Δημοσίευση: ’

Guardian: Γιατί ο Πούτιν μιλά τώρα για «τέλος» του πολέμου στην Ουκρανία – Οι 5 λόγοι πίσω από τη νέα στρατηγική της Μόσχας

Η πίεση στο μέτωπο, οι απώλειες, η οικονομία και ο παράγοντας Τραμπ αλλάζουν σταδιακά τα δεδομένα για το Κρεμλίνο

Επιμέλεια: Λαμπριάνα Κυριακού
Δημοσίευση: ’
Πούτιν
Επιμέλεια: Λαμπριάνα Κυριακού

Η πίεση στο μέτωπο, οι απώλειες, η οικονομία και ο παράγοντας Τραμπ αλλάζουν σταδιακά τα δεδομένα για το Κρεμλίνο

Την ώρα που ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται για τέταρτη χρονιά με αμείωτη ένταση, οι πρόσφατες δηλώσεις του Βλαντίμιρ Πούτιν περί ενός πιθανού «τέλους» της σύγκρουσης προκάλεσαν νέο κύκλο συζητήσεων γύρω από τις πραγματικές επιδιώξεις της Μόσχας.

Παρότι το Κρεμλίνο εξακολουθεί να διατηρεί σκληρή στάση στις διαπραγματεύσεις και να επιμένει στις βασικές του απαιτήσεις απέναντι στο Κίεβο, μια σειρά στρατιωτικών, οικονομικών και γεωπολιτικών εξελίξεων φαίνεται να επηρεάζουν πλέον σοβαρά τη στρατηγική της Ρωσίας.

Σύμφωνα με ανάλυση του Guardian, πίσω από τη νέα ρητορική του Ρώσου προέδρου βρίσκονται πέντε κρίσιμοι παράγοντες που αλλάζουν σταδιακά την εικόνα του πολέμου και δημιουργούν νέα δεδομένα τόσο στο πεδίο των μαχών όσο και στο διπλωματικό παρασκήνιο.

Η Ρωσία δείχνει να χάνει τη δυναμική της στο μέτωπο

Μετά την αποτυχία της ουκρανικής αντεπίθεσης το καλοκαίρι του 2023, η Ρωσία είχε καταφέρει να αποκτήσει σταδιακά τον έλεγχο της πρωτοβουλίας των κινήσεων στο πεδίο των επιχειρήσεων. Οι ρωσικές προελάσεις μπορεί να ήταν αργές και εξαιρετικά κοστοβόρες σε ανθρώπινες απώλειες, ωστόσο είχε διαμορφωθεί η εικόνα ότι η Ουκρανία οδηγούνταν σταδιακά σε στρατιωτική φθορά χωρίς δυνατότητα ανατροπής της κατάστασης.

Το τελευταίο διάστημα όμως, σύμφωνα με τον Guardian, αυτή η εικόνα φαίνεται να αλλάζει.

Η ανακατάληψη του Κουπιάνσκ από τις ουκρανικές δυνάμεις στα τέλη του 2025 προκάλεσε αιφνιδιασμό ακόμη και σε δυτικούς στρατιωτικούς αναλυτές, ενώ τα προβλήματα συντονισμού που αντιμετώπισαν οι ρωσικές δυνάμεις λόγω περιορισμών στη χρήση του Starlink και του Telegram επηρέασαν σημαντικά τη λειτουργία τους στο μέτωπο.

Την ίδια ώρα, ουκρανικές επιχειρήσεις στη Ζαπορίζια οδήγησαν σε ανακατάληψη περιοχών που η Μόσχα θεωρούσε ασφαλείς, ενισχύοντας την αίσθηση ότι η μέχρι πρότινος αργή αλλά σταθερή ρωσική προέλαση δεν θεωρείται πλέον δεδομένη.

Σύμφωνα με το Institute for the Study of War, η Ρωσία κατέγραψε τον Απρίλιο καθαρή απώλεια εδαφών για πρώτη φορά μετά το καλοκαίρι του 2024, όταν η Ουκρανία είχε πραγματοποιήσει αιφνιδιαστική επιχείρηση στην περιοχή του Κουρσκ.

Οι απώλειες ίσως ξεπερνούν τις δυνατότητες αναπλήρωσης

Ένας ακόμη παράγοντας που φαίνεται να προβληματίζει τη Μόσχα αφορά τις ανθρώπινες απώλειες.

Το Κίεβο υποστηρίζει ότι τους τελευταίους μήνες οι ρωσικές απώλειες στο μέτωπο ξεπερνούν πλέον τον αριθμό των νέων στρατολογήσεων. Αν και οι αριθμοί αυτοί δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν πλήρως από ανεξάρτητες πηγές, οι ουκρανικές εκτιμήσεις βασίζονται σε στοιχεία από το πεδίο των συγκρούσεων και κυρίως στις επιθέσεις drones που έχουν αλλάξει δραματικά τη μορφή του πολέμου.

Σύμφωνα με τις ουκρανικές αναφορές, μόνο τον Μάρτιο και τον Απρίλιο σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν περίπου 35.000 Ρώσοι στρατιώτες.

Την ίδια στιγμή, τα στοιχεία που προκύπτουν από ρωσικούς περιφερειακούς προϋπολογισμούς δείχνουν ότι οι νέες κατατάξεις κυμαίνονται πλέον μεταξύ 24.000 και 30.000 στρατιωτών τον μήνα.

Αναλυτές εκτιμούν ότι το Κρεμλίνο επιθυμεί να αποφύγει ένα νέο κύμα γενικής επιστράτευσης, καθώς η κινητοποίηση του 2022 είχε προκαλέσει έντονες κοινωνικές αντιδράσεις και μαζική φυγή πολιτών από τη χώρα.

Οι ουκρανικές επιθέσεις πιέζουν τη ρωσική οικονομία

Η οικονομική διάσταση του πολέμου αποτελεί επίσης κρίσιμο στοιχείο για τη νέα ρωσική στάση. Παρότι η αύξηση των τιμών του πετρελαίου λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή προσέφερε προσωρινή οικονομική ανάσα στη Μόσχα, οι ουκρανικές επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές δημιουργούν νέες πιέσεις.

Σύμφωνα με τη Σχολή Οικονομικών του Κιέβου, τα ρωσικά έσοδα από τις εξαγωγές πετρελαίου έφτασαν τον Μάρτιο τα 19 δισεκατομμύρια δολάρια, σχεδόν διπλάσια σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα.

Ωστόσο, οι συνεχείς επιθέσεις με drones και πυραύλους σε διυλιστήρια και πετρελαϊκούς τερματικούς σταθμούς στη Βαλτική έχουν επηρεάσει σημαντικά τις εξαγωγικές δυνατότητες της Ρωσίας.

Αναλυτές εκτιμούν ότι εάν οι διεθνείς τιμές πετρελαίου υποχωρήσουν το επόμενο διάστημα, η πίεση στη ρωσική οικονομία θα ενταθεί ακόμη περισσότερο.

Η Ουκρανία επενδύει πλέον στη δική της πολεμική τεχνολογία

Ένα ακόμη στοιχείο που φαίνεται να αλλάζει την ισορροπία είναι η τεχνολογική προσαρμογή της Ουκρανίας.

Στα πρώτα στάδια του πολέμου, το Κίεβο εξαρτιόταν σχεδόν αποκλειστικά από τη δυτική στρατιωτική βοήθεια, επενδύοντας σημαντικές προσδοκίες στα αμερικανικά συστήματα Patriot και στα μαχητικά F-16.

Σταδιακά όμως έγινε σαφές ότι τα δυτικά αποθέματα όπλων δεν είναι ανεξάντλητα. Αυτό οδήγησε την Ουκρανία στην ανάπτυξη δικής της αμυντικής βιομηχανίας, με έμφαση κυρίως στην τεχνολογία drones και στις δυνατότητες πυραυλικών επιθέσεων μεγάλης ακτίνας.

Οι επιθέσεις βαθιά μέσα στη ρωσική επικράτεια, ακόμη και εκατοντάδες χιλιόμετρα από το μέτωπο, θεωρούνται από αναλυτές απόδειξη της νέας επιχειρησιακής ικανότητας του Κιέβου.

Παράλληλα, η Ουκρανία υποστηρίζει ότι τα νέα συστήματα αναχαίτισης drones έχουν ενισχύσει σημαντικά την αποτελεσματικότητα της αεράμυνάς της απέναντι στις ρωσικές επιθέσεις.

Ο παράγοντας Τραμπ και η διπλωματική στρατηγική της Μόσχας

Πέρα όμως από το στρατιωτικό και οικονομικό πεδίο, σημαντικό ρόλο παίζει και η πολιτική διάσταση της σύγκρουσης.

Σύμφωνα με τον Guardian, η Μόσχα εκτιμά ότι μπορεί να αξιοποιήσει πολιτικά μια πιθανή επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στο επίκεντρο των αμερικανικών εξελίξεων.

Η ρωσική πλευρά θεωρεί ότι ο Τραμπ θα μπορούσε να πιέσει τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι να αποδεχθεί εδαφικές παραχωρήσεις στο Ντονέτσκ, δίνοντας έτσι μια διέξοδο στη σύγκρουση υπό όρους ευνοϊκούς για τη Μόσχα.

Παρά τις δημόσιες αναφορές περί πιθανής ειρήνευσης, πάντως, δεν υπάρχουν μέχρι στιγμής ενδείξεις ότι η Ρωσία έχει εγκαταλείψει τις βασικές στρατηγικές της απαιτήσεις.

Στενοί συνεργάτες του Κρεμλίνου εξακολουθούν να δηλώνουν ότι οποιαδήποτε ουσιαστική ειρηνευτική διαδικασία προϋποθέτει την αποχώρηση της Ουκρανίας από περιοχές του Ντονέτσκ.

Όπως σημειώνει ο Guardian, η πιο ήπια ρητορική Πούτιν ίσως αποτελεί περισσότερο μια προσπάθεια επαναφοράς του ουκρανικού ζητήματος στο επίκεντρο της αμερικανικής πολιτικής ατζέντας, σε μια περίοδο που η προσοχή της Ουάσιγκτον έχει στραφεί κυρίως στην κρίση με το Ιράν και τη Μέση Ανατολή.

Μείνετε ενημερωμένοι με το Newpost. Ακολουθήστε μας για να μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο.