Υιοθεσία στην Ελλάδα: Τι προβλέπει ο νέος νόμος, οι καινοτομίες του
Οι θεσμοί της υιοθεσίας και της αναδοχής ανηλίκων αποτελούν τους κυριότερους και σημαντικότερους θεσμούς παιδικής προστασίας.
Οι θεσμοί της υιοθεσίας και της αναδοχής ανηλίκων αποτελούν τους κυριότερους και σημαντικότερους θεσμούς παιδικής προστασίας.
*Μιρέλλα Καστριώτη
Το ζήτημα της υιοθεσίας είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο και απασχολεί μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας σε συνδυασμό και με την αυξημένη υπογεννητικότητα που εμφανίζεται στη χώρα μας. Οι θεσμοί της υιοθεσίας και της αναδοχής ανηλίκων αποτελούν τους κυριότερους και σημαντικότερους θεσμούς παιδικής προστασίας, έχοντας σαν απώτερο στόχο την οικογενειακή αποκατάσταση των παιδιών που χρήζουν ιδιαίτερης φροντίδας και μέριμνας εκ μέρους του κράτους.
Από μελέτες που έχουν γίνει σε παγκόσμιο επίπεδο, τα παιδιά που έχουν τοποθετεί σε ανάδοχη ή θετή οικογένεια, παρουσιάζουν μειωμένα ψυχοκοινωνικά προβλήματα σε αντίθεση με τα παιδιά που μεγαλώνουν σε διάφορες δομές κλειστής φροντίδας, όπου παρατηρούνται ποικίλα προβλήματα: συναισθηματικές διαταραχές, προβλήματα που σχετίζονται με την ψυχική και συναισθηματική τους υγεία, καθώς και δυσκολία στην ένταξή τους στην κοινωνία κατά την ενηλικίωσή τους.
Σύμφωνα με στοιχεία από το Κέντρο Κοινωνικής Πρόνοιας της Περιφέρειας Αττικής και την Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ), ο αριθμός των υιοθεσιών ανά έτος στην Ελλάδα κυμαίνεται σε χαμηλά επίπεδα, γεγονός που οφείλεται στις ιδιαίτερα χρονοβόρες διαδικασίες υιοθεσίας που ίσχυαν στη χώρα μας πριν από την εφαρμογή του ισχύοντος νόμου 4538/2018. Ειδικότερα, σήμερα, στην Ελλάδα, υιοθετούνται περίπου 250 παιδιά κάθε χρόνο, την ίδια στιγμή που σε κρατικά και ιδιωτικά ιδρύματα υπολογίζεται ότι βρίσκονται 1500 παιδιά. Παράλληλα, οι δομές κλειστής φροντίδας και φιλοξενίας παιδιών υπολογίζονται σε 82 μονάδες σε όλη την Ελλάδα, σύμφωνα με πρόσφατη καταμέτρηση.
Μάλιστα, τα επιμέρους αριθμητικά στοιχεία καταδεικνύουν τα χαμηλά ποσοστά υιοθεσιών ετησίως με βάση το προϊσχύσαν νομικό καθεστώς. Ειδικότερα:
Το σύνολο των υιοθεσιών, δημόσιων και ιδιωτικών στην Ελλάδα, για τα έτη 2014 έως και 2019 έχει ως εξής:
Το έτος 2014 υιοθετήθηκαν 361 παιδιά, το 2015 υιοθετήθηκαν 271 παιδιά, το έτος 2016 υιοθετήθηκαν 221 παιδιά, το έτος 2017 υιοθετήθηκαν 393 παιδιά, το έτος 2018 υιοθετήθηκαν 333 παιδιά και το έτος 2019 υιοθετήθηκαν 283 παιδιά.
Ειδικά για την Αττική, όπου βρίσκονται και οι περισσότερες δομές, ο αριθμός των δημόσιων υιοθεσιών είναι ακόμη πιο χαμηλός: Το έτος 2014 υιοθετήθηκαν μόλις 66 παιδιά, το 2015 υιοθετήθηκαν 47 παιδιά, το έτος 2016 υιοθετήθηκαν 65 παιδιά, το έτος 2017 υιοθετήθηκαν 58 παιδιά, το έτος 2018 υιοθετήθηκαν 67 παιδιά και το έτος 2019 υιοθετήθηκαν 64 παιδιά.
Έτσι, κατά το προϊσχύσαν ελληνικό δίκαιο, η διαδικασία της υιοθεσίας ενός παιδιού από ένα ίδρυμα παιδικής προστασίας, υπήρξε ιδιαίτερα μακρόχρονη και απαιτητική. Για παράδειγμα, ο χρόνος αναμονής για τους υποψήφιους γονείς μπορεί να έφτανε τα έξι χρόνια, γεγονός που, είτε αποθάρρυνε πολλά ζευγάρια, είτε κατέφευγαν σε μη νόμιμες μεθόδους απόκτησης ενός παιδιού.
Ο νέος εφαρμοστέος νόμος 4538/2018 για την Αναδοχή και την Υιοθεσία προσβλέπει στον εκσυγχρονισμό και την επιτάχυνση της διαδικασίας υιοθεσίας και στην εξασφάλιση και αποτελεσματική κατοχύρωση των υιοθετούντων και υιοθετουμένων, ενώ βελτιώνει σημαντικά τους θεσμούς παιδικής προστασίας και ενισχύει τη μέριμνα και την ιδιαίτερη φροντίδα εκ μέρους του κράτους, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην αιτιολογική του έκθεση, μειώνοντας αισθητά το χρονικό όριο για την ολοκλήρωση των διαδικασιών της υιοθεσίας με την επίσπευσή τους.
Για το λόγο αυτό θεσπίστηκε για πρώτη φορά ανώτατο όριο αναμονής για τα διάφορα στάδια της τέλεσης των διαδικασιών της αναδοχής και της υιοθεσίας. Πλέον ο προβλεπόμενος χρόνος υιοθεσίας είναι 8 έως 12 μήνες.
Στις καινοτομίες του νόμου αυτού είναι καταρχήν:
Η δημιουργία του Εθνικού Συμβουλίου Αναδοχής και Υιοθεσίας, ως συμβουλευτικού και γνωμοδοτικού οργάνου, του Εθνικού Μητρώου Ανηλίκων, στο οποίο θα εγγράφονται υποχρεωτικά όλα τα παιδιά που τοποθετούνται σε μονάδες προστασίας και φροντίδας ή πρόκειται να δοθούν σε ανάδοχο γονέα ή να υιοθετηθούν, του Εθνικού Μητρώου Υποψήφιων Θετών Γονέων και του Εθνικού Μητρώου Υποψήφιων Ανάδοχων Γονέων και Εγκεκριμένων Ανάδοχων Ανηλίκων.
Μια άλλη καινοτομία του νόμου 4538/2018 είναι η λειτουργία διαδικτυακής πλατφόρμας μέσω της ιστοσελίδας anynet.gr, η οποία συνδέει όλα τα ιδρύματα φιλοξενίας παιδιών στην Ελλάδα και στην οποία καταχωρίζονται από τους υποψήφιους γονείς ηλεκτρονικά πλέον τα απαιτούμενα δικαιολογητικά.
Επιπλέον, με το νέο νόμο εισήχθη ο θεσμός της ανάθεσης διεξαγωγής της κοινωνικής έρευνας και της σύνταξης κοινωνικής έκθεσης σε πιστοποιημένους κοινωνικούς λειτουργούς. Έτσι, αφού ελεγχθούν τα κατατεθέντα δικαιολογητικά, διεξάγεται κοινωνική έρευνα από ειδικευμένο κοινωνικό λειτουργό ως προς το οικογενειακό περιβάλλον των υποψήφιων γονέων, προκειμένου να αξιολογηθούν οι συνθήκες ζωής τους και οι δυνατότητες παροχής φροντίδας στο παιδί.
Προκειμένου να επιτευχθεί η υιοθεσία απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η εγγραφή των υποψηφίων γονέων που πληρούν τις κατά το νόμο προϋποθέσεις στο Ειδικό Μητρώο Υποψήφιων Θετών Γονέων, το οποίο θεσμοθετήθηκε με το νόμο 4538/2018. Κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η σειρά προτεραιότητας που καθορίζεται από την εγγραφή στο Εθνικό Μητρώο δεν παρακάμπτεται.
Για την ολοκλήρωση ωστόσο της εγγραφής προαπαιτούμενη είναι η επιτυχής ολοκλήρωση του ειδικού προγράμματος επιμόρφωσης / εκπαίδευσης υποψήφιων θετών γονέων, και αποτελεί και αυτό σημαντική καινοτομία του ισχύοντος νόμου όπως έχει οριστεί στην 4489/11.10.2019 Υπουργική Απόφαση. Το πρόγραμμα αυτό διαρκεί 30 ώρες, καλύπτει 6 θεματικές ενότητες που αναμένεται ότι θα βοηθήσουν τους υποψήφιους θετούς γονείς να ανταποκριθούν στις προκλήσεις της ανατροφής των παιδιών στη σύγχρονη εποχή, αλλά και να αντιμετωπίσουν επαρκώς τα ιδιαίτερα θέματα που μπορεί να προκύψουν από την ειδική κατάσταση της υιοθεσίας.
Στη συνέχεια οι υποψήφιοι θετοί γονείς αναμένουν ειδοποίηση ότι υπάρχει το κατάλληλο γι’ αυτούς παιδί, το οποίο έχει ουσιαστικά επιλεγεί μέσω της πλατφόρμας.
Η διαδικασία ολοκληρώνεται με την έκδοση δικαστικής απόφασης για την υιοθεσία του παιδιού, στην οποία συμμετέχουν οι υποψήφιοι γονείς. Το δικαστήριο απαγγέλλει την υιοθεσία με απόφασή του, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος και η υιοθεσία είναι προς το συμφέρον του υιοθετούμενου. Τα αποτελέσματα της απόφασης αρχίζουν αφότου αυτή γίνει τελεσίδικη. Συνεκτιμά δε, το Δικαστήριο την έκθεση της κοινωνικής υπηρεσίας, την προσωπικότητα, την υγεία και την οικογενειακή και περιουσιακή κατάσταση εκείνων που υιοθετούν και του υιοθετούμενου, καθώς και την αμοιβαία ικανότητα τους προσαρμογής στο νέο οικογενειακό περιβάλλον.
Σημαντικό στοιχείο είναι ότι με τον ισχύοντα νόμο προβλέπεται για πρώτη φορά η δυνατότητα απόκτησης της ιδιότητας του αναδόχου γονέα σε όσους έχουν υπογράψει σύμφωνο συμβίωσης.
Ωστόσο, στο ν. 4538/2018, ο θεσμός της υιοθεσίας παιδιών δεν φαίνεται να επεκτείνεται και στα ομόφυλα ζευγάρια.
Πρέπει δε να τονιστεί ότι η θεσμοθέτηση της υιοθεσίας από ομόφυλα ζευγάρια είναι ένα φλέγον πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα όχι μόνο για τη χώρα μας, αλλά και για πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η Κομισιόν έχει ταχθεί υπέρ του δικαιώματος να υιοθετούν παιδιά τα ομόφυλα ζευγάρια και έχει ζητήσει από τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. να προωθήσουν τη νέα νομοθεσία για την αναγνώριση διαφορετικών οικογενειακών μοντέλων, όπως είναι τα ζευγάρια του ιδίου φύλου με παιδιά.
Την τελευταία δεκαετία το ποσοστό των χωρών σε όλον τον κόσμο, που επιτρέπει στα ομόφυλα ζευγάρια να υιοθετούν, έχει αυξηθεί από 4% σε 16%. Η διαδικασία που συνήθως ακολουθούν οι χώρες είναι αρχικά η θεσμοθέτηση του συμφώνου συμβίωσης μεταξύ των ομόφυλων ζευγαριών, το οποίο στη συνέχεια επεκτείνουν σε γάμο και σταδιακά καλύπτουν και την υιοθεσία παιδιών.
Σε γενικές γραμμές, τα κράτη με τα πιο πολλά δικαιώματα στο ζήτημα της υιοθεσίας παιδιών από ομόφυλα ζευγάρια είναι στη Νότια Αμερική, στη Βόρεια Αμερική και στη Δυτική Ευρώπη. Ειδικά στην Ευρώπη, 16 χώρες έχουν θεσπίσει το γάμο ομόφυλων ζευγαριών και την υιοθεσία από κοινού για τα ομόφυλα ζευγάρια, ενώ το σύμφωνο συμβίωσης το έχουν θεσπίσει 24 χώρες.
Παγκοσμίως, έχουν διεξαχθεί ποικίλες έρευνες επιστημόνων με ειδίκευση σε ζητήματα ψυχολογίας σχετικά με το θέμα της αναδοχής και της υιοθεσίας από ομόφυλα ζευγάρια. Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες έρευνες και μάλιστα από παγκοσμίως αναγνωρισμένους φορείς στην Αμερική, όπως την Αμερικανική Ψυχολογική Εταιρεία, την Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία, την Αμερικανική Ιατρική Εταιρεία και την Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρική οι οποίες αναφέρουν ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός των γονέων δεν έχει μετρήσιμες επιπτώσεις στην ποιότητα των σχέσεων γονέα-παιδιού, στην ψυχική υγεία των παιδιών ή στην κοινωνική τους προσαρμογή.
Σύμφωνα με την εν λόγω έρευνα, οι τρεις πιο σημαντικοί παράγοντες που σχετίζονται με την υγιή προσαρμογή των παιδιών είναι:
(1) η ποιότητα των σχέσεων γονέα-παιδιού,
(2) η ποιότητα των σχέσεων των σημαντικών ενηλίκων στη ζωή του παιδιού (για παράδειγμα οι σχέσεις ανάμεσα στους γονείς) και
(3) οι οικονομικοί και άλλοι πόροι που είναι στη διάθεση του παιδιού.
Ωστόσο, σημαντικό ρόλο παίζει το κοινωνικό περιβάλλον που θα πρέπει να λειτουργήσει με τέτοιο τρόπο, ούτως ώστε τα παιδιά που θα υιοθετηθούν από ομόφυλα ζευγάρια να μην αντιμετωπίσουν τον κοινωνικό στιγματισμό.
Η δημόσια συζήτηση για το θέμα αυτό είναι σε εξέλιξη και αναμένουμε τα αποτελέσματά της.
Καταλήγοντας θα έλεγα ότι η πράξη της υιοθεσίας είναι ιδιαίτερα ευεργετική για τα παιδιά, διότι τα οφέλη γι’ αυτά είναι πολλαπλά και όπως έχει αποδειχθεί επιστημονικά καλύπτουν διάφορους τομείς της σωματικής και ψυχικής τους ανάπτυξης. Η σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στους θετούς γονείς και στο παιδί και η αίσθηση της οικογενειακής θαλπωρής, συντελούν στην ομαλή ανάπτυξη των παιδιών και στην αίσθηση συναισθηματικής ασφάλειας.
Κάθε παιδί επιβάλλεται να μπορεί να απολαύσει την σταθερότητα και, την αγάπη μιας λειτουργικής οικογένειας. Να του δοθεί η αποδοχή, η αγάπη, η αναγνώριση μέσα σε ένα πλαίσιο ζωής που μόνο η οικογένεια ως το πρωταρχικό κύτταρο της κοινωνίας μπορεί να του προσφέρει.
Ο θεσμός της υιοθεσίας πρέπει να διευρυνθεί και να γίνει αντιληπτός σαν μία συλλογική ανάληψη ευθύνης για την προστασία των δικαιωμάτων των παιδιών και εν τέλει της ίδιας της κοινωνικής συνοχής.
Η επιτάχυνση της διαδικασίας της υιοθεσίας θα συμβάλλει σημαντικά στην μείωση της παραμονής των παιδιών σε φορείς παιδικής προστασίας και κατά λογική ακολουθία στην μείωση των δυσμενών συνεπειών αυτής της παραμονής για τα παιδιά, ενώ ταυτόχρονα θα ενθαρρύνει τους ενδιαφερόμενους να προχωρήσουν στη διαδικασία αυτή και να εκπληρώσουν το όνειρο τους. Είναι βέβαιο ότι η γονεϊκότητα εκφράζει τον τρόπο που είμαστε γονείς και αποτελεί το φυσικό περιβάλλον ανάπτυξης του παιδιού, δηλώνει μια μορφή δέσμευσης του γονέα προς το παιδί του και ευθύνης για την εξέλιξη μιας συνεχώς εξελισσόμενης σχέσης, ιδιαίτερα ισχυρής, η οποία το επηρεάζει σε γνωστικό, ψυχολογικό και κοινωνικό επίπεδο, αλλά ταυτόχρονα η σχέση που φέρνει και την μεγαλύτερη εκπλήρωση.
*Η Μιρέλλα Καστριώτη είναι Δικηγόρος, LL.M Δημοσίου Δικαίου και υποψήφια Σύμβουλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών
ολες οι ειδησεις
- Οι… γεναιόδωρες παροχές, η άφιξη Κοβέσι και ο Παναγόπουλος – Δείτε το βίντεο
- Πρωτιά της Ελλάδας στους «27» στη μείωση του δημοσίου χρέους
- Ανακαλύφθηκε ακέφαλο άγαλμα της θεάς Αθηνάς στην Τουρκία (Βίντεο)
- Αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της ΔΕΗ ύψους 4 δισ. ευρώ
Ακολουθήστε το Newpost.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr