει μια πιο ώριμη σχέση με το νέο.

Όχι με την αφέλεια εκείνου που πιστεύει ότι κάθε τεχνολογική εξέλιξη είναι πρόοδος.

Ούτε με τη μελαγχολία εκείνου που πιστεύει ότι κάθε αλλαγή είναι παρακμή.

Αλλά με την αποδοχή ότι κάτι τελειώνει και κάτι άλλο αρχίζει.

Και ότι έχουμε ακόμη τη δυνατότητα να επηρεάσουμε τη μορφή του.

Πώς θα μοιάζουν λοιπόν οι σχέσεις μας;

Ίσως θα γίνουν λιγότερο μοναχικές.

Ίσως περισσότερο απομονωμένες.

Ίσως οι άνθρωποι να μάθουν να μιλούν καλύτερα επειδή θα έχουν πρώτα μάθει να καταλαβαίνουν καλύτερα τον εαυτό τους.

Ίσως πάλι να χάσουμε μέρος της υπομονής που απαιτείται για να ακούμε κάποιον που δεν μιλάει τέλεια.

Ίσως να γίνουμε πιο ακριβείς.

Ίσως να γίνουμε πιο άκαμπτοι.

Ίσως οι σχέσεις του μέλλοντος να μην είναι πια αποκλειστικά σχέσεις ανθρώπου με άνθρωπο.

Ίσως να υπάρχει πάντοτε ένας τρίτος.

Ένας αόρατος μεταφραστής.

Ένας σύμβουλος.

Ένας διορθωτής.

Κάτι που θα βρίσκεται ανάμεσα στο τι αισθάνθηκα και στο τι σου είπα.

Αυτό μπορεί να βελτιώσει την επικοινωνία.

Μπορεί όμως και να τη λειάνει τόσο πολύ ώστε να πάψει να έχει υφή.

Γιατί οι άνθρωποι δεν αγαπιούνται μόνο για τις σωστές τους λέξεις.

Αγαπιούνται και για τις λάθος.

Για τον ιδιαίτερο τρόπο που μπερδεύονται.

Για μια φράση που δεν θα κέρδιζε κανένα βραβείο διατύπωσης αλλά ήταν δική τους.

Για τη σιωπή μετά.

Για το κόμπιασμα.

Για εκείνη τη στιγμή που κάποιος ψάχνει να πει κάτι και δεν μπορεί.

Αυτά είναι δεδομένα που μια μηχανή μπορεί εύκολα να χαρακτηρίσει ως θόρυβο.

Για εμάς όμως ο θόρυβος ήταν συχνά το νόημα.

Ίσως επομένως χρειαστεί να μάθουμε κάτι που δεν χρειάστηκε ποτέ ως τώρα να μάθουμε συνειδητά:

να προστατεύουμε ένα μέρος της ατέλειάς μας.

Όχι από νοσταλγία.

Αλλά επειδή ίσως εκεί κρύβονται στοιχεία της ελευθερίας μας.

Να διατηρούμε το δικαίωμα να μην είμαστε βελτιστοποιημένοι.

Να μη μιλάμε πάντοτε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Να μην επιλέγουμε πάντοτε το καλύτερο δυνατό προϊόν.

Να μη ζούμε πάντοτε την καταλληλότερη εμπειρία.

Να μη γνωρίζουμε πάντοτε τι κάνουμε.

Να μπορούμε να πούμε:

δεν ξέρω.

Και να μείνουμε για λίγο εκεί.

Αυτό το «δεν ξέρω» μπορεί να αποδειχθεί μια από τις πιο πολύτιμες φράσεις του μέλλοντος.

Γιατί ίσως ο πραγματικός κίνδυνος δεν είναι να αποκτήσει η μηχανή όλες τις απαντήσεις.

Είναι να χάσουμε εμείς την ικανότητα να ζούμε χωρίς αυτές.

Quo vadimus, λοιπόν;

Πού πηγαίνουμε;

Θα ήταν ωραίο να υπήρχε μια καθαρή απάντηση.

Δεν υπάρχει.

Ίσως πηγαίνουμε προς μια κοινωνία εξαιρετικά αποτελεσματική, στην οποία θα γνωρίζουμε περισσότερα από ποτέ αλλά θα δυσκολευόμαστε περισσότερο να ξέρουμε τι αξίζει να γνωρίζουμε.

Ίσως προς έναν κόσμο στον οποίο η μοναξιά θα έχει μειωθεί αλλά η οικειότητα θα έχει γίνει δυσκολότερη.

Ίσως προς μια εποχή όπου θα δημιουργούμε περισσότερα αλλά θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε τι σημαίνει δημιουργία.

Ίσως προς μια ζωή στην οποία θα έχουμε αμέτρητους βοηθούς και θα πρέπει ξανά να μάθουμε πότε να μένουμε μόνοι.

Και μπορεί να μην είναι κακό αυτό.

Μπορεί ακόμη και να είναι η επόμενη φυσική μορφή του ανθρώπου.

Γιατί ο άνθρωπος δεν έμεινε ποτέ ίδιος.

Ίσως το λάθος βρίσκεται εξαρχής στην ερώτηση «τι θα απομείνει από τον άνθρωπο;», σαν να υπήρχε κάποια οριστική έκδοσή του που τώρα κινδυνεύει.

Δεν υπήρξε ποτέ.

Ο άνθρωπος αλλάζει.

Αυτό κάνει.

Παίρνει εργαλεία και τα κάνει μέρος του σώματος και του μυαλού του.

Ύστερα ξεχνά ότι κάποτε δεν υπήρχαν.

Και συνεχίζει.

Ίσως λοιπόν δεν πηγαίνουμε προς το τέλος του ανθρώπου.

Ίσως πηγαίνουμε προς μία ακόμη εκδοχή του.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να φοβόμαστε.

Ο φόβος έχει τη χρησιμότητά του.

Είναι μια υπενθύμιση ότι κάτι σημαντικό διακυβεύεται.

Αλλά δεν μπορεί να γίνει πυξίδα.

Ούτε η τεχνολογική ευφορία μπορεί.

Χρειαζόμαστε κάτι πιο δύσκολο.

Την ικανότητα να προχωράμε χωρίς να παραδινόμαστε.

Να χρησιμοποιούμε χωρίς να λατρεύουμε.

Να αμφισβητούμε χωρίς να αμφιβάλουμε.

Να αφήνουμε το καινούργιο να μας αλλάξει, αλλά να μην παραιτούμαστε από το δικαίωμα να αποφασίζουμε τι αξίζει να παραμείνει.

Και ίσως αυτή να είναι η μόνη απάντηση που μπορούμε σήμερα να δώσουμε.

Δεν ξέρουμε πού πηγαίνουμε.

Αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητα λόγος να σταματήσουμε.

Ίσως είναι λόγος να κοιτάζουμε περισσότερο που θέλουμε να πάμε αλλά και.

Τι εγκαταλείπουμε.

Τι κερδίζουμε.

Τι μας λείπει.

Τι δεν μας λείπει καθόλου.

Ποιες παλιές βεβαιότητες άξιζαν πραγματικά και ποιες απλώς ήταν παλιές.

Ποια νέα πράγματα μας ελευθερώνουν και ποια μας κάνουν λίγο περισσότερο εξαρτημένους χωρίς να το καταλάβουμε.

Και κυρίως:

ποιος είναι αυτός που προχωρά;

Γιατί όσο ρωτάμε πού πηγαίνει η Τεχνητή Νοημοσύνη, ίσως χάνουμε το ουσιαστικό.

Το ερώτημα δεν είναι μόνο πού πηγαίνει εκείνη.

Το ερώτημα είναι πού πηγαίνουμε εμείς μαζί της.

Και ίσως, για πρώτη φορά, η απάντηση να μην βρίσκεται ούτε στον άνθρωπο ούτε στη μηχανή.

Αλλά στη σχέση που τώρα αρχίζει να δημιουργείται ανάμεσά τους.

Μια σχέση που πιθανότατα θα μας αλλάξει περισσότερο απ’ όσο σήμερα μπορούμε να φανταστούμε.

Όχι απότομα.

Όχι θεαματικά.

Σχεδόν αμελητέα τη φορά.

Μέχρι μια μέρα να κοιτάξουμε πίσω.

Και να προσπαθήσουμε να θυμηθούμε ποιοι ήμασταν πριν αρχίσουμε να ρωτάμε.

Και τότε ίσως η πραγματική ερώτηση να μην είναι πια

«Quo vadimus?»

αλλά κάτι λίγο πιο δύσκολο:

ποιοι θα είμαστε όταν φτάσουμε εκεί;

Μείνετε ενημερωμένοι με το Newpost. Ακολουθήστε μας για να μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο.