Τι μας λέει η τέχνη όταν μια κοινωνία φοβάται
Η τέχνη μιας φοβισμένης κοινωνίας δεν είναι κατ’ ανάγκη σκοτεινή ή καταγγελτική. Θα ήταν πολύ εύκολο αν λειτουργούσε έτσι.
Η τέχνη μιας φοβισμένης κοινωνίας δεν είναι κατ’ ανάγκη σκοτεινή ή καταγγελτική. Θα ήταν πολύ εύκολο αν λειτουργούσε έτσι.
Έχει πάντα ενδιαφέρον να παρατηρεί κανείς τι παράγει αισθητικά μια κοινωνία όταν φοβάται, γιατί ο φόβος σπάνια μένει μόνο στο επίπεδο του συναισθήματος. Μπαίνει στον δημόσιο λόγο, αλλάζει τον τρόπο που οι άνθρωποι κοιτάζονται μεταξύ τους, επηρεάζει το πώς κινείται ένα σώμα στον χώρο, τι θεωρείται ασφαλές, τι επιτρέπεται να ειπωθεί, ακόμη και το πώς αρχίζουμε να φανταζόμαστε το μέλλον. Και κάπου εκεί, σχεδόν αναπόφευκτα, αρχίζει να διεισδύει και μέσα στην τέχνη. Εκτός εάν η τέχνη τον έχει δημιουργήσει(!).
Η τέχνη μιας φοβισμένης κοινωνίας δεν είναι κατ’ ανάγκη σκοτεινή ή καταγγελτική. Θα ήταν πολύ εύκολο αν λειτουργούσε έτσι. Συχνά κάνει ακριβώς το αντίθετο. Μπορεί να γίνεται υπερβολικά όμορφη, παράλογη, παιδική, φαντασιακή, να καταφεύγει στο χρώμα, στο camp, στη νοσταλγία, στην αφαίρεση ή να επινοεί έναν ολόκληρο κόσμο επειδή ο πραγματικός έχει αρχίσει να γίνεται δύσκολος να κατοικηθεί.
Η τέχνη, βέβαια, δεν λειτουργεί μόνο ως σχόλιο πάνω στον φόβο. Τον αποθηκεύει, τον μεταφράζει και πολλές φορές τον αποκαλύπτει πριν ακόμη η ίδια η κοινωνία παραδεχθεί ότι φοβάται.
Αν δούμε τον γερμανικό εξπρεσιονισμό, το παράδειγμα γίνεται σχεδόν χειροπιαστό. Το κίνημα αναπτύσσεται κυρίως στις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, πριν και μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε μια Γερμανία που περνά από τη ραγδαία εκβιομηχάνιση, τον πόλεμο, την ήττα και την κοινωνική αναστάτωση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Οι ομάδες Die Brücke, με καλλιτέχνες όπως ο Ernst Ludwig Kirchner και ο Erich Heckel, και Der Blaue Reiter, με τον Wassily Kandinsky και τον Franz Marc, απομακρύνονται από τη φυσιοκρατική αναπαράσταση και αφήνουν τη μορφή, το χρώμα και την παραμόρφωση να κουβαλήσουν κάτι πολύ περισσότερο από αυτό που «βλέπει» απλώς το μάτι. Λίγα χρόνια αργότερα, ο κινηματογράφος του The Cabinet of Dr. Caligari του Robert Wiene, του Nosferatu του F. W. Murnau ή του Metropolis του Fritz Lang μεταφέρει αυτή την ψυχική αστάθεια ακόμη πιο καθαρά στον χώρο και στην κίνηση. Οι γωνίες γίνονται αιχμηρές, οι σκιές αποκτούν υπερβολή, τα πρόσωπα παραμορφώνονται, η αρχιτεκτονική μοιάζει να απειλεί τον άνθρωπο που κατοικεί μέσα της. Και όταν δούμε την τέχνη ως μεγεθυντικό αλλά και αναμορφωτικό φακό της κοινωνίας, τότε οφείλει να αναδείξει πως «όταν μια κοινωνία παύει να αισθάνεται σταθερή, η εικόνα δεν έχει πια κανέναν λόγο να παραμένει σταθερή».
Το ίδιο συμβαίνει και όταν η τέχνη επιστρέφει επίμονα στο σώμα. Το σώμα είναι ίσως το πρώτο πεδίο πάνω στο οποίο καταγράφεται κάθε μορφή κοινωνικής πίεσης. Εκεί καταλήγουν ο νόμος, η απαγόρευση, η βία, η επιθυμία, η ενοχή, η πειθαρχία, η επιτήρηση. Στο πώς στεκόμαστε, στο πού επιτρέπεται να βρισκόμαστε, στο ποιον αγγίζουμε, στο τι φοράμε, στο αν αισθανόμαστε ασφαλείς όταν βγαίνουμε στον δρόμο. Γι’ αυτό και η performance, η φωτογραφία, ο κινηματογράφος ή ακόμη και η μόδα μπορούν σε κάποιες περιόδους να γίνουν πολύ πιο πολιτικά από ένα έργο που δηλώνει ξεκάθαρα ότι είναι πολιτικό.
Υπάρχει όμως και μία ακόμη ένδειξη, πολύ πιο «ήσυχη»: η νοσταλγία. Όταν μια κοινωνία αρχίζει να δυσκολεύεται να φανταστεί το μέλλον, συχνά επιστρέφει προς τα πίσω. Το βλέπουμε παντού γύρω μας: οι ίδιες μουσικές, τα ίδια looks, οι ίδιες γραμματοσειρές, film grain πάνω σε ψηφιακές εικόνες, 80s, 90s, κασέτες, αναλογικές υφές, μια διαρκής επιστροφή σε εποχές που έχουμε ήδη ζήσει ή ακόμη και σε εποχές που κάποιοι από εμάς δεν προλάβαμε να ζήσουμε ποτέ. Οπωσδήποτε με λαμπρές εξαιρέσεις, οι οποίες συνήθως λειτουργούν επιβεβαιώνοντας πως απλά «βρίσκονται μπροστά από την εποχή τους».
Δεν είναι μόνο μόδα, ή τάση, αυτό. Συχνά λειτουργεί ως μηχανισμός ασφάλειας. Η νοσταλγία είναι πολλές φορές η αισθητική μορφή της ανασφάλειας απέναντι στο μέλλον.
Δεν επιστρέφουμε πάντα σε κάτι επειδή ήταν καλύτερο. Επιστρέφουμε και επειδή έχει ήδη συμβεί, άρα το γνωρίζουμε. Το παρελθόν είναι παράξενα ασφαλές, ακριβώς επειδή ξέρουμε πώς τελειώνει. Κι όταν το μέλλον γίνεται ασταθές, η εικόνα αρχίζει να επιστρέφει εκεί όπου αισθάνεται ότι υπάρχει ήδη ένα νόημα.
Ταυτόχρονα, όμως, ο φόβος μπορεί να παράγει και το ακριβώς αντίστροφο. Μια κοινωνία που δεν εμπιστεύεται το μέλλον μπορεί να αρχίσει να το επινοεί μανιωδώς. Καινούργια είδη, υβριδικές φόρμες, νέες ταυτότητες, νέοι τρόποι αφήγησης, νέες γλώσσες, τεχνολογίες και αισθητικές που πριν από λίγα χρόνια δεν θα μπορούσαν καν να περιγραφούν. Το παρόν μας μοιάζει να κινείται ταυτόχρονα προς δύο κατευθύνσεις: από τη μία ανακυκλώνει εικόνες του παρελθόντος και από την άλλη παράγει με τεράστια ταχύτητα «καινούργια» πράγματα, πολλές φορές πριν προλάβουμε να καταλάβουμε τι ακριβώς είναι.
Αυτό δεν είναι τόσο αντίφαση όσο δύο διαφορετικές απαντήσεις στην ίδια αβεβαιότητα. Η μία λέει «ας επιστρέψουμε σε κάτι που γνωρίζουμε». Η άλλη λέει «ας φτιάξουμε κάτι που δεν υπήρξε ποτέ». Ο φόβος μπορεί να παράγει και καταφύγιο και επινόηση.
Και ίσως η δεύτερη περίπτωση είναι εξίσου σημαντική για την εποχή μας. Νέα κινηματογραφικά υβρίδια, ψηφιακές κουλτούρες, νέες μορφές performance, αφηγήσεις που γεννιούνται μέσα από gaming, AI, social media ή virtual spaces, ταχύτατες μεταβολές στον τρόπο που κατασκευάζουμε και αντιλαμβανόμαστε ταυτότητες. Δεν χρειάζεται όλα αυτά να είναι προϊόντα φόβου. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο ότι εμφανίζονται μέσα σε μια περίοδο όπου η αίσθηση σταθερού μέλλοντος έχει αρχίσει να γίνεται πολύ λιγότερο αυτονόητη.
Οι κοινωνίες παράγουν αισθητικές, αλλά οι αισθητικές αποκαλύπτουν επίσης πολύ περισσότερα για τις κοινωνίες απ’ όσα νομίζουμε.
Κάπως έτσι ένα παλιό έργο μπορεί ξαφνικά να αποκτήσει εντελώς νέα σημασία. Μια ταινία δεκαετιών μπορεί να μοιάζει σαν να γυρίστηκε σήμερα. Ένα βιβλίο μπορεί να επιστρέψει στο κέντρο του δημόσιου ενδιαφέροντος. Ένα έργο που κάποτε έμοιαζε υπερβολικό μπορεί αργότερα να μοιάζει σχεδόν ρεαλιστικό. Το έργο δεν έχει αλλάξει. Έχει αλλάξει η κοινωνία που το κοιτάζει.
Και κάθε κοινωνία κοιτάζει μέσα από τους φόβους της.
Γι’ αυτό μπορούμε να δούμε την τέχνη σαν ένα συναισθηματικό αρχείο μιας εποχής. Τα επίσημα αρχεία θα κρατήσουν ημερομηνίες, αποφάσεις, αριθμούς, νόμους, πολέμους, εκλογές. Η τέχνη κρατά κάτι πολύ πιο δύσκολο να καταγραφεί: το πώς ήταν να ζει κανείς εκεί, τότε.
Πώς έμοιαζε ένας δρόμος. Πώς στεκόταν ένα σώμα. Τι χρώμα είχαν οι χώροι. Πόσο κοντά ή πόσο μακριά μπορούσαν να βρίσκονται δύο άνθρωποι. Πόσο θόρυβο χρειαζόταν μια κοινωνία για να μην ακούσει τη σιωπή της. Και δεν ξέρω πόσοι πραγματικά έχουν αναλογιστεί ότι χωρίς την τέχνη θα είχαν για το παρελθόν μόνο στοιχεία, στοιχεία χωρίς εικόνες.
Αυτά όμως είναι πράγματα που πολλές φορές καταλαβαίνουμε πολύ αργότερα. Όχι μόνο επειδή το έργο χρειάζεται χρόνο για να αποκαλύψει όσα κουβαλά, αλλά και επειδή χρειαζόμαστε κι εμείς χρόνο για να μάθουμε να τα βλέπουμε. Η εμπειρία αποκτάται αναγκαστικά μέσα στον χρόνο, και μαζί της αλλάζει το βλέμμα. Ένα έργο που στα είκοσι μπορεί να μοιάζει υπερβολικό, στα σαράντα μπορεί να διαβαστεί τελείως διαφορετικά, επειδή στο μεταξύ έχουν προστεθεί απώλειες, σχέσεις, αποτυχίες, πολιτικές εμπειρίες, φόβοι, μια μεγαλύτερη εξοικείωση με τις αντιφάσεις της ζωής.
Η τέχνη δεν αλλάζει πάντα.
Αλλάζει εκείνος που επιστρέφει σε αυτήν.
Και κάποιες φορές χρειάζονται χρόνια για να καταλάβουμε τι ήταν αυτό που ένα έργο γνώριζε ήδη, ενώ εμείς δεν είχαμε ακόμη την εμπειρία να αναγνωρίσουμε.
Αυτό εξηγεί και γιατί η εξουσία φοβάται τόσο συχνά την τέχνη. Όχι επειδή κάθε έργο είναι επαναστατικό ή επειδή κάθε καλλιτέχνης λειτουργεί σαν πολιτικός αντίπαλος. Αλλά επειδή η τέχνη έχει αυτή την πολύ ενοχλητική ιδιότητα να δείχνει πράγματα που μια κοινωνία ή μια εξουσία θα προτιμούσε να μείνουν άμορφα, αόρατα ή ανώνυμα.
Η λογοκρισία, γι’ αυτόν τον λόγο, έχει πάντα μεγάλο ενδιαφέρον. Δεν λέει μόνο τι θεωρήθηκε επικίνδυνο. Λέει και τι ακριβώς φοβήθηκε εκείνος που αποφάσισε να το απαγορεύσει. Κάθε λογοκρισία είναι, με έναν τρόπο, και μια ομολογία φόβου.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε έργο που προκαλεί αντίδραση είναι αυτομάτως σημαντικό, ούτε ότι η τέχνη βρίσκεται πάνω από την κριτική. Το ενδιαφέρον βρίσκεται αλλού: στο πόση αμφιβολία μπορεί να αντέξει μια κοινωνία. Γιατί η τέχνη, ακόμη κι όταν δεν το επιδιώκει, παράγει αμφιβολία. Βάζει δίπλα μας έναν διαφορετικό άνθρωπο, ένα διαφορετικό σώμα, μια άλλη οπτική γωνία, μια ιστορία που δεν κλείνει εύκολα, έναν χαρακτήρα που δεν χωρά καθαρά στη μία ή στην άλλη κατηγορία.
Και οι φοβισμένες κοινωνίες συνήθως έχουν πρόβλημα με τις γκρίζες περιοχές.
Θέλουν καθαρές ταυτότητες, βεβαιότητες, σαφείς εχθρούς, ευδιάκριτα σύνορα. Η τέχνη σπάνια λειτουργεί έτσι. Της αρέσουν οι αντιφάσεις, οι μεταμορφώσεις, οι ασάφειες, οι άνθρωποι που μπορούν να είναι περισσότερα από ένα πράγματα ταυτόχρονα.
Ίσως γι’ αυτό παραμένει τόσο απαραίτητη σε περιόδους φόβου. Όχι γιατί πρόκειται να μας σώσει, ούτε επειδή έχει υποχρέωση να δίνει λύσεις. Η τέχνη δεν είναι πολιτικό πρόγραμμα. Μπορεί να είναι λανθασμένη, υπερβολική, αυτάρεσκη, άδικη, ακόμη και απολύτως αδιάφορη απέναντι σε όσα συμβαίνουν γύρω της.
Η αξία της βρίσκεται και στο ότι καταγράφει κάτι πριν αυτό αποκτήσει πλήρως τη γλώσσα του.
Και ίσως γι’ αυτό, όταν κοιτάζουμε πίσω μια εποχή, πολλές φορές τη νιώθουμε καλύτερα μέσα από τις ταινίες, τις φωτογραφίες, τα τραγούδια, τις performances και τα έργα της παρά μέσα από τα επίσημα λόγια που παρήγαγε για τον εαυτό της.
Οι κυβερνήσεις μπορούν να εξηγήσουν τι συνέβη. Οι αριθμοί μπορούν να το μετρήσουν. Τα αρχεία μπορούν να το καταγράψουν.
Η τέχνη θυμάται πώς αισθανόταν. Και, κυρίως, πώς αισθανόμασταν εμείς μέσα σε αυτήν.
Και όταν μια κοινωνία φοβάται, αυτή είναι ίσως η πιο ειλικρινής μαρτυρία που μπορεί να αφήσει πίσω της.
ολες οι ειδησεις
- Τι μας λέει η τέχνη όταν μια κοινωνία φοβάται
- Στη Βουλή το μπλόκο στα σόσιαλ σε παιδιά – Πώς θα γίνεται η επαλήθευση ηλικίας – Οι ανησυχίες των εφήβων
- Netflix: Το ερωτικό θρίλερ «Fall for Me» που ανεβάζει την ένταση
- Δήμαρχος στο Περού ο… Χίτλερ Μουσολίνι, που είναι και Αριστερός
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr