Δημοσίευση: ’

Το μεσανατολίτικο παζάρι του Τραμπ: Πώς ο εξάμηνος πόλεμος κατά του Ιράν «εξαντλεί» τις επιλογές των ΗΠΑ

Συμπληρώθηκαν έξι μήνες μετά την έναρξη του πολέμου των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν.

Η ανάγνωση δημιουργήθηκε από το Newpost AI.
Δημοσίευση: ’
Το μεσανατολίτικο παζάρι του Τραμπ: Πώς ο εξάμηνος πόλεμος κατά του Ιράν «εξαντλεί» τις επιλογές των ΗΠΑ

Συμπληρώθηκαν έξι μήνες μετά την έναρξη του πολέμου των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν.

Έξι μήνες μετά την έναρξη του πολέμου των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν, η σύγκρουση που ο Ντόναλντ Τραμπ παρουσίαζε αρχικά ως μια σύντομη στρατιωτική επιχείρηση έχει εξελιχθεί σε ένα περίπλοκο γεωπολιτικό παζάρι χωρίς εύκολη έξοδο για την Ουάσιγκτον.

Το Ιράν έχει δεχθεί βαρύτατα στρατιωτικά και οικονομικά πλήγματα, όμως δεν έχει συνθηκολογήσει. Τα Στενά του Ορμούζ εξακολουθούν να αποτελούν εστία έντασης, οι αγορές ενέργειας παραμένουν εκτεθειμένες και η αμερικανική στρατιωτική μηχανή έχει ήδη καταναλώσει σημαντικό μέρος κρίσιμων αποθεμάτων της.

Το δίλημμα για τον Αμερικανό πρόεδρο γίνεται έτσι ολοένα πιο δύσκολο: να κλιμακώσει στρατιωτικά, να επιχειρήσει να στραγγαλίσει οικονομικά την Τεχεράνη ή να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων αποδεχόμενος ότι μια συμφωνία έπειτα από έξι μήνες πολέμου πιθανότατα θα απαιτήσει συμβιβασμούς.

Και όσο περνά ο χρόνος, καμία από τις τρεις επιλογές δεν γίνεται ευκολότερη.

Από τις «λίγες εβδομάδες» στον έκτο μήνα πολέμου

Όταν οι ΗΠΑ εντάχθηκαν στις ισραηλινές επιχειρήσεις κατά του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου, ο Τραμπ εκτιμούσε ότι η σύγκρουση θα μπορούσε να ολοκληρωθεί μέσα σε τέσσερις ή πέντε εβδομάδες.

Έξι μήνες αργότερα, ο πόλεμος όχι μόνο δεν έχει τελειώσει αλλά έχει εξελιχθεί σε μια σύγκρουση φθοράς.

Το Reuters περιγράφει την Ουάσιγκτον ως εγκλωβισμένη μεταξύ δύο δυσάρεστων επιλογών: περαιτέρω κλιμάκωσης ή αναζήτησης μιας πολιτικά διαχειρίσιμης εξόδου.

Η νέα ανταλλαγή πυρών στα Στενά του Ορμούζ στα τέλη Αυγούστου δείχνει πόσο εύθραυστη παραμένει η κατάσταση. Οι ΗΠΑ έπληξαν ιρανικούς εκτοξευτές πυραύλων, ενώ η Τεχεράνη απάντησε με πυραύλους εναντίον αμερικανικών εγκαταστάσεων στην Ιορδανία.

Η στρατιωτική ένταση μπορεί επομένως να αναζωπυρωθεί ανά πάσα στιγμή.

Το Ιράν πληγώθηκε – Δεν ηττήθηκε

Στρατιωτικά, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ έχουν προκαλέσει τεράστιες απώλειες στις ιρανικές δυνατότητες.

Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε στο αμερικανικό Κογκρέσο η CENTCOM, μέχρι τον Μάιο είχαν καταστραφεί 161 ιρανικά πολεμικά πλοία και είχε τεθεί εκτός λειτουργίας περίπου το 82% των συστημάτων αεράμυνας της χώρας.

Παράλληλα, σημαντικές ζημιές έχουν υποστεί οι πυρηνικές εγκαταστάσεις, με αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών να εκτιμούν ότι ο χρόνος που θα χρειαζόταν η Τεχεράνη για την παραγωγή επαρκούς σχάσιμου υλικού για ένα πυρηνικό όπλο έχει αυξηθεί.

Όμως το βασικό στρατηγικό πρόβλημα για την Ουάσιγκτον παραμένει: το ιρανικό κράτος εξακολουθεί να λειτουργεί και να πολεμά.

Η Τεχεράνη διατηρεί πυραύλους και drones, μπορεί να πλήξει αμερικανικούς στόχους και συμμάχους των ΗΠΑ στην περιοχή και, κυρίως, εξακολουθεί να χρησιμοποιεί τα Στενά του Ορμούζ ως γεωπολιτικό μοχλό πίεσης.

Η στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ δεν μεταφράστηκε, μέχρι στιγμής, σε πολιτική παράδοση του αντιπάλου.

Η πρώτη επιλογή: Νέα στρατιωτική κλιμάκωση

Θεωρητικά, ο Τραμπ μπορεί να επιλέξει ακόμη μεγαλύτερη στρατιωτική πίεση.

Στην πράξη, όμως, το κόστος αυτής της επιλογής έχει αυξηθεί δραματικά.

Από την έναρξη του πολέμου έχουν σκοτωθεί 18 Αμερικανοί στρατιωτικοί και περισσότεροι από 750 έχουν τραυματιστεί. Παράλληλα, σύμφωνα με εκτιμήσεις που επικαλείται το Reuters, οι ΗΠΑ έχουν χρησιμοποιήσει περίπου το 65% των διαθέσιμων αναχαιτιστικών Patriot και τουλάχιστον το 38% των αποθεμάτων THAAD.

Για ορισμένους τύπους πυραύλων ακριβείας, τα παγκόσμια αμερικανικά αποθέματα έχουν σχεδόν εξαντληθεί.

Αεροσκάφη, πλοία και άλλα στρατιωτικά μέσα έχουν μεταφερθεί στη Μέση Ανατολή από την Ευρώπη και τον Ινδοειρηνικό, δημιουργώντας παράλληλα ερωτήματα για την ικανότητα της Ουάσιγκτον να ανταποκριθεί σε μια δεύτερη μεγάλη κρίση, ιδιαίτερα στην Ασία.

Με άλλα λόγια, μία νέα μαζική επίθεση στο Ιράν είναι δυνατή. Δεν είναι όμως πλέον ούτε φθηνή ούτε στρατηγικά «δωρεάν».

Η δεύτερη επιλογή: Να στραγγαλίσει οικονομικά την Τεχεράνη

Γι’ αυτό και η κυβέρνηση Τραμπ έχει τις τελευταίες εβδομάδες μετατοπίσει μεγάλο μέρος του βάρους από τη στρατιωτική στην οικονομική πίεση.

Η Ουάσιγκτον διευρύνει τις κυρώσεις και απειλεί χώρες και επιχειρήσεις που συνεχίζουν να συναλλάσσονται με το Ιράν με αποκλεισμό από το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Όμως και εδώ εμφανίζεται ένα όριο.

Για να απομονώσει πραγματικά το Ιράν, η κυβέρνηση Τραμπ θα πρέπει ενδεχομένως να στραφεί εναντίον τραπεζών και επιχειρήσεων χωρών όπως η Κίνα και η Ινδία.

Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών απέφυγε μέχρι στιγμής να ενεργοποιήσει ορισμένες από τις πιο ακραίες επιλογές του, μεταξύ άλλων απέναντι σε κινεζικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που θεωρείται ότι διευκολύνουν το ιρανικό εμπόριο πετρελαίου.

Ο λόγος είναι προφανής: μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να μετατρέψει τον πόλεμο με το Ιράν σε πολύ ευρύτερη οικονομική σύγκρουση με το Πεκίνο και να προκαλέσει αναταράξεις στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Επομένως ακόμη και το «οικονομικό όπλο» έχει όρια.

Το πετρέλαιο στενεύει ακόμη περισσότερο τα περιθώρια

Ένας από τους μεγαλύτερους πονοκεφάλους για τον Λευκό Οίκο βρίσκεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το πεδίο μάχης: στις τιμές των καυσίμων που πληρώνει ο Αμερικανός καταναλωτής.

Η αναστάτωση στα Στενά του Ορμούζ έχει περιορίσει τις ενεργειακές ροές και διατηρεί τις τιμές του πετρελαίου υψηλές. Η σύγκρουση έχει ήδη υποχρεώσει την Ουάσιγκτον να χρησιμοποιήσει μαζικά το Στρατηγικό Απόθεμα Πετρελαίου για να συγκρατήσει τις αγορές.

Στις 31 Αυγούστου το αμερικανικό Strategic Petroleum Reserve διαθέτει περίπου 289,7 εκατ. βαρέλια – το χαμηλότερο επίπεδο από το 1982.

Εάν πραγματοποιηθούν και οι προγραμματισμένες επιπλέον αποδεσμεύσεις, το απόθεμα μπορεί να πλησιάσει τα 243 εκατ. βαρέλια.

Αυτό σημαίνει ότι η Ουάσιγκτον διαθέτει μικρότερο «μαξιλάρι» για να αντιμετωπίσει μια νέα μεγάλη διακοπή της παγκόσμιας προσφοράς.

Και κάπως έτσι, το Ορμούζ μετατρέπεται σε έναν από τους σημαντικότερους διαπραγματευτικούς μοχλούς της Τεχεράνης.

Η τρίτη επιλογή: Το δύσκολο παζάρι της διαπραγμάτευσης

Η έξοδος μέσω της διπλωματίας θα μπορούσε θεωρητικά να είναι η λιγότερο δαπανηρή λύση.

Αλλά και εδώ το πολιτικό τίμημα έχει αυξηθεί.

Το Κατάρ έχει επιχειρήσει τις τελευταίες ημέρες να επανεκκινήσει τις συνομιλίες, λειτουργώντας ως δίαυλος μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης. Μέχρι στιγμής, όμως, οι διαπραγματεύσεις παραμένουν παγωμένες.

Το Ιράν απαιτεί άρση της αμερικανικής ναυτικής πίεσης, αποζημιώσεις και χαλάρωση των κυρώσεων προκειμένου να υπάρξει συμφωνία για την πλήρη επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ.

Για τον Τραμπ το πρόβλημα είναι ότι μια συμφωνία η οποία θα εμφανίζεται να δίνει στην Τεχεράνη νέες εξουσίες ή ανταλλάγματα μετά τον πόλεμο θα είναι δύσκολο να παρουσιαστεί ως καθαρή αμερικανική νίκη.

Από την άλλη, η συνέχιση του πολέμου χωρίς σαφή τελικό στόχο γίνεται κάθε μήνα πολιτικά ακριβότερη.

Και στο βάθος οι ενδιάμεσες εκλογές

Η εξωτερική πολιτική συναντά πλέον ανοιχτά την αμερικανική εσωτερική πολιτική.

Σύμφωνα με δημοσκόπηση Reuters/Ipsos, η αποδοχή του Τραμπ έχει υποχωρήσει από το 40% στο 33% από την έναρξη του πολέμου, ενώ μόλις το 31% των Αμερικανών εγκρίνει τη σύγκρουση με το Ιράν.

Με τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου να πλησιάζουν και τους Ρεπουμπλικάνους να υπερασπίζονται οριακές πλειοψηφίες στο Κογκρέσο, οι υψηλές τιμές της βενζίνης μετατρέπουν πλέον τον πόλεμο σε εσωτερικό πολιτικό πρόβλημα.

Για έναν πρόεδρο που είχε οικοδομήσει μεγάλο μέρος της πολιτικής του ταυτότητας στην υπόσχεση ότι θα τερματίσει τους «ατελείωτους πολέμους», η εικόνα μιας σύγκρουσης χωρίς σαφή ημερομηνία λήξης είναι ιδιαίτερα δύσκολη.

Το μεσανατολίτικο παζάρι μόλις αρχίζει

Έξι μήνες πολέμου έχουν αλλάξει τους συσχετισμούς, χωρίς όμως να έχουν παράξει το αποτέλεσμα που θα επέτρεπε στην Ουάσιγκτον να κηρύξει μια αδιαμφισβήτητη νίκη.

Το Ιράν είναι στρατιωτικά πιο αδύναμο, οικονομικά περισσότερο πιεσμένο και το πυρηνικό του πρόγραμμα έχει καθυστερήσει. Αλλά δεν έχει παραδοθεί.

Ταυτόχρονα, οι ΗΠΑ έχουν λιγότερα διαθέσιμα πυρομαχικά, μικρότερα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου, μεγαλύτερη πίεση στις ένοπλες δυνάμεις τους και έναν πρόεδρο που βλέπει το πολιτικό κόστος να αυξάνεται.

Αυτό είναι το παράδοξο του πολέμου για τον Τραμπ: όσο περισσότερη ισχύ χρησιμοποιεί η Ουάσιγκτον, τόσο ακριβότερη γίνεται η επόμενη κίνησή της.

Η στρατιωτική κλιμάκωση μπορεί να οδηγήσει σε έναν ακόμη μεγαλύτερο πόλεμο. Η οικονομική κλιμάκωση μπορεί να φέρει την Ουάσιγκτον σε σύγκρουση με την Κίνα. Και η διπλωματική έξοδος απαιτεί ένα παζάρι στο οποίο το Ιράν, παρά τις τεράστιες απώλειές του, εξακολουθεί να διαθέτει κάτι που χρειάζονται οι ΗΠΑ: τη δυνατότητα να πει «όχι».

Και ίσως αυτό να είναι το πραγματικό πρόβλημα που καλείται πλέον να λύσει ο Ντόναλντ Τραμπ στη Μέση Ανατολή.

Μείνετε ενημερωμένοι με το Newpost. Ακολουθήστε μας για να μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο.