31 Μαΐου 2025
Δημοσίευση: 12:54'
Τελευταία ενημέρωση: 10:37'

«Αθήνα: Η καθημερινότητα σε τεντωμένο σχοινί – Ενοίκια, ακρίβεια και το κόστος της ζωής»

Από την ακρίβεια στα ενοίκια μέχρι την κίνηση και το άγχος: Η σκληρή καθημερινότητα των κατοίκων της Αθήνας σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη

Δημοσίευση: 12:54’
Τελευταία ενημέρωση: 10:37’

Από την ακρίβεια στα ενοίκια μέχρι την κίνηση και το άγχος: Η σκληρή καθημερινότητα των κατοίκων της Αθήνας σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη

Η Αθήνα συγκαταλέγεται πλέον επίσημα στις πιο ακριβές πρωτεύουσες της Ευρώπης, καταλαμβάνοντας την 9η θέση – ξεπερνώντας ακόμη και πόλεις όπως το Παρίσι και το Βερολίνο σε κόστος διαβίωσης. Βασικές ανάγκες όπως τρόφιμα, είδη πρώτης ανάγκης και ενέργεια έχουν σημειώσει απότομες αυξήσεις τιμών. Σύμφωνα με ανάλυση, οι τιμές σε βασικά αγαθά διαβίωσης έχουν «εκτοξευθεί» με συνεχείς ανατιμήσεις, την ίδια στιγμή που τα εισοδήματα – παρά την άνοδο των τελευταίων ετών – δεν συμβαδίζουν με αυτές τις αυξήσεις.

Τα καθημερινά έξοδα ενός νοικοκυριού έχουν βαρύνει αισθητά. Οι τιμές στα ράφια των σούπερ μάρκετ συνέχισαν την ανοδική τους πορεία τον τελευταίο χρόνο, καθιστώντας δυσβάσταχτο το κόστος ακόμα και για τα απαραίτητα μιας οικογένειας. Έρευνα του ΙΕΛΚΑ κατέγραψε αυξήσεις σε βασικές κατηγορίες τροφίμων: π.χ. τροφές κατοικιδίων +11,2%, νερά/αναψυκτικά +11,2%, φρέσκα φρούτα & λαχανικά +7,5% σε σχέση με έναν χρόνο . Αντίστοιχα, είδη παντοπωλείου όπως τα έλαια ανέβηκαν ~4,4%. Αξιοσημείωτη είναι η περίπτωση του ελαιολάδου, όπου οι τιμές εκτοξεύθηκαν διεθνώς – αυξήσεις έως 613% μέσα σε ένα έτος παγκοσμίως – μετατρέποντάς το σχεδόν σε «είδος πολυτελείας» για τον καταναλωτή. Συνολικά, το καλάθι της νοικοκυράς έγινε ακριβότερο, πιέζοντας ιδιαίτερα τα μεσαία και χαμηλότερα εισοδήματα.

Παράλληλα, η ενεργειακή κρίση συνεχίζει να επηρεάζει το κόστος διαβίωσης. Τα μηνιαία έξοδα ενός μέσου νοικοκυριού στην Αθήνα για ρεύμα, νερό, θέρμανση και λοιπές υπηρεσίες κοινής ωφέλειας έχουν φτάσει περίπου τα 203 € για ένα διαμέρισμα ~85 τ.μ. Αν και η τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος στην Αθήνα έχει παρουσιάσει μικρή αποκλιμάκωση (μέση τιμή ~22,97 σεντς/KWh, ελαφρώς κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ), το βάρος στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς παραμένει υψηλό.

Ενοίκια και τιμές κατοικίας στα ύψη

Το κόστος στέγασης αποτελεί ίσως τον μεγαλύτερο «πονοκέφαλο» για τους Αθηναίους.  Τα ενοίκια στην πρωτεύουσα έχουν αυξηθεί κατά 40-50% τα τελευταία χρόνια, σε ένα «ράλι» τιμών που μοιάζει να μην έχει τέλος. Ένα μέσο μηνιαίο ενοίκιο για διαμέρισμα 80 τ.μ. το 2019 ήταν περίπου 600 €, ενώ σήμερα εκτινάσσεται πολύ υψηλότερα, επιβαρύνοντας δυσανάλογα τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Η ραγδαία άνοδος αποδίδεται τόσο στην αυξημένη ζήτηση (π.χ. τουριστικές μισθώσεις τύπου Airbnb, περιορισμένη προσφορά κατοικιών) όσο και στην γενικότερη επιστροφή της αγοράς ακινήτων μετά την δεκαετή κρίση. Το αποτέλεσμα είναι πολλοί ενοικιαστές να δυσκολεύονται να ανταπεξέλθουν: ένα σημαντικό ποσοστό εισοδήματος πλέον κατευθύνεται μόνο στη στέγη.

Αντίστοιχα, και οι τιμές αγοράς κατοικιών βρίσκονται σε τροχιά ανόδου. Οι τιμές των διαμερισμάτων στην Ελλάδα αυξήθηκαν με διψήφιο ρυθμό – περίπου 13,9% σε μέσο ετήσιο επίπεδο. Ειδικά στην Αθήνα, ο δείκτης τιμών κατοικιών ξεπέρασε τα προηγούμενα ιστορικά υψηλά. Παρά την άνοδο των τιμών, η αγορά κατοικίας δεν αποτελεί εύκολη διέξοδο για τους περισσότερους, καθώς το κόστος δανεισμού έχει επίσης εκτοξευθεί. Το επιτόκιο στεγαστικού δανείου στην Ελλάδα έχει φτάσει ~5,5% σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, τη στιγμή που σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες τα αντίστοιχα επιτόκια παραμένουν κοντά στο 2%. Έτσι, το όνειρο της απόκτησης κατοικίας γίνεται πιο δύσκολο, ενώ και όσοι έχουν ήδη δάνειο στενάζουν από τις υψηλότερες δόσεις.

Αυτές οι πιέσεις στη στέγαση αντικατοπτρίζονται άμεσα στο διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών. Μια πρόσφατη διεθνής συγκριτική έρευνα (Tradingpedia) ανέδειξε την Αθήνα ως τρίτη πιο δυσβάσταχτη πρωτεύουσα στην Ευρώπη για έναν εργαζόμενο: ο μέσος καθαρός μισθός (~1.017 €) υπολείπεται των βασικών μηνιαίων δαπανών (~1.149 €) κατά 132 €. Για μια τετραμελή οικογένεια η εικόνα είναι παρόμοια, καθώς τα αναγκαία έξοδα απορροφούν το 93% του οικογενειακού εισοδήματος. Με άλλα λόγια, σχεδόν δεν περισσεύει τίποτε για αποταμίευση ή έκτακτες ανάγκες. Αυτή η δυσαναλογία εισοδημάτων-δαπανών καταδεικνύει πόσο «εχθρική» έχει γίνει η πόλη για πολλά νοικοκυριά. Δεν είναι τυχαίο ότι σύμφωνα με ετήσια έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, σχεδόν 6 στα 10 νοικοκυριά (60,7%) δηλώνουν πως το μηνιαίο εισόδημά τους δεν επαρκεί για να βγάλουν ολόκληρο τον μήνα – φτάνει μόλις για 19 ημέρες κατά μέσο όρο. Οι περισσότεροι αναγκάζονται να «ροκανίζουν» αποταμιεύσεις ή να περικόπτουν δαπάνες για να αντεπεξέλθουν.

Το αδιέξοδο μιας γενιάς: Νέοι, ανεργία και ακρίβεια στην Ελλάδα – Ζουν με λιγότερα και ονειρεύονται με… φόβο

Κυκλοφοριακή συμφόρηση και κόστος μετακίνησης

Κηφισός

Η μετακίνηση στην Αθήνα αποτελεί πρόκληση τόσο οικονομικά όσο και σε επίπεδο καθημερινής ποιότητας ζωής. Η πόλη κατατάσσεται σταθερά ανάμεσα στις πιο επιβαρυμένες κυκλοφοριακά στην Ευρώπη. Σύμφωνα με τον δείκτη κυκλοφοριακής συμφόρησης TomTom (2023), η Αθήνα βρέθηκε 16η στην Ευρώπη σε συμφόρηση (31η παγκοσμίως), με τους οδηγούς να χρειάζονται κατά μέσο όρο 23 λεπτά για μια διαδρομή 10 χιλιομέτρων. Το τίμημα σε χαμένο χρόνο είναι τεράστιο: εκτιμάται ότι ο μέσος Αθηναίος οδηγός περνά 112 ώρες τον χρόνο μποτιλιαρισμένος στην κίνηση – δηλαδή σχεδόν πέντε 24ωρα ετησίως χαμένα σε ουρές αυτοκινήτων. Οι στενοί δρόμοι, η ανεπαρκής στάθμευση και η υψηλή συγκέντρωση οχημάτων καθιστούν την κυκλοφορία ασθμαίνουσα, με προφανείς συνέπειες και στην ατμοσφαιρική ρύπανση και τον θόρυβο.

Οι δημόσιες συγκοινωνίες προσπαθούν να απορροφήσουν μέρος του φόρτου, με μέτρια όμως επιτυχία.  Ωστόσο, η κάλυψη του δικτύου και η συχνότητα δρομολογίων δεν επαρκούν πάντα για τις ανάγκες μιας μητροπολιτικής περιοχής 4 εκατομμυρίων κατοίκων. Η Αθήνα διαθέτει μόλις τρεις γραμμές μετρό σε λειτουργία, γεγονός που αφήνει πολλά προάστια εξαρτημένα από λεωφορεία ή Ι.Χ. Παρά τις πρόσφατες επεκτάσεις (π.χ. μετρό προς Πειραιά) και τα σχέδια για νέα γραμμή, το μερίδιο των μετακινήσεων που καλύπτουν τα μέσα σταθερής τροχιάς παραμένει χαμηλότερο από άλλες πόλεις αντίστοιχου μεγέθους.

Για όσους εξακολουθούν να βασίζονται στο αυτοκίνητο, το κόστος είναι πολλαπλό: εκτός από την ακριβή βενζίνη που αναφέρθηκε , προστίθενται τα έξοδα συντήρησης, διοδίων, αλλά και ο «αόρατος» οικονομικός φόρος των ωρών που χάνονται στην κίνηση. Το άμεσο οικονομικό βάρος μιας τέτοιας μετακίνησης γίνεται αισθητό στον οικογενειακό προϋπολογισμό. Σύμφωνα με την ίδια έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, σχεδόν 1 στα 2 νοικοκυριά (49,4%) είδαν  τις δαπάνες τους για μετακινήσεις (καύσιμα, εισιτήρια κ.λπ.) να αυξάνονται σημαντικά λόγω ακρίβειας. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι περίεργο που ολοένα και περισσότεροι Αθηναίοι επανεξετάζουν τις συνήθειες μετακίνησής τους – κάποιοι επιλέγουν τις συγκοινωνίες ή και εναλλακτικούς τρόπους (ποδήλατο, περπάτημα) για να μειώσουν το κόστος, ενώ άλλοι περιορίζουν τις μη απαραίτητες διαδρομές.

Ψυχολογικό βάρος στους κατοίκους

Οι οικονομικές και καθημερινές αυτές πιέσεις έχουν σοβαρό αντίκτυπο στην ψυχική υγεία και την ευημερία των κατοίκων. Η συνεχής αγωνία να “βγει ο μήνας” και το άγχος για τις διαρκώς αυξανόμενες τιμές δημιουργούν ένα αίσθημα ανασφάλειας. Οκτώ στους δέκα εργαζόμενους στην Ελλάδα δηλώνουν ότι έχουν επηρεαστεί από τις ανατιμήσεις, και σχεδόν 1 στους 2 ανησυχεί αν θα τα βγάλει πέρα με τον μισθό του. Οι εργαζόμενοι – ειδικά οι νεότεροι – αναφέρουν ότι το κόστος ζωής είναι πλέον η υπ’ αριθμόν ένα ανησυχία τους, πάνω και από την ανεργία ή άλλες κοινωνικές προκλήσεις. Αυτό το διαρκές οικονομικό στρες μεταφέρεται και στην προσωπική ζωή, μειώνοντας τη διάθεση και την ενέργεια.

Οι στατιστικές επιβεβαιώνουν την επιδείνωση της ψυχολογικής επιβάρυνσης. Σε πανευρωπαϊκή δημοσκόπηση του Ευρωβαρόμετρου αποτυπώθηκε ότι 6 στους 10 Έλληνες – ποσοστό από τα υψηλότερα στην Ευρώπη – δήλωσαν πως πάλεψαν με κατάθλιψη ή άγχος μέσα στο τελευταίο έτος. Η Ελλάδα μάλιστα αναδείχθηκε ως η πιο αγχωτική χώρα της Ευρώπης σε σχετική μελέτη, με κύριες αιτίες το οικονομικό άγχος, την εργασιακή ανασφάλεια και γενικότερα τις κοινωνικές πιέσεις. Η δεκαετής οικονομική κρίση άφησε βαθιά τραύματα στην κοινωνία, και παρότι ακολούθησε μια περίοδος ανάκαμψης, πολλοί πολίτες νιώθουν ότι ζουν συνεχώς «στο κόκκινο».

Το ψυχολογικό βάρος εκδηλώνεται με διάφορους τρόπους. Πολλοί κάτοικοι της Αθήνας αναφέρουν ότι περιορίζουν κοινωνικές δραστηριότητες που άλλοτε τους ευχαριστούσαν, λόγω κόστους αλλά και μειωμένης διάθεσης. Οι μισοί περίπου (50%) των νοικοκυριών έκοψαν τις δαπάνες για εξόδους σε εστιατόρια, καφέ, κινηματογράφους. Αντίστοιχα, πάνω από 4 στους 10 περιόρισαν αγορές για ρούχα/παπούτσια ή είδη σπιτιού. Αυτή η αναγκαστική λιτότητα στην καθημερινότητα επηρεάζει αρνητικά την ποιότητα ζωής και την ψυχολογία – δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο όπου το άγχος για τα οικονομικά οδηγεί σε κοινωνική απομόνωση και απαισιοδοξία για το μέλλον. Παρά ταύτα, οι κάτοικοι της Αθήνας επιδεικνύουν αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα: η οικογενειακή και φιλική αλληλεγγύη λειτουργεί ως δίχτυ ασφαλείας, ενώ ολοένα και περισσότεροι αναζητούν υποστήριξη (π.χ. συμβουλευτική, διαδικτυακές κοινότητες) για να διαχειριστούν το στρες της καθημερινότητας.

Σύγκριση με άλλες Ευρωπαϊκές πόλεις: Λισαβόνα, Βαρκελώνη, Βουδαπέστη

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Αθήνα δεν είναι μοναδικές – και άλλες ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις ανάλογου μεγέθους βιώνουν παρόμοιες πιέσεις, αν και με διαφορετικές αποχρώσεις. Λισαβόνα: Η πορτογαλική πρωτεύουσα, με πληθυσμό και οικονομία αντίστοιχη της Αθήνας, έχει δει το κόστος ζωής να εκτοξεύεται τα τελευταία χρόνια λόγω τουρισμού και ξένων επενδύσεων. Τα ενοίκια στη Λισαβόνα έχουν αυξηθεί δραματικά, δημιουργώντας στεγαστική κρίση για τους ντόπιους – φαινόμενο γνώριμο και στους Αθηναίους. Οι μισθοί στην Πορτογαλία παραμένουν σχετικά χαμηλοί, όπως και στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα η αγοραστική δύναμη πολλών κατοίκων να διαβρώνεται. Πράγματι, πρόσφατες συγκρίσεις δείχνουν ότι η Λισαβόνα είναι εξίσου ακριβή με την Αθήνα: απαιτούνται περίπου 4.600 € στη Λισαβόνα για το ίδιο βιοτικό επίπεδο που με 3.800 € καλύπτεται στην Αθήνα. Η πορτογαλική κυβέρνηση έχει λάβει μέτρα (π.χ. πάγωμα ενοικίων, κίνητρα για οικονομικά προσιτή κατοικία), όμως το πρόβλημα παραμένει έντονο.

Βαρκελώνη: Η καταλανική μητρόπολη είναι πιο ευημερούσα από την Αθήνα σε όρους μέσου εισοδήματος, όμως και εκεί το κόστος στέγασης έχει γίνει καυτό ζήτημα. Η Βαρκελώνη αντιμετωπίζει επίσης πίεση από τον τουρισμό και την οικονομική ανάπτυξη, που ωθούν τις τιμές κατοικιών προς τα πάνω. Σε αντίθεση με την Αθήνα, στην Ισπανία υπάρχουν μηχανισμοί όπως έλεγχοι ενοικίων σε ορισμένες περιφέρειες και υψηλότερο ποσοστό κοινωνικής κατοικίας, που προσφέρουν κάποια ανακούφιση. Ωστόσο, οι νέοι της Βαρκελώνης αντιμετωπίζουν δυσκολίες παρόμοιες με τους Αθηναίους στο να ανεξαρτητοποιηθούν οικονομικά, συχνά συγκατοικώντας ή μένοντας με την οικογένεια μέχρι αργά στα 20s τους. Το γενικό κόστος ζωής (τρόφιμα, μετακινήσεις) στη Βαρκελώνη παραμένει υψηλό αλλά συγκριτικά οι τοπικοί μισθοί το αντισταθμίζουν κάπως καλύτερα από ό,τι στην Αθήνα – αν και το αίσθημα «στενότητας» είναι κοινό στους κατοίκους και των δύο πόλεων.

Βουδαπέστη: Η ουγγρική πρωτεύουσα έχει μικρότερο μέσο εισόδημα από την Αθήνα, αλλά και το κόστος ζωής της μέχρι πρότινος ήταν χαμηλότερο. Ωστόσο, η εκρηκτική αύξηση του πληθωρισμού στην Ουγγαρία την περίοδο 2022-2023 – από τις υψηλότερες στην Ευρώπη – μετέβαλε δραματικά το τοπίο. Οι τιμές τροφίμων στη Βουδαπέστη σημείωσαν άνοδο-ρεκόρ (άνω του 20% ετησίως σε κάποιους μήνες, ροκανίζοντας το εισόδημα των νοικοκυριών. Αντίστοιχα, τα ενοίκια και οι τιμές κατοικιών ακολουθούν ανοδική τάση καθώς η πόλη προσελκύει επενδύσεις. Συγκριτικά, η Αθήνα είχε πιο μέτρια πληθωριστική αύξηση αλλά ξεκινά από υψηλότερη βάση κόστους. Σε δείκτες διεθνών συγκρίσεων, η αγοραστική δύναμη στην Αθήνα και τη Βουδαπέστη είναι παρόμοια χαμηλή σε σύγκριση με πλουσιότερες πρωτεύουσες της δυτικής Ευρώπης. Το κοινό συμπέρασμα είναι ότι οι κάτοικοι και των δύο πόλεων δαπανούν μεγάλο μέρος του εισοδήματός τους απλώς για να καλύψουν βασικές ανάγκες, με ελάχιστο περιθώριο για αποταμίευση.

Συνολικά, η Αθήνα παρουσιάζει μια από τις χειρότερες ισορροπίες κόστους-οφέλους για τον μέσο κάτοικο. Σύμφωνα με τα τελευταία δεδομένα, συγκαταλέγεται στο Top-3 των λιγότερο προσιτών πρωτευουσών της Ευρώπης για τους εργαζόμενους, βάσει της σχέσης μισθών και κόστους ζωής. Η Λισαβόνα και η Βουδαπέστη αντιμετωπίζουν συγκρίσιμες πιέσεις, ενώ πόλεις όπως η Βαρκελώνη αν και πιο πλούσιες έχουν κι αυτές τις δικές τους «στενωπούς». Το φαινόμενο της ακρίβειας λοιπόν είναι πανευρωπαϊκό, πλήττει ιδιαίτερα τον ευρωπαϊκό Νότο και Ανατολή, αλλά στην Αθήνα φαίνεται εντονότερο λόγω και της πολυετούς απομείωσης των εισοδημάτων την προηγούμενη δεκαετία.

Ρεαλιστική αισιοδοξία για το μέλλον

Παρά τις ζοφερές προκλήσεις, υπάρχουν λόγοι για συγκρατημένη αισιοδοξία. Η ελληνική οικονομία το 2024-2025 συνεχίζει να αναπτύσσεται και η ανεργία έχει υποχωρήσει, γεγονός που δίνει περιθώρια για βελτίωση εισοδημάτων. Ήδη ο κατώτατος μισθός αυξάνεται κάθε χρόνο , ενισχύοντας κάπως την αγοραστική δύναμη των χαμηλόμισθων. Ο πληθωρισμός επίσης παρουσιάζει τάση αποκλιμάκωσης σε σχέση με τα διψήφια επίπεδα του 2022, ιδιαίτερα στις τιμές της ενέργειας και ορισμένων αγαθών.

Στην καθημερινότητα της πόλης, μικρές βελτιώσεις μπορούν να κάνουν διαφορά. Η επέκταση του μετρό (προσεχώς η νέα Γραμμή 4) και η ανανέωση του στόλου λεωφορείων αναμένεται να βελτιώσουν τις μετακινήσεις, μειώνοντας τόσο τον χρόνο όσο και το κόστος για τους πολίτες. Παράλληλα, ολοένα και περισσότεροι κάτοικοι υιοθετούν πρακτικές εξοικονόμησης – από την εγκατάσταση ηλιακών θερμοσιφώνων και ενεργειακών συσκευών για μείωση λογαριασμών, μέχρι την κοινή χρήση αυτοκινήτου (carpooling) για τη μοιρασιά των εξόδων καυσίμων. Οι Αθηναίοι έχουν αποδείξει διαχρονικά ότι μπορούν να προσαρμοστούν σε δύσκολες συνθήκες. Η κοινωνική αλληλεγγύη παραμένει ισχυρή: οικογένειες, φίλοι και γείτονες στηρίζουν ο ένας τον άλλον, ενώ πρωτοβουλίες όπως οι ανταλλακτικές αγορές και τα κοινωνικά παντοπωλεία παρέχουν ανάσες στους πιο αδύναμους.

Η Αθήνα του 2025 σίγουρα δεν είναι μια εύκολη πόλη – το κόστος ζωής είναι υψηλό και οι ρυθμοί πιεστικοί. Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι μόνο αρνητική. Οι διαρθρωτικές αλλαγές στην οικονομία και οι μεταρρυθμίσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη στοχεύουν στο να καταστήσουν την ζωή στην πόλη πιο βιώσιμη. Με σταδιακή σύγκλιση μισθών προς τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, καλύτερο πολεοδομικό σχεδιασμό και ενίσχυση των υποδομών, υπάρχουν προοπτικές να γίνει η καθημερινότητα των Αθηναίων πιο ανθρώπινη. Σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές μητροπόλεις, η Αθήνα διατηρεί ορισμένα πολύτιμα πλεονεκτήματα: το κλίμα και η ποιότητα ζωής πέρα από τα οικονομικά (ηλιοφάνεια, πολιτισμός, ανθρώπινες σχέσεις) παραμένουν στοιχεία που οι κάτοικοι εκτιμούν. Με ρεαλισμό αλλά και ελπίδα, οι Αθηναίοι συνεχίζουν να αγωνίζονται για μια καλύτερη ζωή στην πόλη τους – μια πόλη με πλούσια ιστορία, που αξίζει ένα πιο φωτεινό μέλλον.


TOP NEWS

uncached