Δημοσίευση:

Τελικά πόσο κινδυνεύουμε από τους λαγοκέφαλους και τους καρχαρίες;

Η περιβαλλοντική οργάνωση iSea βάζει τους κινδύνους στις πραγματικές τους διαστάσεις μετά τον πανικό των τελευταίων ημερών.

Επιμέλεια: Νίκος Αλέπης
Δημοσίευση:
Τελικά πόσο κινδυνεύουμε από τους λαγοκέφαλους και τους καρχαρίες;
Unsplash/Oleksandr Sushko
Επιμέλεια: Νίκος Αλέπης

Η περιβαλλοντική οργάνωση iSea βάζει τους κινδύνους στις πραγματικές τους διαστάσεις μετά τον πανικό των τελευταίων ημερών.

Τον πανικό των τελευταίων ημερών γύρω από τις «απειλές» για τους λουόμενους από τη θαλάσσια ζωή στηλιτεύει η περιβαλλοντική οργάνωση iSea, υπογραμμίζοντας ότι η κινδυνολογία δεν προστατεύει ούτε τους πολίτες, ούτε τη βιοποικιλότητα και τη θάλασσα. Όπως τονίζει, η κινδυνολογία αποπροσανατολίζει τη δημόσια συζήτηση από τα πραγματικά προβλήματα: την κλιματική κρίση, τη ρύπανση, την υπεραλίευση, την απώλεια βιοποικιλότητας και την ανάγκη ουσιαστικής διαχείρισης των θαλάσσιων οικοσυστημάτων.

Μιλώντας για ανακρίβειες, η iSea υπογραμμίζει ότι οι ελληνικές θάλασσες δεν έχουν μετατραπεί ξαφνικά σε επικίνδυνα νερά και παρουσιάζει στοιχεία για τρεις από τις πιο προβεβλημένες «επικίνδυνες» για τα μπάνια του λαού μορφές ζωής: Τους λαγοκέφαλους, τις μέδουσες και τους καρχαρίες.

Λαγοκέφαλοι

Ο διδάκτορας Θαλάσσιων Επιστημών, Περικλής Κλείτου, αναφέρει ότι η οικογένεια των Λαγοκέφαλων βρίσκεται στη Μεσόγειο από το 1987,  αλλά έχουν εξαπλωθεί και παρατηρούνται πιο συχνά τελευταία χρόνια. Η θέρμανση της Μεσογείου εξαιτίας της κλιματικής κρίσης δημιουργεί πιο κατάλληλες συνθήκες για τα θερμόφιλα είδη που έφτασαν από τη διώρυγα του Σουέζ.

Όπως τονίζει ο επιστήμονας, είναι πολύ προσαρμοστικά ψάρια, τρέφονται με διάφορους οργανισμούς, αναπαράγονται αποτελεσματικά, έχουν λίγους φυσικούς εχθρούς λόγω της τοξικότητάς του και δεν ελέγχονται ουσιαστικά από την αλιεία, επειδή είναι τοξικοί και δεν είναι ασφαλείς για κατανάλωση.

Ξεκαθαρίζει ότι τα περιστατικά τραυματισμού λουόμενων από λαγοκέφαλους δεν είναι συνηθισμένα. «Οι λαγοκέφαλοι υπάρχουν σε μεγάλους αριθμούς εδώ και χρόνια σε αρκετές περιοχές της ανατολικής Μεσογείου, χωρίς να έχουμε αντίστοιχη εικόνα συχνών τραυματισμών λουόμενων», εξηγεί.

Ωστόσο, προειδοποιεί  ότι ο λαγοκέφαλος έχει πολύ δυνατό στόμα και δόντια σαν ράμφος, οπότε αν δαγκώσει μπορεί να προκαλέσει σοβαρό τραυματισμό και γι’ αυτό τονίζει ότι οι άνθρωποι δεν πρέπει να προσπαθούν να πιάσουν το ψάρι ή να βάλουν τα δάχτυλά τους στο στόμα του. 

«Το μήνυμα προς το κοινό πρέπει να είναι ψύχραιμο και πρακτικό: δεν αγγίζουμε λαγοκέφαλους, δεν τους ταΐζουμε, δεν προσπαθούμε να τους πιάσουμε με γυμνά χέρια, δε βάζουμε δάχτυλα κοντά στο στόμα τους και σε καμία περίπτωση δεν τους καταναλώνουμε», υπογραμμίζει ο Περικλής Κλείτου, τονίζοντας ότι ο βασικός και πολύ σοβαρός κίνδυνος για τον άνθρωπο παραμένει η κατανάλωση του, επειδή είναι ιδιαίτερα τοξικό και η νευροτοξίνη του δεν εξουδετερώνεται με το μαγείρεμα.

Μέδουσες

Ο αναπληρωτής Καθηγητής Βιολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών, Αλέξης Ράμφος, αναφέρει ότι δεν υπάρχουν αξιόπιστα, παρά μόνο αποσπασματικά στοιχεία που να δείχνουν αύξηση του αριθμού των μεδουσών στις ελληνικές θάλασσες.

Σημειώνει πως στις περιπτώσεις όπου εμφανίζονται σημαντικές πληθυσμιακές εκρήξεις, όπως π.χ. έγινε στον Κορινθιακό Κόλπο το 2015-16, θα πρέπει να αποφεύγεται η κολύμβηση ή να πραγματοποιείται με προσοχή. 

Καρχαρίες

Οι πληθυσμοί των καρχαριών στην Ελλάδα δεν παρουσιάζουν την παραμικρή αύξηση. σημειώνει ο υπεύθυνος Διατήρησης της iSea, Γιάννης Γιώβος. Αντίθετα, τονίζει, τα πιο πρόσφατα δεδομένα δείχνουν ξεκάθαρα σημαντική μείωση των πληθυσμών των καρχαριών και των σαλαχιών κατά τα τελευταία 50 χρόνια.

Αποδίδει την πρόσφατη αύξηση των θεάσεων κυρίως στη σημαντική βελτίωση της δυνατότητας καταγραφής και διάδοσης πληροφοριών μέσω κινητών τηλεφώνων, drones και κοινωνικών δικτύων.

Όλα τα καταγεγραμμένα περιστατικά αφορούν διερχόμενα ζώα που δεν επιδεικνύουν επιθετική συμπεριφορά προς τον άνθρωπο, τονίζει.

Παράλληλα, αναφέρει ότι οι γλαυκοκαρχαρίες αποτελούν φυσικούς κατοίκους των ελληνικών θαλασσών, οπότε οι εμφανίσεις τους στον Κορινθιακό και στον Σαρωνικό δεν είναι πρωτοφανείς.  Οι λόγοι μπορεί να σχετίζονται με την αναπαραγωγή, την αναζήτηση τροφής, τις μετακινήσεις των θηραμάτων τους ή τοπικές περιβαλλοντικές συνθήκες., εκτιμά.

Τονίζει πως σύμφωνα με την επιστημονική βιβλιογραφία,  ο κίνδυνος είναι εξαιρετικά χαμηλός και πρακτικά αμελητέος για τον μέσο λουόμενο στην Ελλάδα. Το τελευταίο καταγεγραμμένο περιστατικό επίθεσης καρχαρία έγινε το 1980 και δεν ήταν θανατηφόρο, ενώ ιστορικά έχουν καταγραφεί μόλις οκτώ επιβεβαιωμένες επιθέσεις. 

Για λόγους σύγκρισης, τονίζει κάθε χρόνο περισσότεροι από 370 άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους από πνιγμό στη χώρα μας, γεγονός που αναδεικνύει τη μεγάλη διαφορά μεταξύ πραγματικού κι αντιλαμβανόμενου κινδύνου.

Αν ένας λουόμενος συναντήσει καρχαρία, πρέπει να παραμείνει ψύχραιμος, να απομακρυνθεί ήρεμα από το νερό, να ενημερώσει τους υπόλοιπους λουόμενους και τις αρμόδιες αρχές και να μην επιχειρήσει να πλησιάσει το ζώο, π.χ. για να βγάλει φωτογραφίες ή για να το αγγίξει.

Ο Γιάννης Γιώβος κάνει ιδιαίτερη αναφορά στην οικολογική αξία των καρχαριών, οι οποίοι ως κορυφαίοι θηρευτές διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη διατήρηση της ισορροπίας των θαλάσσιων οικοσυστημάτων.

Μείνετε ενημερωμένοι με το Newpost. Ακολουθήστε μας για να μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο.