5 Ιανουαρίου 2026
Δημοσίευση: 07:02'
Τελευταία ενημέρωση: 09:13'

Το Διεθνές Δίκαιο και το «Δίκαιο του Ισχυρού» – Άρθρο του Γιώργου Βουλγαράκη

Το Διεθνές Δίκαιο γεννήθηκε ως υπόσχεση πως η ισχύς μπορεί να μπει σε πλαίσιο.

Δημοσίευση: 07:02’
Τελευταία ενημέρωση: 09:13’

Το Διεθνές Δίκαιο γεννήθηκε ως υπόσχεση πως η ισχύς μπορεί να μπει σε πλαίσιο.

Με αφορμή τις διεθνείς αντιδράσεις που πυροδότησε η υπόθεση Μαδούρο και η αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση στη Βενεζουέλα, ο πρώην υπουργός και πανεπιστημιακός Γιώργος Α. Βουλγαράκης παρεμβαίνει με ένα κείμενο-πλαίσιο για τη μεγάλη εικόνα: πώς το Διεθνές Δίκαιο, από κανονιστικό «όριο» της ισχύος, μετατρέπεται – όπως υποστηρίζει – σε ρητορικό εργαλείο που εφαρμόζεται «κατά περίσταση».

Στο επίκεντρο της παρέμβασής του βρίσκεται το ερώτημα που αφορά άμεσα και την Ελλάδα: μπορεί μια χώρα που θεμελιώνει διαχρονικά τη στρατηγική της στον σεβασμό της κυριαρχίας και του Χάρτη του ΟΗΕ, να σιωπά όταν ανάλογες πρακτικές υιοθετούνται από συμμάχους; Ή, όπως σημειώνει, ο κόσμος έχει ήδη περάσει σε μια νέα φάση όπου οι κανόνες ακολουθούν την ισχύ – δεν την περιορίζουν.

Η «υπόσχεση» του Διεθνούς Δικαίου και το ρήγμα

Ο Γιώργος Α. Βουλγαράκης υπενθυμίζει ότι το Διεθνές Δίκαιο γεννήθηκε ως υπόσχεση πως η ισχύς μπορεί να μπει σε πλαίσιο: από τη Βεστφαλία μέχρι τον Χάρτη του ΟΗΕ, η ανθρωπότητα προσπάθησε να οικοδομήσει μια τάξη όπου οι κανόνες υπερισχύουν των όπλων.

Όμως – όπως τονίζει – ακόμη κι όταν η εφαρμογή ήταν ατελής, υπήρχε ένα ισχυρό «φρένο»: η ανάγκη των ισχυρών να επικαλούνται νομιμότητα και να τηρούν έστω προσχήματα. Αυτή η ανάγκη ήταν, κατά την ανάλυσή του, η πραγματική δύναμη του διεθνούς συστήματος.

Σήμερα, υποστηρίζει, αυτή η νομιμοποιητική δύναμη αποψιλώνεται: επιλεκτική εφαρμογή, μονομερείς ενέργειες, διαφορετικά μέτρα για όμοιες περιπτώσεις.

Από τον Θουκυδίδη στη Realpolitik

Ο συγγραφέας παραπέμπει ευθέως στον «Διάλογο των Μηλίων» του Θουκυδίδη – «ο ισχυρός προχωρά όσο του επιτρέπει η δύναμή του…» – υπογραμμίζοντας ότι η διεθνής σκηνή μοιάζει να επιστρέφει σε μια ωμή λογική ισχύος.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσει και την αμερικανική επιχείρηση κατά του καθεστώτος Μαδούρο, την οποία χαρακτηρίζει ηθικά νομιμοποιημένη λόγω της φύσης του καθεστώτος, αλλά νομικά μετέωρη σε αυστηρό πλαίσιο διεθνούς δικαίου: μια πράξη Realpolitik, όπου το αποτέλεσμα επιβάλλεται πάνω στη διαδικασία.

Το ελληνικό δίλημμα: ρεαλισμός ή συνέπεια;

Ο Βουλγαράκης σημειώνει ότι για μικρότερα κράτη – όπως η Ελλάδα – η πραγματικότητα αυτή είναι ιδιαίτερα πιεστική. Περιγράφει μια στρατηγική που κινείται ρεαλιστικά: στοίχιση με το «στρατόπεδο του ισχυρού» και παράλληλα ενίσχυση της άμυνας, με στόχο ασφάλεια, στήριξη και ανταλλάγματα.

Ωστόσο, αναδεικνύει και την αντίφαση: η Ελλάδα έχει καταδικάσει παραβιάσεις κυριαρχίας όπως η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ή η τουρκική παρουσία στην Κύπρο – μπορεί, όμως, να αποδέχεται ή να σιωπά όταν «παρόμοιες πρακτικές» προέρχονται από συμμάχους;

Η απάντησή του είναι σκληρά ρεαλιστική: το σύστημα – όπως λέει – λειτουργεί πλέον όχι με καθολική συνέπεια, αλλά με στρατηγική επιλογή. Δεν εγκαταλείπεις το Διεθνές Δίκαιο ως αξία, αλλά το επικαλείσαι επιλεκτικά, γνωρίζοντας ότι η επιβίωση εξαρτάται από τους συσχετισμούς ισχύος.

«Η νομιμότητα δεν είναι πλέον αναγκαία»

Ιδιαίτερο βάρος δίνει ο συγγραφέας στο προηγούμενο που δημιουργεί η σύλληψη εν ενεργεία αρχηγού κράτους από ξένη δύναμη, χωρίς διεθνή εντολή, χωρίς διαδικασία έκδοσης, χωρίς καν προσχηματική νομιμοποίηση. Κατά τον Βουλγαράκη, αυτό δεν είναι απλώς μία παραβίαση: είναι σημάδι εποχής.

Η βασική του θέση είναι ότι το Διεθνές Δίκαιο δεν καταρρέει επειδή παραβιάζεται, αλλά παραβιάζεται επειδή έχει ήδη καταρρεύσει ως κανονιστικό σύστημα. Ένας κόσμος όπου η ισχύς δεν χρειάζεται πλέον να «κρύβεται» πίσω από νομικά επιχειρήματα είναι, όπως υπογραμμίζει, ένας κόσμος πιο επικίνδυνος για μικρότερες και μεσαίες χώρες.

Το συμπέρασμα: κανόνες ή συσχετισμοί;

Στο κλείσιμο της παρέμβασής του, ο Γιώργος Α. Βουλγαράκης θέτει το κρίσιμο τρίπτυχο που – όπως σημειώνει – αναδεικνύει η υπόθεση Μαδούρο:
ποιος αποφασίζει, με ποια νομιμοποίηση, και με ποιο κόστος.

Και καταλήγει με μια φράση-κλειδί: το Διεθνές Δίκαιο λειτουργεί μόνο όταν το αποδέχονται οι ισχυροί. Όταν δεν το αποδέχονται, απλώς παύει να ισχύει – μια πραγματικότητα που, όπως σημειώνει, η ελληνική εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να αγνοήσει.

Ολόκληρο το κείμενο:

Το Διεθνές Δίκαιο και το  Δίκαιο του Ισχυρού

Το Διεθνές Δίκαιο γεννήθηκε ως μια υπόσχεση: ότι η ισχύς μπορεί να περιοριστεί, ότι η βία μπορεί να τιθασευτεί, ότι οι λαοί μπορούν να ζήσουν σε έναν κόσμο όπου οι κανόνες υπερισχύουν των όπλων.

Από τη Βεστφαλία μέχρι τον Χάρτη του ΟΗΕ, η ανθρωπότητα προσπάθησε να οικοδομήσει ένα σύστημα όπου η κυριαρχία, η ισότητα και η ειρήνη δεν θα ήταν απλώς ευχές, αλλά δεσμευτικές αρχές.

Αυτή η υπόσχεση δεν ήταν ποτέ πλήρως υλοποιημένη. 

Ήταν όμως κανονιστική: λειτουργούσε ως μέτρο, ως κριτήριο, ως όριο. Ακόμη και οι ισχυροί ένιωθαν την ανάγκη να τηρούν προσχήματα, να επικαλούνται νομικές βάσεις, να παρουσιάζουν τις πράξεις τους ως συμβατές με το διεθνές δίκαιο.

Αυτό το στοιχείο —η ανάγκη επίκλησης της νομιμότητας, ήταν στην ουσία η πραγματική δύναμη του διεθνούς δικαίου.

Ωστόσο, η πραγματικότητα αποδεικνύεται πολύ πιο ανθεκτική από τη θεωρία. 

Η επιλεκτική εφαρμογή των κανόνων, η διαφορετική αντιμετώπιση όμοιων περιπτώσεων και η μονομερής δράση ισχυρών κρατών, έχουν αποψιλώσει  τη νομιμοποιητική ισχύ του διεθνούς συστήματος. 

Είναι προφανές ότι η στάση των ισχυρών κρατών  σε σχέση με το Διεθνές Δίκαιο είναι  ιστορικά, εργαλειακή. 

Το επικαλούνται όταν εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους και το παρακάμπτουν όταν τα περιορίζει. 

Αυτό δεν αποτελεί ιδεολογική ιδιοτροπία, αλλά έκφραση μιας βαθιάς ρεαλιστικής αντίληψης: η ισχύς προηγείται των κανόνων και οι κανόνες υπάρχουν όσο υποστηρίζονται από ισχύ. 

Βρισκόμαστε λοιπόν σε μια εποχή που θυμίζει τον «Διάλογο των Μηλίων» του Θουκυδίδη: «Ο ισχυρός προχωρά όσο του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύναμος υποχωρεί όσο του επιβάλλει η αδυναμία του». 

Η συμπεριφορά των ΗΠΑ, αν και ηθικά νομιμοποιημένη  λόγω της φύσης του καθεστώτος Μαδούρο, παραμένει νομικά μετέωρη σε ένα αυστηρό πλαίσιο διεθνούς δικαιοσύνης. 

Είναι μια πράξη Realpolitik (ρεαλιστικής πολιτικής) που επιβάλλει το αποτέλεσμα επί της διαδικασίας. 

Αυτή η πραγματικότητα θέτει σε δύσκολη θέση μικρότερα κράτη, όπως η Ελλάδα. Η ελληνική εξωτερική πολιτική, αναγνωρίζοντας ότι το διεθνές περιβάλλον έχει μεταβληθεί και ότι η εποχή της καθολικής ισχύος των κανόνων έχει παρέλθει, επιλέγει  – ορθώς, ρεαλιστικά να στοιχίζεται με το στρατόπεδο του ισχυρού παράλληλα με την ενίσχυση του αμυντικού της μηχανισμού.  Προσδοκά ασφάλεια, στήριξη και γεωπολιτικά ανταλλάγματα.

Κι όμως, εδώ ανακύπτει μια προφανής αντίφαση. Η Ελλάδα, σωστά, έχει καταδικάσει παραβιάσεις κυριαρχίας όπως την Ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ή τη συνεχιζόμενη Τουρκική παρουσία στην Κύπρο. Μπορεί όμως  ταυτόχρονα, να αποδέχεται ή να σιωπά μπροστά σε παρόμοιες πρακτικές όταν προέρχονται από συμμάχους;

Πρέπει να είμαστε μεταξύ μας  ειλικρινείς : μπορεί γιατί το σύστημα  έτσι λειτουργεί πιά. Όχι με βάση την καθολική συνέπεια, αλλά με βάση τη στρατηγική επιλογή. 

Η Ελλάδα συνεπώς, δεν εγκαταλείπει το Διεθνές Δίκαιο ως αξία· το επικαλείται όμως επιλεκτικά, γνωρίζοντας ότι η επιβίωσή της εξαρτάται από τη θέση της εντός των συσχετισμών ισχύος.

Το «παράδειγμα» Μαδούρο» άλλωστε , δεν αφορά μόνο τη Βενεζουέλα και δεν αποτελεί την μοναδική εξαίρεση. Είναι η επιβεβαίωση μιας τάσης που έχει ήδη παγιωθεί. Η Ρωσία το έκανε στην Ουκρανία, , η Κίνα στη Νότια Σινική Θάλασσα, οι ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική. Όλες οι μεγάλες δυνάμεις δρουν με βάση το συμφέρον, όχι τον κανόνα. 

Η σύλληψη ενός εν ενεργεία αρχηγού κράτους από ξένη δύναμη, χωρίς διεθνή εντολή, χωρίς διαδικασία έκδοσης, χωρίς καν προσχηματική νομιμοποίηση, αποτελεί κάτι περισσότερο από παραβίαση.

Αποτελεί αποδοχή 

  • Ότι η νομιμότητα δεν είναι πλέον αναγκαία. 
  • Ότι η ισχύς δεν χρειάζεται να κρύβεται. 
  • Ότι το διεθνές δίκαιο δεν λειτουργεί πια ως φραγμός, αλλά ως ρητορικό εργαλείο που χρησιμοποιείται κατά βούληση.

Αυτό είναι το φιλοσοφικό βάθος της υπόθεσης: δεν καταρρέει το Διεθνές Δίκαιο επειδή παραβιάζεται. Παραβιάζεται επειδή έχει ήδη καταρρεύσει ως κανονιστικό σύστημα.

Ο κόσμος φαίνεται να επιστρέφει σε μια κατάσταση όπου η ισχύς προηγείται του δικαίου. Όχι επειδή οι κανόνες έπαψαν να υπάρχουν, αλλά επειδή έπαψαν να δεσμεύουν.

Η φιλοσοφία του διεθνούς δικαίου στηρίζεται στην ιδέα ότι τα κράτη, ανεξαρτήτως μεγέθους, έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις. Η πραγματικότητα του 21ου αιώνα δείχνει δυστυχώς, ότι τα κράτη έχουν τόσα δικαιώματα όση ισχύ διαθέτουν.

Η μετάβαση είναι βαθιά: Δεν ζούμε πλέον σε ένα σύστημα κανόνων, αλλά σε ένα σύστημα συσχετισμών. Το δίκαιο δεν προηγείται της ισχύος· ακολουθεί την ισχύ. Και όταν η ισχύς αλλάζει, αλλάζει και η ερμηνεία του δικαίου.

Η υπόθεση Μαδούρο επομένως είναι ενδεικτική για το :

  • Ποιος αποφασίζει, με ποια νομιμοποίηση και με ποιο κόστος. 
  • Αν το Διεθνές Δίκαιο παραμένει κοινό πλαίσιο ή έχει μετατραπεί σε ρητορικό εργαλείο. 
  • Αν τα μικρότερα  και μεσαία κράτη μπορούν  να ελπίζουν σε έναν κόσμο κανόνων ή απλώς μαθαίνουν να επιβιώνουν σε έναν κόσμο ισχύος.

Προς το παρόν το μόνο βέβαιο είναι ότι το  Διεθνές Δίκαιο λειτουργεί μόνο όταν το αποδέχονται οι ισχυροί. Όταν δεν το αποδέχονται, απλώς παύει να ισχύει. 

Αυτήν την πραγματικότητα , η Ελληνική εξωτερική πολιτική προφανώς  δεν μπορεί να την αγνοήσει όσο και αν διαφωνεί με τον πυρήνα της, γεγονός για το οποίο είμαι επίσης βέβαιος. 

Γιώργος Α. Βουλγαράκης

π. Υπουργός – Πανεπιστημιακός


TOP NEWS

uncached