«Ψυχούλα» ο Τραμπ: «Η Μελόνι με ικέτευε για μια φωτογραφία, δεν θα την είχα βγάλει, αλλά την λυπήθηκα»
Μέχρι τον πόλεμο στο Ιράν, η Μελόνι και ο Τραμπ ήταν καλοί φίλοι και ήταν η μοναδική ευρωπαία ηγέτης που είχε προσκληθεί πέρυσι στην ορκωμοσία του
Μέχρι τον πόλεμο στο Ιράν, η Μελόνι και ο Τραμπ ήταν καλοί φίλοι και ήταν η μοναδική ευρωπαία ηγέτης που είχε προσκληθεί πέρυσι στην ορκωμοσία του
Ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ είπε σήμερα στην εκπομπή Aria che Tira του ιταλικού τηλεοπτικού σταθμού La7 ότι η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι τον «ικέτευε» να βγάλει μια φωτογραφία μαζί της στη σύνοδο κορυφής της Ομάδας των Επτά (G7) αυτή την εβδομάδα.
Στην αρχή της συνέντευξης, ο Τραμπ έστρεψε αμέσως τη συζήτηση στην Μελόνι, ρωτώντας «πώς είναι η πρωθυπουργός σας; Τι είπε όταν με συνάντησε;». «Είναι πιθανόν χαρούμενη που της μίλησα», πρόσθεσε. «Δεν χρειαζόταν να της μιλήσω. Δεν ξέρω τι να πω. Με ικέτευε να βγάλω φωτογραφία μαζί της. Ήθελε τόσο πολύ μια φωτογραφία μαζί μου. Δεν θα την είχα βγάλει, αλλά την λυπήθηκα».
Ο πόλεμος στο Ιράν έφερε τριγμούς στις σχέσεις τους
Μέχρι τον πόλεμο στο Ιράν, η Μελόνι και ο Τραμπ ήταν καλοί φίλοι και ήταν η μοναδική ευρωπαία ηγέτης που είχε προσκληθεί πέρυσι στην ορκωμοσία του. Ωστόσο η ιταλική κυβέρνηση αρνήθηκε να δώσει στις ΗΠΑ την άδεια να χρησιμοποιήσουν στη διάρκεια του πολέμου μια αεροπορική βάση στη Σικελία για επιδρομές. Ο Τραμπ κατηγόρησε την Ιταλία ότι δεν βοηθάει και είπε ότι η Μελόνι άλλαξε.
Η πρωθυπουργός προκάλεσε επίσης την οργή του Τραμπ υπερασπιζόμενη τον πάπα Λέοντα ΙΔ’ αφού ο πρόεδρος δήλωσε ότι ο ποντίφικας είναι «μαλακός απέναντι στο έγκλημα» και «καταστροφικός για την εξωτερική πολιτική», μετά τις επικρίσεις του εναντίον του πολέμου.
Μετά τη σύνοδο κορυφής, η Μελόνι δήλωσε ότι οι σχέσεις της με τον Τραμπ δεν έχουν αλλάξει, ότι δεν υπήρξαν «αντεγκλήσεις» και ότι οι δύο ηγέτες κατανοούν τις απόψεις ο ένας του άλλου.
Στη διάρκεια της συνόδου της G7, ο Τραμπ δήλωσε σε συνομιλία, στην οποία συμμετείχαν επίσης ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα και ο γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, ότι «εγκαταλείφθηκε» από την Μελόνι. Όταν ο Κόστα ρώτησε αν η Μελόνι και ο Τραμπ τα ξαναβρήκαν, η ιταλίδα πρωθυπουργός είπε «ήμασταν πάντα φίλοι». Ο Τραμπ χαμογέλασε λέγοντας, «εγκαταλείφθηκα». «Όχι, δεν συνέβη», απάντησε αμέσως γελώντας η πρωθυπουργός.
Η συμφωνία Τραμπ με το Ιράν απέναντι στο deal Ομπάμα – Ποιος πέτυχε την καλύτερη διαπραγμάτευση
Η νέα συμφωνία του Ντόναλντ Τραμπ με το Ιράν άνοιξε ξανά τη μεγάλη συζήτηση που στοιχειώνει την αμερικανική εξωτερική πολιτική εδώ και μία δεκαετία: ήταν τελικά λάθος η συμφωνία του Μπαράκ Ομπάμα το 2015 ή μήπως ο Τραμπ, αφού την κατήγγειλε ως «καταστροφική», οδηγήθηκε σήμερα σε ένα πλαίσιο ακόμη πιο αβέβαιο;
Η σύγκριση είναι αναπόφευκτη. Το JCPOA (Joint Comprehensive Plan of Action), η συμφωνία του 2015 ανάμεσα στο Ιράν και τις μεγάλες δυνάμεις, ήταν ένα εκτενές, τεχνικά λεπτομερές κείμενο που περιόριζε το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα με αντάλλαγμα την άρση κυρώσεων. Το νέο πλαίσιο Τραμπ, σύμφωνα με αναλύσεις διεθνών μέσων όπως ο Guardian, το CBS, το Reuters και το Associated Press, μοιάζει περισσότερο με πολιτικό μνημόνιο κατάπαυσης του πυρός και έναρξης νέων συνομιλιών παρά με ολοκληρωμένη πυρηνική συμφωνία.
Από το «χειρότερο deal» στη νέα διαπραγμάτευση
Ο Τραμπ είχε χτίσει μεγάλο μέρος της εξωτερικής του πολιτικής πάνω στην απόρριψη της συμφωνίας Ομπάμα. Το 2018 απέσυρε τις ΗΠΑ από το JCPOA, υποστηρίζοντας ότι ήταν η «χειρότερη συμφωνία» και ότι δεν περιόριζε επαρκώς ούτε το πυρηνικό πρόγραμμα ούτε τους βαλλιστικούς πυραύλους ούτε την περιφερειακή δράση της Τεχεράνης.
Η υπόσχεσή του ήταν ότι θα πετύχαινε μια καλύτερη, πιο σκληρή και πιο μόνιμη συμφωνία. Όμως, όπως σημείωσε ο Guardian σε ανάλυσή του, ο Τραμπ χρειάζεται πλέον να αποδείξει ότι το κόστος της σύγκρουσης και της πίεσης απέδωσε κάτι ουσιαστικά καλύτερο από εκείνο που είχε πετύχει ο Ομπάμα.
Τι προέβλεπε η συμφωνία Ομπάμα
Το JCPOA του 2015 είχε έναν καθαρό στόχο: να απομακρύνει το Ιράν από την απόκτηση πυρηνικού όπλου, χωρίς να καταργεί πλήρως το δικαίωμά του σε πολιτικό πυρηνικό πρόγραμμα.
Με βάση τη συμφωνία, η Τεχεράνη δεσμευόταν να περιορίσει τον εμπλουτισμό ουρανίου στο 3,67% για 15 χρόνια, να κρατήσει απόθεμα εμπλουτισμένου ουρανίου κάτω από 300 κιλά και να μειώσει σημαντικά τον αριθμό των φυγοκεντρητών της. Το ίδιο το κείμενο του JCPOA προέβλεπε το όριο των 300 κιλών και του εμπλουτισμού έως 3,67%.
Παράλληλα, η συμφωνία έβαζε υπό αυστηρή επιτήρηση κρίσιμες εγκαταστάσεις, περιόριζε τη λειτουργία του Fordow και προέβλεπε ανασχεδιασμό του αντιδραστήρα βαρέος ύδατος στο Arak, ώστε να μην μπορεί να παράγει πλουτώνιο για στρατιωτική χρήση. Σύμφωνα με συνοπτική παρουσίαση του Reuters, το JCPOA αύξανε τον χρόνο που θα χρειαζόταν το Ιράν για να αποκτήσει υλικό για πυρηνικό όπλο από λίγους μήνες σε περίπου έναν χρόνο.
Τι αλλάζει με τη συμφωνία Τραμπ
Η νέα συμφωνία Τραμπ, όπως περιγράφεται από τα διεθνή μέσα, δεν είναι αντίστοιχη με το JCPOA. Δεν πρόκειται για πολυσέλιδο τεχνικό κείμενο με λεπτομερείς πυρηνικούς περιορισμούς, αλλά για ένα πλαίσιο 14 σημείων που παρατείνει την κατάπαυση του πυρός και ανοίγει παράθυρο 60 ημερών για μια πιο μόνιμη συμφωνία.
Αυτό είναι το πρώτο μεγάλο πρόβλημα για τους επικριτές του. Η συμφωνία Ομπάμα έλεγε εξαρχής τι θα συμβεί με το ουράνιο, τους φυγοκεντρητές, τις εγκαταστάσεις και τις επιθεωρήσεις. Η συμφωνία Τραμπ αφήνει τα πιο κρίσιμα ζητήματα για αργότερα.
Σύμφωνα με το Associated Press, το νέο πλαίσιο περιλαμβάνει άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, άρση του αμερικανικού αποκλεισμού σε ιρανικά λιμάνια, εξαιρέσεις για εξαγωγές πετρελαίου και ένα νέο παράθυρο διαπραγμάτευσης για το πυρηνικό πρόγραμμα. Ωστόσο, δεν αντιμετωπίζει ευθέως το πυραυλικό πρόγραμμα του Ιράν ούτε τη στήριξή του σε περιφερειακούς συμμάχους και πληρεξουσίους, όπως η Χεζμπολάχ και οι Χούθι.
Το μεγάλο κέρδος του Ιράν: χρόνος και χρήμα
Αν υπάρχει ένα σημείο στο οποίο συγκλίνουν αρκετές αναλύσεις, είναι ότι το Ιράν κερδίζει άμεση οικονομική ανάσα. Η επανεκκίνηση των εξαγωγών πετρελαίου και η πιθανή αποδέσμευση παγωμένων κεφαλαίων δίνουν στην Τεχεράνη πρόσβαση σε πόρους την ώρα που η οικονομία της πιέζεται.
Ο Τραμπ παρουσιάζει αυτό το στοιχείο ως αναγκαίο κόστος για να αποφευχθεί μια παγκόσμια οικονομική κρίση. Σύμφωνα με το Reuters, ο Αμερικανός πρόεδρος συνέδεσε τη συμφωνία με την ανάγκη να αποφευχθεί οικονομική καταστροφή, εξηγώντας ότι η συνέχιση του πολέμου θα μπορούσε να οδηγήσει σε ενεργειακό σοκ και βαθιά διεθνή αναταραχή.
Με άλλα λόγια, το Ιράν αξιοποίησε το ισχυρότερο διαπραγματευτικό του χαρτί: τη δυνατότητα να προκαλέσει αστάθεια στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας μέσω των Στενών του Ορμούζ. Εκεί βρίσκεται και η βασική διαφορά με το 2015. Η συμφωνία Ομπάμα ήταν κυρίως πυρηνική. Η συμφωνία Τραμπ είναι ταυτόχρονα πυρηνική, ενεργειακή, στρατιωτική και γεωοικονομική.
Το πυρηνικό κενό της νέας συμφωνίας
Το πιο ευαίσθητο ζήτημα παραμένει το πυρηνικό πρόγραμμα. Το JCPOA είχε συγκεκριμένους αριθμούς, όρια και μηχανισμούς. Η νέα συμφωνία φαίνεται να μιλά για μελλοντική διευθέτηση του αποθέματος εμπλουτισμένου ουρανίου και για πιθανή αραίωσή του υπό διεθνή εποπτεία.
Όμως αυτό δεν αρκεί για όσους φοβούνται ότι η Τεχεράνη θα αξιοποιήσει το μεταβατικό διάστημα για καθυστερήσεις. Η IAEA έχει ήδη επισημάνει ότι μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ από το JCPOA και τις επόμενες εξελίξεις, το Ιράν σταμάτησε σταδιακά να εφαρμόζει κρίσιμες πυρηνικές δεσμεύσεις, περιορίζοντας και τη δυνατότητα πλήρους παρακολούθησης από τον Οργανισμό.
Αυτό σημαίνει ότι το νέο πλαίσιο ξεκινά από πολύ χειρότερη θέση σε σχέση με το 2015. Τότε υπήρχε ένα πρόγραμμα που έμπαινε σε περιορισμούς. Τώρα υπάρχει ένα πρόγραμμα που έχει προχωρήσει, μια σχέση εμπιστοσύνης που έχει διαλυθεί και ένα καθεστώς επιθεωρήσεων που χρειάζεται εκ νέου οικοδόμηση.
Το Ισραήλ και ο φόβος της στρατηγικής παγίδευσης
Για το Ισραήλ, η συμφωνία Τραμπ είναι ακόμη πιο προβληματική από εκείνη του Ομπάμα. Το 2015 το Ισραήλ είχε αντιδράσει έντονα στο JCPOA, υποστηρίζοντας ότι άφηνε το Ιράν με υποδομές και μελλοντική δυνατότητα επανεκκίνησης του προγράμματός του.
Σήμερα, όμως, οι ανησυχίες είναι διαφορετικές. Η νέα συμφωνία δεν αφορά μόνο το πυρηνικό πρόγραμμα, αλλά και την κατάπαυση των επιχειρήσεων σε περιφερειακά μέτωπα. Αυτό, σύμφωνα με τις ισραηλινές αναλύσεις, μπορεί να περιορίσει την ελευθερία κινήσεων του Ισραήλ απέναντι στο Ιράν και στους συμμάχους του.
Το βασικό επιχείρημα είναι ότι η Τεχεράνη παίρνει οικονομικό και πολιτικό χρόνο, ενώ το Ισραήλ δεσμεύεται σε ένα περιβάλλον όπου οι απειλές δεν έχουν εξαλειφθεί. Το Ιράν δεν παραιτείται καθαρά από το πυραυλικό του πρόγραμμα, δεν αποσυνδέεται πλήρως από τους πληρεξουσίους του και δεν παραδίδει άμεσα το εμπλουτισμένο ουράνιο.
Είναι τελικά καλύτερη από τη συμφωνία Ομπάμα;
Η απάντηση εξαρτάται από το κριτήριο. Αν το κριτήριο είναι η άμεση αποφυγή πολέμου και οικονομικής κρίσης, ο Τραμπ μπορεί να υποστηρίξει ότι πέτυχε κάτι σημαντικό: σταμάτησε την κλιμάκωση, άνοιξε τον δρόμο για διαπραγματεύσεις και απέτρεψε ένα σοκ στις αγορές ενέργειας.
Αν, όμως, το κριτήριο είναι η πυρηνική μη διάδοση, τότε η συμφωνία Ομπάμα παραμένει πιο καθαρή, πιο λεπτομερής και πιο μετρήσιμη. Είχε σαφή όρια, συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα, αυστηρή επιτήρηση και τεχνικές δεσμεύσεις. Η νέα συμφωνία Τραμπ έχει πολιτική βαρύτητα, αλλά όχι ακόμη πυρηνική πληρότητα.
Αν το κριτήριο είναι η ασφάλεια του Ισραήλ, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σύνθετη. Η συμφωνία Ομπάμα επικρινόταν επειδή δεν αντιμετώπιζε τους πυραύλους και τους πληρεξουσίους. Η συμφωνία Τραμπ επικρίνεται επειδή, πέρα από αυτά τα κενά, φαίνεται να δίνει στο Ιράν οικονομική ανάσα και να περιορίζει τις στρατιωτικές επιλογές της ισραηλινής πλευράς.
Το πολιτικό παράδοξο του Τραμπ
Το παράδοξο είναι ότι ο Τραμπ κινδυνεύει να κατηγορηθεί για κάτι παρόμοιο με εκείνο για το οποίο κατηγορούσε τον Ομπάμα: ότι δίνει στο Ιράν κυρώσεις, χρήμα και χρόνο με αντάλλαγμα υποσχέσεις για μελλοντική συμμόρφωση.
Η διαφορά είναι ότι ο Ομπάμα το έκανε μέσα από ένα λεπτομερές διεθνές πλαίσιο, με συμμετοχή πολλών δυνάμεων και τεχνικά συμφωνημένους περιορισμούς. Ο Τραμπ το κάνει μέσα από ένα μεταβατικό πλαίσιο, ύστερα από πόλεμο, υπό την πίεση των αγορών ενέργειας και με ανοιχτά τα σημαντικότερα ερωτήματα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η συμφωνία Τραμπ είναι καταδικασμένη. Μπορεί να αποδειχθεί το πρώτο βήμα για ένα πιο αυστηρό, πιο μακροπρόθεσμο και πιο πλήρες πλαίσιο. Όμως, στην παρούσα φάση, μοιάζει περισσότερο με ανακωχή παρά με λύση.
Η επόμενη μέρα
Η σύγκριση Τραμπ–Ομπάμα αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο: κανένας Αμερικανός πρόεδρος δεν κατάφερε να λύσει οριστικά το ιρανικό πρόβλημα. Ο Ομπάμα το πάγωσε μέσα από περιορισμούς και επιθεωρήσεις. Ο Τραμπ το απορρύθμισε αποχωρώντας από τη συμφωνία και τώρα επιχειρεί να το ξαναβάλει σε διαπραγματευτικό πλαίσιο.
Το ερώτημα δεν είναι μόνο ποια συμφωνία είναι καλύτερη. Είναι αν υπάρχει πλέον αρκετή εμπιστοσύνη, αρκετός χρόνος και αρκετή διπλωματική ισχύς για να υπάρξει οποιαδήποτε συμφωνία που να δεσμεύει πραγματικά την Τεχεράνη.
Μέχρι τότε, η συμφωνία Τραμπ θα παραμένει πολιτικά εντυπωσιακή, αλλά στρατηγικά αμφίβολη. Και η σύγκρισή της με τη συμφωνία Ομπάμα θα θυμίζει ότι στην εξωτερική πολιτική, το πιο εύκολο είναι να καταγγείλεις μια συμφωνία. Το δύσκολο είναι να φέρεις μια καλύτερη.
ολες οι ειδησεις
- Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπαίνει στη φαρμακευτική έρευνα με απαραίτητη ανθρώπινη επίβλεψη
- Θεσσαλονίκη: Συνελήφθη 54χρονη με 120 σκυλιά, 70 γάτες και 10 κατσίκες σε ακατάλληλες συνθήκες
- ΥΠΑ: Αναστολή λειτουργίας του διαδρόμου στο αεροδρόμιο Χίου
- Σέρρες: Εξιχνιάστηκαν διαρρήξεις σε σπίτια με δράστη έναν 28χρονο
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr
